Στα 2 δις ευρώ θα φτάσουν για φέτος τα διαθέσιμα κεφάλαια του Ταμείου Ενεργειακής Μετάβασης. Οι πηγές άντλησης αυτών των κεφαλαίων είναι το Πράσινο Ταμείο, οι πλειστηριασμοί για τα αδιάθετα δικαιώματα ρύπων και η μείωση του αποθεματικού του Ειδικού Λογαριασμού ΑΠΕ (ΕΛΑΠΕ).

Υπενθυμίζουμε ότι τον Ιανουάριο το πακέτο στήριξης για την ενέργεια έφτασε τα 395 εκατομμύρια, ενώ αντίστοιχο θα είναι και το πακέτο του Φεβρουαρίου, σύμφωνα με τελικές αποφάσεις στο ΥΠΕΝ.

Στη χαμηλή τάση (νοικοκυριά κυρίως) η επιδότηση για τον Φεβρουάριο ίσως είναι ελάχιστα χαμηλότερη εκείνης του Ιανουαρίου αφού η μέση τιμή χονδρικής έπεσε τον Ιανουάριο στα 227,30 ευρώ ανά Μεγαβατώρα έναντι των 235,38 ευρώ του Δεκεμβρίου. Το Δημόσιο επιδοτεί το 80% της ζημιάς για τις πρώτες 150 κιλοβατώρες και το 60% για τις επόμενες 300.

«Ερωτηματικό παραμένει κατά πόσο η κυβέρνηση θα προσμετρήσει στις αποφάσεις της και τον παράγοντα των διακοπών ηλεκτροδότησης, δεδομένης της έντονης δυσαρέσκειας που αυτές έχουν προκαλέσει σε μεγάλα τμήματα της κοινωνίας» παρατηρούσαν χθες αναλυτές της ΡΑΕ.

Όσο για τις επιχειρήσεις, ο ΥΠΕΝ κ. Κ. Σκρέκας προανήγγειλε από τηλεοράσεως την αύξηση της επιδότησης σε συγκεκριμένους ενεργοβόρους κλάδους από το 50% σήμερα, στο 75%, εφόσον φυσικά ανάψει το πράσινο φως η DGComp.

«Στόχος της κυβέρνησης είναι να στηρίξει το επιχειρείν, ώστε να καμφθούν οι πιέσεις για συνεχείς ανατιμήσεις στα τελικά προϊόντα, γεγονός που έμμεσα βοηθάει τα νοικοκυριά» τόνισε ο ΥΠΕΝ.

Ενέργεια: Πακέτο στήριξης 400 εκατ. σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις

Οι τρόποι χρηματοδότησης

Η πρώτη πηγή αφορά σε περικοπές στο ποσοστό του Πράσινου Ταμείου που προορίζεται για περιβαλλοντικές δράσεις στη Δυτική Μακεδονία και τη Μεγαλόπολη. Στις δράσεις αυτές διατίθεται το 4,5% των συνολικών πόρων, δηλαδή μεταξύ 60-65 εκατ. ευρώ, ποσό που μετά από σχετικό ψαλίδισμα αναμένεται να περιοριστεί. Τα παραπάνω θα αποτυπώνονται στην υπουργική απόφαση για την ανακατανομή των εσόδων από τους ρύπους που ολοκληρώνεται τις ημέρες αυτές από το ΥΠΕΝ. Τα πάντα σε κάθε περίπτωση εξαρτώνται από το γεωπολιτικό παιχνίδι. Εφόσον η ένταση στα σύνορα με την Ουκρανία αποκλιμακωθεί τους επόμενους μήνες, τότε σύμφωνα με μια ανάγνωση, οι τιμές στο φυσικό αέριο θα ξεφουσκώσουν. Σύμφωνα με μια άλλη ανάγνωση, το κλίμα δεν θα επιτρέψει την υποχώρηση των τιμών στο φυσικό αέριο.

