Σήμερα, Τετάρτη 26 Ιανουαρίου έχει προγραμματιστεί ο πλειστηριασμός για το ακίνητο του οδού Γουέμπστερ με τιμή εκκίνησης 533.681 ευρώ. Το θρυλικό ατελιέ και η ιστορία του, με τις εμβληματικές «Καθαροδευτέρες» όπου έδινε το «παρών» όλη η καλλιτεχνική Αθήνα.

Είναι η οικία που στέγασε για περίπου 30 χρόνια τη ζωή και το έργο του ζωγράφου, αγιογράφου, σχεδιαστή και σκηνογράφου Σπύρου Βασιλείου. Του γνωστού από τις εκπομπές της Θείας Λένας (Αντιγόνη Μεταξά) μπάρμπα-Σπύρου.

Του ζωγράφου που κόσμησε εκατοντάδες νεότευκτα διαμερίσματα τη δεκαετία του ’60 με έργα που αποτύπωναν τη μεταμόρφωση της πόλης από τον οδοστρωτήρα της αντιπαροχής, αυτόν που σιγά-σιγά έκρυβε τη θέα προς την Ακρόπολη. Του σκηνογράφου που εργάστηκε συστηματικά για το θέατρο για σχεδόν 50 χρόνια και διετέλεσε, μεταξύ άλλων, ιδρυτικό στέλεχος του Ελληνικού Χοροδράματος και καλλιτεχνικός διευθυντής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής.

Του εικονογράφου που κόσμησε με τις ξυλογραφίες του αναγνωστικά του Δημοτικού Σχολείου. Του ξυλογράφου των επτά ετών, στα χρόνια της ένδειας των υλικών και της Κατοχής, που πρώτος παγκοσμίως αποτύπωσε το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων.

Του σχεδιαστή που επιμελήθηκε φημισμένες αφίσες του ΕΟΤ. Του πρώτου που οργάνωσε μία μοντέρνα έκθεση Βυζαντινής Τέχνης στο Ζάππειο («Βυζαντινή Τέχνη, Τέχνη Ευρωπαϊκή» – 1964), με μία επιμέλεια που δεν έχει σε τίποτε να ζηλέψει τις σύγχρονες μουσειολογικές προσεγγίσεις.

Στρατιωτικός ζωγράφος στο Αλβανικό Μέτωπο, αλλά και εικαστικός μάρτυρας της ανάπτυξης του δικτύου της ΔΕΗ στη δύσκολη δεκαετία του 1950, φιλοτέχνησε όλα τα ημερολόγια της εταιρείας για περισσότερο από μία δεκαετία.

Ένας πανταχού παρών καλλιτέχνης κατά την πρώτη και τη δεύτερη μεταπολεμική περίοδο.

Ο Σπύρος Βασιλείου γεννήθηκε στο Γαλαξίδι το 1903. Γόνος φτωχής οικογένειας σπουδάζει στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών χάρη με μία μικρή υποτροφία των εύπορων συμπολιτών του και στη συνέχεια χάρη στην υποστήριξη του αδερφού του, ναυτικού στο επάγγελμα, του Βασίλη, που θα τον βοηθά οικονομικά έως ότου ορθοποδήσει ως ανεξάρτητος επαγγελματίας καλλιτέχνης.

Το 1930 βραβεύεται από την Ακαδημία Αθηνών για τα σχέδια διακόσμησης του Αγίου Διονύσιου του Αρεοπαγίτη. Χάρη σε αυτό το μικρό χρηματικό έπαθλο καταφέρνει να κάνει ένα σύντομο ταξίδι στην Ευρώπη για να γνωρίσει από κοντά τα αυθεντικά έργα των μεγάλων ζωγράφων και τη σύγχρονη τέχνη.

Μετά από μία πολύ παραγωγική δεκαετία (συμμετοχή στην Μπιενάλε της Βενετίας – 1934, σκηνογράφος στη Νέα Δραματική Σχολή, δάσκαλος στην Παπαστράτειο Σχόλη Παιγνιδιών και Διακοσμητικής, εικονογράφηση του Αγίου Διονυσίου, συμμετοχή στην ομάδα «Τέχνη» και στην Πανελλήνια Έκθεση του 1938), αποφασίζει να παντρευτεί ανήμερα της εισβολής των Γερμανών στην Αθήνα: 27 Απριλίου 1941.

Αντί ο γάμος να γίνει στον Άγιο Διονύσιο, τελείται στο σπίτι της νύφης, στην οδό Γουέμπστερ 5. Το ζευγάρι θα ζήσει για 16 χρόνια απέναντι, στην οδό Γουέμπστερ 6 (σήμερα οικία Λευτέρη Παπαδόπουλου) από όπου ο Βασιλείου θα δει και θα καταγράψει μοναδικά σε σειρά έργων του το πανωσήκωμα στην παλιά αθηναϊκή κατοικία της οικογένειας της Κικής Κωνσταντακοπούλου, αυτό που θα γίνει η διώροφη κατοικία του για τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του.

Σε σχέδια του φίλου του αρχιτέκτονα Πάτροκλου Καραντινού, η νέα κατοικία (1957) καλύπτει μορφολογικά τις αισθητικές απαιτήσεις του μοντερνισμού με βασικά χαρακτηριστικά το διπλό ύψος, τον σαφή διαχωρισμό δημόσιων και ιδιωτικών χώρων, ένα σπίτι-ατελιέ όπου ο καλλιτέχνης να μπορεί να δημιουργεί, να δέχεται τους φίλους του και τους αγοραστές του.

