Σημαντικές διαφορές εξακολουθούν να καταγράφονται στις τιμές των οικιακών τιμολογίων ηλεκτρικού ρεύματος, παρά τον έντονο ανταγωνισμό μεταξύ των παρόχων, με τους καταναλωτές να έχουν πλέον στη διάθεσή τους δεκάδες διαφορετικές επιλογές.
Η εικόνα της αγοράς τον Σεπτέμβριο του 2026 δείχνει ότι τα φθηνότερα προγράμματα συγκεντρώνονται σε μεγάλο βαθμό στα σταθερά, «μπλε» τιμολόγια, τα οποία προσφέρουν προστασία από τις διακυμάνσεις της χονδρεμπορικής αγοράς για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.
Το τελικό κόστος, ωστόσο, δεν καθορίζεται αποκλειστικά από την τιμή της κιλοβατώρας. Καθοριστικό ρόλο παίζουν το μηνιαίο πάγιο, η κατανάλωση του νοικοκυριού, η διάρκεια της σύμβασης και οι προϋποθέσεις για την παροχή εκπτώσεων.
Πού κινούνται τα φθηνότερα προγράμματα
Στην αγορά υπάρχουν πλέον σταθερά προγράμματα με ιδιαίτερα ανταγωνιστικές χρεώσεις, ενώ στα φθηνότερα τιμολόγια του Σεπτεμβρίου περιλαμβάνονται προγράμματα εταιρειών όπως οι ΔΕΗ, Protergia, ΗΡΩΝ, ZeniΘ, ΕΛΙΝΟΙΛ, EUNICE και Volton.
Σε αρκετές περιπτώσεις, οι ονομαστικές χρεώσεις διαμορφώνονται ακόμη και κάτω από τα 0,12 ευρώ ανά κιλοβατώρα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το πρόγραμμα με τη χαμηλότερη τιμή ανά kWh είναι αυτομάτως και το οικονομικότερο για κάθε καταναλωτή.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το ΔΕΗ myHome Online, το οποίο τον Σεπτέμβριο προσφέρεται με σταθερή χρέωση 0,115 ευρώ ανά kWh.
Προσοχή στο πάγιο και στις προϋποθέσεις
Οι καταναλωτές που εξετάζουν την αλλαγή προγράμματος θα πρέπει να υπολογίζουν το συνολικό μηνιαίο κόστος και όχι μόνο τη διαφημιζόμενη τιμή της ενέργειας.
Ένα πρόγραμμα με χαμηλή χρέωση ανά κιλοβατώρα μπορεί να συνοδεύεται από υψηλότερο πάγιο, ενώ σε άλλες περιπτώσεις η χαμηλή τιμή προϋποθέτει εμπρόθεσμη εξόφληση, πάγια εντολή ή ηλεκτρονικό λογαριασμό.
Μεγάλες διαφορές ανάλογα με την κατανάλωση
Η κατάταξη των φθηνότερων τιμολογίων αλλάζει αισθητά ανάλογα με το ενεργειακό προφίλ κάθε νοικοκυριού. Ένα πρόγραμμα μπορεί να είναι οικονομικότερο για ένα σπίτι με 150 kWh τον μήνα, αλλά να χάνει το πλεονέκτημά του σε μία οικογένεια που καταναλώνει 400 ή 600 kWh.
Γι’ αυτό και η σύγκριση των διαθέσιμων επιλογών αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς η διαφορά μεταξύ δύο προγραμμάτων μπορεί σε ετήσια βάση να μεταφράζεται σε εκατοντάδες ευρώ στον λογαριασμό ηλεκτρικού ρεύματος.