Η δεύτερη πηγή για τις επιδοτήσεις του Φεβρουαρίου, όπως και για όλο το 2022, είναι τα έσοδα πλειστηριασμών, περίπου 20 εκατομμυρίων αδιάθετων δικαιωμάτων ρύπων, που είχαν προυπολογιστεί με μέση τιμή 75 ευρώ ο τόνος στα 1,4 δισ. ευρώ. Ακριβώς επειδή οι τιμές τον Ιανουάριο δεν έπεσαν ποτέ κάτω από τα 85 ευρώ (στα 89 ευρώ/ τόνος χθες), εφόσον διατηρηθεί και τους επόμενους μήνες αυτή η ανοδική, τα φετινά έσοδα από τους πλειστηριασμούς μπορεί να κλείσουν και κοντά στα 2 δισ ευρώ.

Η τρίτη αλλά όχι έσχατη πηγή θα προέλθει από τον ΕΛΑΠΕ, με το ΥΠΕΝ να ψαλιδίζει περαιτέρω το ποσοστό του, το οποίο φέρεται να περιορίζεται κάτω από το 4% του Δεκεμβρίου, χωρίς ωστόσο και να μηδενίζεται, μετά και τις ανησυχίες που εξέφρασαν παραγωγοί ΑΠΕ. Ακόμη ωστόσο και αυτό να συνέβαινε, και πάλι η βιωσιμότητα του ΕΛΑΠΕ δεν θα διέτρεχε κανένα κίνδυνο, αφού το 2021 κλείνει για τον ειδικό λογαριασμό με 300 εκατ. ευρώ πλεόνασμα, τάση που όπως όλα δείχνουν θα συνεχιστεί και το 2022.

Αν φέτος δεν αλλάξει κάτι δραματικά, τότε στα τέλη του 2022 ο ΕΛΑΠΕ μπορεί να φτάσει να έχει πλεόνασμα κοντά στο 1,5 δισ ευρώ. Ο ΕΛΑΠΕ θα συνδράμει το Ταμείο Ενεργειακής Μετάβασης με ένα εκτιμώμενο ποσό κοντά στα 300 εκατ. ευρώ, από τις επιστροφές των επιπλέον εσόδων που εισέπραξαν οι πράσινοι παραγωγοί με feed in premium από τη συμμετοχή τους στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, λόγω των υψηλών τιμών στην χονδρεμπορική αγορά.

Ενέργεια: Πακέτο στήριξης 400 εκατ. σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις

Παγκόσμια ενεργειακή μετάβαση στα 275 τρις ως το 2050!

Το… ασύλληπτο ποσό των 10 δις δολαρίων ετησίως από φέτος έως το 2050 χρειάζεται η ολοκληρωμένη ενεργειακή μετάβαση του πλανήτη!

Άρα μιλάμε για σύνολο επενδύσεων ύψους 275 τρισεκατομμυρίων δολαρίων σε ενεργειακά assets και συστήματα χρήσης γης από τη γεωργία έως τη δασοκομία στα επόμενα 28-30 χρόνια.

Σε σχέση με το μέγεθος της παγκόσμιας οικονομίας, ισούνται μεταξύ 6% και 9% της παγκόσμιας οικονομικής παραγωγής.

Η ανάλυση του κόστους για την επίτευξη καθαρών μηδενικών εκπομπών (net-zero) έγινε σε διεξοδική μελέτη της McKinsey.

Το «διαστημικό» ποσόν είναι σαφώς υψηλότερο από προηγούμενες προσεγγιστικές εκτιμήσεις, υποδεικνύοντας το εύρος της πρόκλησης.

«Αλλά όσο πιο προσεκτικά κοιτάξει κανείς αυτό το συγκεκριμένο σύνολο τρισεκατομμυρίων δολαρίων, τόσο μικρότεροι γίνονται οι αριθμοί, μετατρέποντας την πρόκληση της μετάβασης στην καθαρή ενέργεια σε παγκόσμια ευκαιρία», λέει στο Bloomberg ο καθηγητής στο Columbia Business School, Gernot Wagner.

Ενέργεια: Πακέτο στήριξης 400 εκατ. σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις

Το ποσό των 9,2 (σχεδόν 10) τρισεκατομμυρίων δολαρίων ετησίως περιλαμβάνει τις συνολικές ετήσιες επενδύσεις, δηλαδή τις τρέχουσες και τις νέες δαπάνες μαζί.

