Με εντατικούς και έκτακτους ελέγχους σε ολόκληρη την αλυσίδα διακίνησης τροφίμων μπαίνει το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων στην τελική ευθεία για το Πάσχα, σε μια προσπάθεια να θωρακίσει την αγορά απέναντι σε φαινόμενα παρατυπιών, αισχροκέρδειας και παραπλάνησης των καταναλωτών. Η πασχαλινή περίοδος αποτελεί παραδοσιακά μια από τις πιο κρίσιμες φάσεις της εμπορικής δραστηριότητας, καθώς η ζήτηση αυξάνεται αισθητά και η πίεση σε παραγωγή, μεταποίηση, μεταφορά και λιανική πώληση κορυφώνεται.
Στο πλαίσιο αυτό, οι αρμόδιες υπηρεσίες του υπουργείου έχουν ενεργοποιήσει ένα ευρύ επιχειρησιακό σχέδιο που καλύπτει κάθε στάδιο της αγοράς, από την προέλευση και την τυποποίηση των προϊόντων έως τη διάθεσή τους στον τελικό καταναλωτή. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στα προϊόντα που εμφανίζουν αυξημένη ζήτηση τις ημέρες του Πάσχα, ενώ οι έλεγχοι επεκτείνονται σε χονδρική και λιανική πώληση, λαϊκές αγορές, συσκευαστήρια, τυποποιητήρια αλλά και σε σημεία εισόδου και εξόδου της χώρας.
Ο γενικός γραμματέας του ΥΠΑΑΤ, Σπύρος Πρωτοψάλτης, ξεκαθάρισε ότι το υπουργείο έχει αυξήσει την παρουσία του στην αγορά με στόχο τη νομιμότητα, την προστασία του καταναλωτή και τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας του εμπορίου σε μια περίοδο υψηλής κατανάλωσης. Το σήμα που επιδιώκει να στείλει η πολιτική ηγεσία είναι ότι οι ελεγκτικοί μηχανισμοί δεν λειτουργούν αποσπασματικά, αλλά βρίσκονται καθημερινά στο πεδίο, με συστηματικές και στοχευμένες παρεμβάσεις.
Εκτόξευση των ελέγχων και περισσότερες από 300 μη συμμορφώσεις
Τα επίσημα στοιχεία του υπουργείου αποτυπώνουν τη σαφή κλιμάκωση της ελεγκτικής δραστηριότητας. Μόνο κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026 πραγματοποιήθηκαν συνολικά 1.777 έλεγχοι από τη Γενική Διεύθυνση Τροφίμων και τη Γενική Διεύθυνση Κτηνιατρικής. Ο αριθμός αυτός είναι υπερδιπλάσιος σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025, όταν είχαν καταγραφεί 807 έλεγχοι, γεγονός που μεταφράζεται σε αύξηση της τάξης του 120%.
Η ενίσχυση αυτή δεν έχει μόνο επικοινωνιακή σημασία. Αντανακλά μια σαφή βούληση για μεγαλύτερη εποπτεία σε μια περίοδο όπου οι πιέσεις στην αγορά πολλαπλασιάζονται και τα περιθώρια για αθέμιτες πρακτικές αυξάνονται. Και τα πρώτα ευρήματα δείχνουν ότι η επιλογή αυτή μόνο τυχαία δεν ήταν. Από τους ελέγχους του πρώτου τριμήνου έχουν καταγραφεί περισσότερες από 300 μη συμμορφώσεις, ενώ σε 122 περιπτώσεις έγιναν συστάσεις προς επιχειρήσεις για τη διόρθωση αποκλίσεων. Όπου κρίθηκε απαραίτητο, ενεργοποιήθηκαν και οι διαδικασίες για την επιβολή διοικητικών κυρώσεων και προστίμων.
Ειδικά ο Μάρτιος, μήνας προετοιμασίας για την πασχαλινή αγορά, είχε ιδιαίτερα αυξημένη κινητικότητα. Πραγματοποιήθηκαν 220 έλεγχοι από τη Διεύθυνση Ποιότητας και Ασφάλειας Τροφίμων και επιπλέον 76 έλεγχοι από τις κτηνιατρικές υπηρεσίες, στοιχείο που δείχνει ότι το υπουργείο επιχειρεί να καλύψει τόσο το κομμάτι της ποιότητας όσο και εκείνο της υγειονομικής ασφάλειας.