Το συνολικό σχεδιασμό συμπληρώνουν τα μεγάλα ανοίγματα, τα επικαλυμμένα με εποξειδική βαφή βιομηχανικά δάπεδα που συνδυάζονται με παραδοσιακά και μοντέρνα έπιπλα. Σε αυτό το σπίτι θα διοργανώσει τα περίφημα γλέντια κάθε Καθαρή Δευτέρα, όπου θα δεξιωθεί το σύνολο του αθηναϊκού καλλιτεχνικού και πνευματικού κόσμου με τακτικούς θαμώνες τον Μιχάλη Κακογιάννη, τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Μάνο Χατζιδάκι, τον Γιάννη Τσαρούχη, την Αλίκη Βουγιουκλάκη, τον Μποστ, τον Μάριο Πλωρίτη, τον Κ. Θ. Δημαρά, την Κατερίνα Ανδρεάδη, τη Ραλλού Μάνου, τον Φρέντυ Γερμανό κ.ά.

Το σπίτι ως μουσείο

Μετά τον θάνατο του καλλιτέχνη, στο σπίτι έζησε η σύντροφός του Κική έως τον θάνατό της το 2002. Στη συνέχεια, οι κόρες τους συγκρότησαν την Αστική Μη Κερδοσκοπική Εταιρεία «Ατελιέ Σπύρου Βασιλείου» και χάρη σε αυτήν ανέλαβαν το έργο «Πολιτιστική Παρακαταθήκη Σπύρου Βασιλείου – Ανάδειξη και Προβολή» στο πλαίσιο του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Πολιτισμός» (Γ΄ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης) όπου με συγχρηματοδότηση της Ελλάδας και της Ε.Ε. (2003-2006), η οικία ανακαινίστηκε και μετατράπηκε σε ένα σύγχρονο μουσειακό περιβάλλον για την προβολή του έργου, τη διενέργεια εκπαιδευτικών προγραμμάτων και τη συντήρηση και ανάδειξη του αρχείου του ζωγράφου.

Ως μουσείο εγκαινιάστηκε τον Ιούνιο του 2004 από τον τότε υπουργό Πολιτισμού Πέτρο Τατούλη ενώ παράλληλα δημιουργήθηκε και ο θερινός εκθεσιακός χώρος, στο εξοχικό του καλλιτέχνη στην Ερέτρια, «ο Μαντρότοιχος», λίγο αργότερα. Από τον Οκτώβριο του 2004 άρχισαν τη λειτουργία τους και τα εκπαιδευτικά προγράμματα του μουσείου.

Με το πέρας της χρηματοδότησης από το Γ΄ΚΠΣ, το Ατελιέ Σπύρου Βασιλείου άρχισε να αντιμετωπίζει οικονομικές δυσχέρειες. Η τελευταία επιστημονική δράση με σκοπό την ανάδειξη του έργου του ζωγράφου έγινε στις 26 Μαρτίου 2015 σε συνεργασία με την Εταιρεία Ελλήνων Ιστορικών της Τέχνης με τίτλο «Επετειακή εκδήλωση για τα 30 χρόνια από το θάνατο του Σπύρου Βασιλείου».

Με τη συμπλήρωση 10 χρόνων από τη λήξη του έργου «Πολιτιστική παρακαταθήκη Σπύρου Βασιλείου – Ανάδειξη και Προβολή», το σπίτι-μουσείο έκλεισε τις πόρτες του για το κοινό.

Σήμερα, Τετάρτη 26 Ιανουαρίου 2022, ολόκληρη η ιδιοκτησία επί της οδού Γουέμπστερ 5, βγαίνει σε πλειστηριασμό για χρέη προς το Δημόσιο και τις Τράπεζες.

Το ακίνητο βρίσκεται σε προνομιακή θέση: πολύ κοντά στην Ακρόπολη και τη ζωή της πόλης.

Θα μπορούσε να γίνει ένας από τους σταθμούς της ΑΣΚΤ για φιλοξενία ξένων σπουδαστών.

Θα μπορούσε να γίνει ένας χώρος φιλοξενίας νέων ερευνητών από το εξωτερικό ή επισκεπτών καθηγητών του ΕΚΠΑ ή του ΕΜΠ.

Θα μπορούσε να φιλοξενεί ξένους λογοτέχνες για να γράψουν ζώντας στην ελληνική πρωτεύουσα.

Θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ένας μικρός εκθεσιακός χώρος για την πρώτη εργασία νέων εικαστικών ή αρχιτεκτόνων.

Χρειάζεται άμεση παρέμβαση από όσους διαθέτουν ικανούς πόρους (ΑΕΙ ή Ιδρύματα ή το ΥΠΠΟΑ) ώστε το Ατελιέ του Σπύρου Βασιλείου, αυτός ο χώρος που ο ζωγράφος έφτιαξε με ιδίους πόρους μετά από τη συστηματική και συνεχή παρουσία του στην πολιτιστική ζωή της χώρας, να παραμείνει αυτό που ξεκίνησε να γίνει με χρήματα του Δημοσίου το 2003, αυτό που ονειρευόταν η αείμνηστη Κική και που ήταν άλλωστε πάντοτε αυτό το σπίτι: ένας χώρος ανοιχτός στους νέους, ένας χώρος ανοιχτός σε όλους.