Κυρίαρχη είναι η εκτίμηση ότι ο Αλέξης Τσίπρας δεν μπορεί να εκμεταλλευτεί πολιτικά την ακρίβεια και την ενεργειακή κρίση.

Η κοινωνία δεν τον εμπιστεύεται και γιαυτό τα ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ παραμένουν καθηλωμένα σε μια περίοδο που η κοινωνία είναι δικαιολογημένα οργισμένη.

Ο Αλέξης Τσίπρας παίζει το τελευταίο του χαρτί με το συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ.

Σύμφωνα με πληροφορίες, είναι αποφασισμένος να δώσει δημοψηφισματικό χαρακτήρα στην εκλογή προέδρου που θα γίνει στις 15 Μαΐου.

Βέβαια, η κίνηση αυτή εμπεριέχει ένα μεγάλο ρίσκο.

Σε περίπτωση κατά την οποία δεν καταφέρει να κινητοποιήσει περισσότερους από τριακόσιες χιλιάδες ψηφοφόρους, τότε θα χρεωθεί την αποτυχία του εγχειρήματος της εκλογής από τη βάση της ηγεσίας ενός αριστερού κόμματος.

Για να προσλάβει δημοψηφισματικό χαρακτήρα η επανεκλογή του πρέπει η συμμετοχή στις κάλπες να ξεπεράσει τις πεντακόσιες χιλιάδες ψηφοφόρους.

Ένα τέτοιο ενδεχόμενο αποκλείεται γιατί οι καταστάσεις για εγγραφή μελών θα κλείσουν πέντε ημέρες πριν την εκλογή προέδρου.

Στο προσκήνιο ο λαϊκισμός

Στην Κουμουνδούρου αντιμετωπίζουν και πρόβλημα στρατηγικής.

Παρά το γεγονός ότι είχαν αποφασίσει να κάνουν ανοίγματα στον κεντρώο χώρο, τα αποτελέσματα των γαλλικών εκλογών έφεραν στο προσκήνιο και πάλι τον λαϊκισμό.

Ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας έχει αρχίσει να αντιγράφει τον Μελανσόν, με τον οποίο είχε τις χειρότερες σχέσεις, και υπόσχεται τα πάντα στους πάντες.

Οι λεγόμενοι προεδρικοί εκτιμούν ότι θα κεφαλαιοποιήσουν πολιτικά τη λαϊκή δυσαρέσκεια, κοροϊδεύοντας για ακόμη μία φορά την κοινωνία.

Βέβαια, ο κόσμος έχει δυσάρεστη εμπειρία από την τετραετή διακυβέρνηση Τσίπρα και γιαυτό δεν συγκινείται από τον καταγγελτικό λόγο του ΣΥΡΙΖΑ, ούτε και από τις υποσχέσεις για φθηνό ρεύμα και παροχολογία.

Είναι μικρά τα ποσοστά

Ο ΣΥΡΙΖΑ, ως κύριος εκφραστής του λαϊκισμού, παραμένει καθηλωμένος και το ερώτημα που τίθεται είναι ποια θα είναι τα ποσοστά της ακροδεξιάς που σημειώνει άνοδο σε Αμερική και Ευρώπη.

Ευτυχώς για τη χώρα μας δεν υπάρχει μέχρι τώρα κάποια συγκροτημένη ακροδεξιά δύναμη.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει ακροδεξιός χώρος.

Σύμφωνα με τελευταία μέτρηση στη Βόρεια Ελλάδα, τα ακροδεξιά γκρουπούσκουλα καταγράφουν αθροιστικά ένα ποσοστό που αγγίζει το 13%.

Αυτό που απουσιάζει είναι κάποια ηγετική μορφή της ακροδεξιάς για να εκφράσει αυτό το ρεύμα.

Ο κατακερματισμένος χώρος της ακροδεξιάς αναγκαστικά μέχρι τις εκλογές θα χάσει τη δυναμική του και γιαυτό θα έχει περιορισμένη έκφραση με δύο ή τρία κόμματα, τα οποία δεν πρόκειται να συγκεντρώσουν το όριο για να μπουν στη Βουλή.