Ανοιχτά μαγαζιά, αυξημένη κίνηση, ακριβότερο τραπέζι
Την ίδια ώρα, η αγορά κινείται ήδη σε πασχαλινούς ρυθμούς. Τα εμπορικά καταστήματα θα είναι ανοικτά την Κυριακή 5 Απριλίου από τις 11:00 έως τις 16:00, στο πλαίσιο του εορταστικού ωραρίου, ενώ τη Μεγάλη Εβδομάδα το ωράριο διευρύνεται περαιτέρω. Σύμφωνα με τον Εμπορικό Σύλλογο Αθηνών, από τη Μεγάλη Δευτέρα έως και τη Μεγάλη Πέμπτη τα καταστήματα θα λειτουργούν από τις 09:00 έως τις 21:00, τη Μεγάλη Παρασκευή από τις 13:00 έως τις 19:00 και το Μεγάλο Σάββατο από τις 09:00 έως τις 15:00.
Παρά τις θετικές εκτιμήσεις για την κίνηση της αγοράς και τις διαβεβαιώσεις για επάρκεια προϊόντων, το βασικό πρόβλημα παραμένει η πίεση στις τιμές. Το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιά περιγράφει μια εικόνα «αγοράς δύο ταχυτήτων», όπου τα σούπερ μάρκετ απορροφούν μέρος των αυξήσεων μέσα από προσφορές και προϊόντα-κράχτες, ενώ τα παραδοσιακά καταστήματα επιμένουν σε υψηλότερες τιμές, προτάσσοντας την ποιότητα και την ελληνική προέλευση.
Το συνολικό κόστος για το πασχαλινό τραπέζι μιας τετραμελούς οικογένειας εκτιμάται φέτος μεταξύ 135 και 150 ευρώ, αυξημένο κατά 10% έως 15% σε σχέση με το 2025. Στο επίκεντρο βρίσκεται και φέτος ο οβελίας, που λειτουργεί ουσιαστικά ως βαρόμετρο της αγοράς. Οι τιμές κινούνται από 12 έως 14 ευρώ το κιλό στα σούπερ μάρκετ και από 14 έως 17 ευρώ στα παραδοσιακά κρεοπωλεία, χωρίς να αποκλείεται νέα άνοδος όσο πλησιάζουμε στην κορύφωση της ζήτησης.
Ανατιμήσεις καταγράφονται επίσης σε βασικά εποχικά είδη όπως τα αυγά, τα τσουρέκια και τα σοκολατοειδή, με τις αυξήσεις στα τελευταία να φτάνουν ακόμη και το 40%, λόγω της διεθνούς ανόδου στις τιμές του κακάο. Ακριβότερη βγαίνει και η μαγειρίτσα, καθώς για μια οικογένεια το κόστος της υπολογίζεται περίπου στα 25 με 30 ευρώ.
Πιο προσεκτικός ο καταναλωτής, πιο δύσκολη η εξίσωση για την αγορά
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ενισχύεται η τάση της επιλεκτικής δαπάνης. Οι καταναλωτές στρέφονται όλο και περισσότερο σε χαμηλότερες τιμές, μικρότερες ποσότητες και εναλλακτικά προϊόντα, ενώ αρκετοί επιλέγουν να κάνουν αγορές νωρίτερα για να «κλειδώσουν» τιμές. Το φαινόμενο αυτό δείχνει ότι, παρά τη διατήρηση του συνολικού τζίρου, ο όγκος κατανάλωσης πιέζεται.
Όπως σημείωσε ο πρόεδρος του ΕΒΕΠ Βασίλης Κορκίδης, το πασχαλινό τραπέζι παραμένει μεν προσιτό για τους περισσότερους Έλληνες, γίνεται όμως εμφανώς πιο λιτό και πιο υπολογισμένο, αντανακλώντας τη μείωση της πραγματικής αγοραστικής δύναμης. Και αυτό είναι ίσως το βασικό χαρακτηριστικό της φετινής αγοράς: επάρκεια προϊόντων και αυξημένη εμπορική κινητικότητα από τη μία, αλλά και ακριβότερο καλάθι, συγκρατημένη κατανάλωση και αυξημένος κρατικός έλεγχος από την άλλη.
Το μήνυμα του υπουργείου είναι σαφές: οι έλεγχοι θα συνεχιστούν με αμείωτη ένταση μέχρι και την ολοκλήρωση της πασχαλινής περιόδου. Το ζητούμενο, όμως, δεν είναι μόνο να εντοπιστούν παραβάσεις. Είναι να πειστεί η αγορά ότι φέτος το κράτος θα είναι παρόν, σε μια περίοδο όπου κάθε απόκλιση, κάθε «γκρίζα ζώνη» και κάθε αδικαιολόγητη ανατίμηση μεταφράζεται άμεσα σε πίεση πάνω στο ήδη επιβαρυμένο ελληνικό νοικοκυριό.