«Ο κόσμος ξοδεύει τώρα περίπου 3,7 τρισεκατομμύρια δολάρια σε αυτό που η έκθεση αποκαλεί «περιουσιακά στοιχεία υψηλών εκπομπών», όπως η εξόρυξη ορυκτών καυσίμων, η διύλιση και η παραγωγή ενέργειας, η παραγωγή τσιμέντου και χάλυβα και τα βενζινοκίνητα οχήματα» λέει ο καθηγητής.

Η McKinsey εκτιμά ότι περίπου ένα από αυτά τα τρισεκατομμύρια θα μπορούσε να μεταφερθεί σε περιουσιακά στοιχεία χαμηλών εκπομπών όπως η παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, ο σύγχρονος εξηλεκτρισμός κτιρίων και τα ηλεκτρικά οχήματα.

«Όλα αυτά μειώνουν τις πραγματικά νέες δαπάνες σε 3,5 τρισεκατομμύρια δολάρια ετησίως αλλά ακόμη και αυτό είναι μια υπερεκτίμηση των πρόσθετων δαπανών που απαιτούνται για να φτάσουμε σε καθαρές μηδενικές εκπομπές μέχρι τα μέσα του αιώνα, και έτσι να έχουμε την ευκαιρία να περιορίσουμε την παγκόσμια μέση αύξηση της θερμοκρασίας στο κατώφλι του 1,5 βαθμού Κελσίου» εκτιμά ο κ. Τζέρνοτ Βάγκνερ.

Το σενάριο του net-zero έως το 2050

Οι εκτιμήσεις της McKinsey βασίζονται σε σενάρια για το κλίμα που αναπτύχθηκαν από το Network for Greening the Financial System, μια κοινοπραξία περισσότερων από 60 Κεντρικών Τραπεζών και νομισματικών αρχών. Το σενάριο του net-zero έως το 2050 που οδηγεί σε επιπλέον ετήσιο κόστος 3,5 τρισεκατομμυρίων δολαρίων δεν μπορεί να σταθεί μεμονωμένα. Αντίθετα, πρέπει να συγκριθεί με τις τρέχουσες πολιτικές που ήδη οδηγούν σε πρόσθετες επενδύσεις κυρίως (αν και όχι αποκλειστικά) σε περιουσιακά στοιχεία χαμηλών εκπομπών άνθρακα.

Συνολικά, η διαφορά μεταξύ των τρεχουσών πολιτικών και του net-zero έως το 2050 είναι μόνο 25 τρισεκατομμύρια δολάρια σε συνολικές δαπάνες τα επόμενα 30 χρόνια, ή λιγότερο από επιπλέον 1 τρισεκατομμύριο δολάρια ετησίως κατά μέσο όρο.

«Υπάρχει μια πολύ σημαντική διαφορά: Το μονοπάτι net-zero αυξάνει τις δαπάνες αυτή τη δεκαετία, φτάνοντας το ετήσιο μέγιστο των 10 τρισεκατομμυρίων δολαρίων τη δεκαετία του 2030, προτού μειωθεί στη συνέχεια. Το τρέχον σενάριο πολιτικής προϋποθέτει μια πολύ πιο αργή άνοδο, φτάνοντας στο αποκορύφωμά του έως το 2050. Ουσιαστικά, η πορεία προς τις καθαρές μηδενικές εκπομπές επιβαρύνει τις επενδύσεις» επισημαίνει ο Saul Griffith, συγγραφέας του Electrify και το περιγράφει ως τη στροφή από τα καύσιμα στο κεφάλαιο: «προκαταβολικές επενδύσεις για εξοικονόμηση κόστους καυσίμων αργότερα».

Ενέργεια: Πακέτο στήριξης 400 εκατ. σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις το Φεβρουάριο

Αυτή η εξοικονόμηση κόστους καυσίμων δεν περιλαμβάνει ακόμη καν τη «δευτερεύουσα λεπτομέρεια» της σωτηρίας του πλανήτη με τη μείωση των κλιματικών κινδύνων.

