Η σημαντική διαφοροποίηση είναι ότι οι μεγάλες επιχειρήσεις δείχνουν αντοχές στις πτώσεις των πωλήσεων καθως έχουν κεφαλαιακά αποθέματα ενώ σε πολύ πιο δύσκολη κατάσταση βρίσκονται οι πολύ μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις.
Η πλέον όμως ανησυχητική εξέλιξη έγκειται στο γεγονός ότι η πτώση του κύκλου εργασιών φαίνεται να παγιώνεται τα τελευταία τρία έτη
Μεγάλες και ΜμΕ: Σημαντικές οι διαφοροποιήσεις
- Το 2025, οι μεγάλες επιχειρήσεις κατέγραψαν σημαντική ενίσχυση των πραγματικών τους πωλήσεών κατά 5,6% [+8,2%] • Αντίθετα, για το σύνολο των ΜμΕ στο λιανικό, ο κύκλος εργασιών, σε διορθωμένες ως προς τον πληθωρισμό τιμές, εμφάνισε σημαντική πτώση κατά 2,4% [0,0%] .
Η διάρθρωση του τζίρου στις ΜμΕ: Μείωση πωλήσεων σε πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις
- Στις πολύ μικρές επιχειρήσεις, οι πωλήσεις χωρίς τις ανοδικές πιέσεις του πληθωρισμού υποχώρησε, συγκριτικά με πέρυσι, κατά 2,9%.
- Οι μικρές επιχειρήσεις φαίνεται να πιέζονται περισσότερο καθώς, σε πραγματικές τιμές, η πτώση στον τζίρο ανήλθε σε 3,9%.
- Σε σαφώς καλύτερη κατάσταση οι μεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες σε αποπληθωρισμένες τιμές είδαν τον πραγματικό τους τζίρο να ενισχύεται κατά 2,1%.
Σταύρος Καφούνης: Υπό το μηδέν ο πραγματικός τζίρος στο Εμπόριο το 2025 – Αναθέρμανση της αγοράς το 2026 μόνο με μέτρα στήριξης και ελάφρυνσης βαρών
Με αφορμή την ανάλυση του Ινστιτούτου της ΕΣΕΕ για την εξέλιξη του κύκλου εργασιών στα καταστήματα Λιανικού εμπορίου εκτός τροφίμων, οχημάτων και καυσίμων κατά το Δ΄ τρίμηνο του 2025 και ολόκληρου του έτους ο πρόεδρος της ΕΣΕΕ κ. Σταύρος Καφούνης δήλωσε:
«Η ανάλυση του Ινστιτούτου της ΕΣΕΕ επιβεβαιώνει, δυστυχώς, τις προειδοποιήσεις μας ότι το 2025 αποτέλεσε έτος συρρίκνωσης για το λιανικό εμπόριο σε πραγματικούς όρους. Η μείωση του τζίρου είναι πιο αισθητή στις μικρές (-3,9%) και τις πολύ μικρές (-2,9%) επιχειρήσεις, κλονίζοντας τη βιωσιμότητά τους. Την ίδια στιγμή, οι υψηλότερες πωλήσεις στις μεγάλες επιχειρήσεις (+5,6%) και λιγότερο στις μεσαίες (+2,1%) εξανεμίζονται συνήθως από τα υπέρογκα κόστη λειτουργίας. Δύο στοιχεία είναι ιδιαίτερα ανησυχητικά: α) ότι ακόμη και σε ονομαστικές τιμές, καταγράφεται στο σύνολο του λιανικού εμπορίου η μικρότερη αύξηση τζίρου από το 2020 και β) ότι σε πραγματικούς όρους είναι το δεύτερο συνεχόμενο έτος συρρίκνωσης (-0,4%) του ισχυρότερου κλάδου και μεγαλύτερου εργοδότη της οικονομίας. Η Πολιτεία οφείλει να προβληματισθεί από το γεγονός ότι τόσο η εγχώρια κατανάλωση – λόγω της μειωμένης αγοραστικής δύναμης – όσο και οι αυξημένες τουριστικές εισπράξεις στρέφονται και ενισχύουν κυρίως τον κλάδο των τροφίμων. Την ίδια στιγμή, η στενότητα στην αγορά επιβεβαιώνεται και από τη σταδιακή αύξηση των κλειστών καταστημάτων και των ακάλυπτων επιταγών. Με δεδομένο ότι και τους πρώτους δύο μήνες του 2026 η εικόνα δεν έχει βελτιωθεί, οι αριθμοί πλέον «φωνάζουν» για την ανάγκη δικαιότερης αντιμετώπισης του πλέον διασυνδεδεμένου, φορολογικά και εργασιακά, κλάδου της οικονομίας. Είναι σήμερα απολύτως απαραίτητες για την επιβίωση χιλιάδων ΜμΕ, ρυθμίσεις που θα μειώνουν φορολογικές και ασφαλιστικές επιβαρύνσεις, θα διευκολύνουν την πρόσβαση στη χρηματοδότηση, θα επιβραβεύουν τους συνεπείς, θα ρυθμίζουν τις ληξιπρόθεσμες οφειλές με βιώσιμο τρόπο και θα προστατεύουν τον υγιή ανταγωνισμό. Προκειμένου το Εμπόριο να διαδραματίσει το ρόλο του ως καταλύτης και επιταχυντής της ανάπτυξης, χρειάζεται νέα χρηματοδοτικά εργαλεία που θα το στηρίζουν στον «μαραθώνιο» του ψηφιακού του μετασχηματισμού, καθώς και επικαιροποιημένες πολιτικές που θα το διασυνδέουν ολοκληρωμένα με τον τουρισμό, την αγροδιατροφή και τη βιομηχανία».