Μια άλλη έκθεση που μόλις δημοσιεύτηκε, από την ΑΟΝ βρήκε περίπου 330 δισεκατομμύρια δολάρια σε οικονομικές απώλειες που σχετίζονται με τον καιρό και το κλίμα μόνο το 2021.

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) έχει δρομολογήσει ένα stress test για το κλίμα που δείχνει ότι μέσα σε ένα μόνο έτος υπάρχουν απώλειες έως και 45% της αξίας για σπίτια που εκτίθενται σε πλημμύρες, πυρκαγιές και άλλους κλιματικούς κινδύνους. Οι συνολικές παγκόσμιες κλιματικές ζημιές ξεπερνούν εύκολα το κόστος δράσης, δικαιολογώντας τον περιορισμό των θερμοκρασιών στους 1,5°C μέσω καθαρής οικονομικής συλλογιστικής.

Η σύγκριση του κόστους τώρα με τα οφέλη αργότερα είναι ακριβώς το πολιτικό εμπόδιο της μετάβασης σε επενδύσεις χαμηλών εκπομπών άνθρακα και υψηλής απόδοσης. Κάποιος πρέπει όντως να ξοδέψει τα χρήματα τώρα.

Ο Julio Friedmann, ανώτερος ερευνητής στο Κέντρο Παγκόσμιας Ενεργειακής Πολιτικής του Πανεπιστημίου Κολούμπια, υποστηρίζει εύγλωττα ότι υπάρχουν ουσιαστικά δύο πηγές χρημάτων για τη μετάβαση στην καθαρή ενέργεια: «οι φορολογούμενοι και οι μέτοχοι». Η μετακύλιση του αυξημένου κόστους ενέργειας στους καταναλωτές συνεπάγεται ότι αυτοί πληρώνουν το λογαριασμό. Η εναλλακτική είναι να πληρώσουν είτε οι κυβερνήσεις, (εν τέλει δηλαδή πάλι οι φορολογούμενοι!), είτε οι μέτοχοι. «Κάθε πολιτικός αγώνας για την πολιτική για το κλίμα αφορά το ποιος πληρώνει» λέει ο Φρίντμαν.

Η έκθεση McKinsey καθιστά σαφές ότι οι πολιτικοί πονοκέφαλοι αξίζουν τον αγώνα. Εξάλλου, η μετάβαση συνεπάγεται περισσότερες επενδύσεις, περισσότερη οικονομική ανάπτυξη και επίσης περισσότερες θέσεις εργασίας, χωρίς να αναφερθούμε στα άλλα οφέλη, όπως ένας πιο βιώσιμος πλανήτης και νεότερες τεχνολογίες, από καλά μονωμένα σπίτια έως καλύτερους και πιο αποτελεσματικούς τρόπους μεταφοράς.

Ενέργεια: Πακέτο στήριξης 400 εκατ. σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις το Φεβρουάριο

Η Κομισιόν επιμένει στα πυρηνικά (μαζί με φυσικό αέριο της Ρωσίας)!

Εν τω μεταξύ η Κομισιόν επιμένει με …πάθος στον πρωταγωνιστικό ρόλο του (ρωσικού κυρίως) φυσικού αερίου αλλά και της πυρηνικής ενέργειας (που προκαλεί σφοδρές αντιδράσεις) στο υπό επεξεργασία νέο «Ευρωπαϊκό Σύστημα Ταξινόμησης».

Η Επίτροπος Χρηματοπιστωτικών Υπηρεσιών κα Μαρέιντ Μαγκίνες, είπε για ακόμη μια φορά πως η υπόθεση «Ευρωπαϊκή Ταξινομία» θα αποτελέσει ένα από τα κεντρικά θέματα της ενεργειακής επικαιρότητας για το 2022, επιφέροντας, ταυτόχρονα, σημαντικές εξελίξεις.

Σε συνέντευξή της στο Politico, η επίτροπος ανέφερε χαρακτηριστικά πως «δεν πρόκειται να πούμε στους επενδυτές ότι πρέπει να επενδύσουν σε συγκεκριμένη μορφή ενέργειας. Το σύστημα αυτό αφορά στην ταξινόμηση και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες τα πυρηνικά και το αέριο μπορούν να προσαρμοστούν σε όρους στην κατηγορία της ταξινομίας». Πρόσθεσε δε πως «εναπόκειται στην κοινότητα των επενδυτών και σε όσους ασχολούνται με αυτές τις τεχνολογίες, να αποφασίσουν αν θα συμμορφωθούν με τα standards που θέτουμε και θα επενδύσουν».

Τα σχόλια της Επιτρόπου έρχονται ενώ το «Σώμα των Επιτρόπων» είναι έτοιμο να υπογράψει την αμφιλεγόμενη πρόταση «ταξινομίας». Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υποστηρίζει ότι η απόφαση να συμπεριληφθούν τα πυρηνικά και το αέριο είναι απαραίτητη για να διασφαλιστεί ότι η Ευρώπη θα μπορέσει να μεταβεί προς τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και να πετύχει τους κλιματικούς στόχους που έχει θέσει.

Μάλιστα καθιστώντας περαιτέρω σαφείς τις προθέσεις της Επιτροπής, η Επίτροπος δήλωσε πως «η Κομισιόν δεν πρόκειται να ξαναγράψει το κείμενο, παρά μόνο εξετάζει τις λεπτομέρειες και παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν, ώστε να γίνουν οι ανάλογες προσαρμογές όπου είναι δυνατόν». Ανέφερε χαρακτηριστικά, μεταξύ άλλων, πως πρόκειται «περισσότερο για τροποποιήσεις παρά για ξαναγράψιμο».

«Δέχομαι απολύτως πως το φυσικό αέριο είναι ένα ορυκτό καύσιμο ωστόσο είναι πολύ καλύτερο από το να συνεχίσουμε με την χρήση άνθρακα. Ομοίως, η πυρηνική ενέργεια είναι ουδέτερη εκπομπών άνθρακα», επισήμανε η επίτροπος αγνοώντας τους τεράστιους περιβαλλοντικούς κινδύνους από την πυρηνική ενέργεια, με το Τσερνομπίλ και τη Φουκουσίμα.

Ενέργεια: Πακέτο στήριξης 400 εκατ. σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις το Φεβρουάριο

Στο προσχέδιο της επιτροπής, το οποίο δημοσιεύτηκε στις 31 Δεκεμβρίου 2021, το φυσικό αέριο «αναγνωρίζεται» ως «μεταβατική» επένδυση συμβατή με την ταξινομία και επομένως προβλέπεται πράσινο φως για νέες άδειες εγκαταστάσεων που θα χορηγηθούν μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2030. Ως προς αυτές, προβλέπονται «αυστηρά κριτήρια», συμπεριλαμβανομένης της παραγωγής εκπομπών λιγότερο από 270 γραμμάτια CΟ2 ανά κιλοβατώρα και μόνο εφόσον αντικαθιστούν παραδοσιακά ορυκτά καύσιμα, όπως τον άνθρακα και το πετρέλαιο.

«Ο περιορισμός αυτός έχει προκαλέσει σφοδρές αντιδράσεις από τους ηλεκτροπαραγωγούς. Οι τελευταίοι υποστηρίζουν πως το όριο της Κομισιόν είναι ανέφικτο για τις καινούργιες μονάδες, αντιπροτείνοντας μεταβατικό όριο εκπομπών στα 340 γραμμάρια CO2 ανά παραγόμενη κιλοβατώρα» μας λέει Έλληνας τεχνοκράτης της Κομισιόν και συνεχίζει: «σήμερα οι μονάδες που κατασκευάζονται στην Ελλάδα είναι από τις πιο σύγχρονες στην Ευρώπη και εκπέμπουν γύρω στα 330-340 γραμμάρια ισοδύναμου CO2 ανά KWh».

Όπερ έδει δείξαι!

Παγκόσμια ενεργειακή μεταβίβαση: Χρειάζεται 10 τρις δολάρια το χρόνο!