Η επίτευξη του στόχου για έλλειμμα 1,4% του ΑΕΠ αποτελεί «κόκκινη γραμμή» για την κυβέρνηση, όπως έλεγαν στελέχη της τις προηγούμενες ημέρες, με αφορμή τη συζήτηση για ενδεχόμενες μειώσεις φόρων, κυρίως ΦΠΑ στα τρόφιμα και ΕΦΚ στα καύσιμα.

Μια συζήτηση την οποία επιχείρησαν να «παγώσουν» τις προηγούμενες ημέρες με σειρά δηλώσεων, αφού πρώτα οι ίδιοι, λίγο έως πολύ, τροφοδότησαν.

Η εκτίναξη της απόδοσης των ομολόγων, με το δεκαετές να φτάνει στο 2,6% από 0,5% τον περασμένο Αύγουστο, δεν άφησε περιθώρια να συνεχιστεί το κλίμα «παροχολογίας», το οποίο εδράζεται μεν σε μια πραγματική ανάγκη, τη στήριξη των αδυνάμων από τις επιπτώσεις του πληθωρισμού, αλλά εκτρέπεται σε απειλητικά για τη δημοσιονομική σταθερότητα και τελικά αναποτελεσματικά μονοπάτια.
Όπως επισήμανε κυβερνητική πηγή, το όφελος για τα νοικοκυριά από μια μείωση του ΦΠΑ στα τρόφιμα, αν υπήρχε και δεν την απορροφούσε η εφοδιαστική αλυσίδα, θα ήταν ελάχιστα ευρώ, ενώ το κόστος για τον προϋπολογισμό τεράστιο.
Τα στελέχη της κυβέρνησης, το ένα μετά το άλλο, επανέφεραν την περασμένη εβδομάδα την τάξη. «Είναι σημαντικό να μην πριονίσουμε το κλαδί στο οποίο καθόμαστε», είπε χαρακτηριστικά ο διευθυντής του Οικονομικού Γραφείου του πρωθυπουργού, Αλέξης Πατέλης. «Θα πρέπει να μαζευόμαστε», συμφώνησε ο υπουργός Οικονομικών Χρήστος Σταϊκούρας.
Την ίδια ώρα, άλλωστε, την περασμένη εβδομάδα, τόσο το ΔΝΤ, στην έκθεσή του για την Ευρώπη, όσο και ο επίτροπος Οικονομικών Πάολο Τζεντιλόνι, σε συνέντευξή του, προειδοποιούσαν ότι οι υπερχρεωμένες χώρες, όπως η Ελλάδα, πρέπει να επιστρέψουν πλέον σε πορεία δημοσιονομικής σταθερότητας και μείωσης του χρέους τους.

«Οχι» σε χαλάρωση

Πληροφορίες αναφέρουν ότι η κεντρική κυβερνητική απόφαση που διαμηνύθηκε προς κάθε πλευρά ήταν να μην παραβιαστεί ούτε κατά το ελάχιστο ο στόχος του προϋπολογισμού. Μια πιο φιλόδοξη πρόταση να μειωθεί ακόμη περισσότερο το έλλειμμα, ώστε να δοθεί ένα θετικό μήνυμα στις αγορές και να επισπευσθεί η επίτευξη επενδυτικής βαθμίδας για τα ελληνικά ομόλογα, δεν ευδοκίμησε, ενόψει των αναγκών που δημιουργούν οι αυξήσεις των τιμών.

Αποκλείστηκε όμως και η ιδέα οποιασδήποτε χαλάρωσης, όπως θα απαιτούσαν τα μέτρα που κυκλοφορούσαν ως υποψήφια το προηγούμενο διάστημα, κυρίως η μείωση του ΦΠΑ στα τρόφιμα και του ΕΦΚ στα καύσιμα. Αν και δεν ήταν εξαρχής όλα τα κυβερνητικά στελέχη στο ίδιο μήκος κύματος, αυτή τη στιγμή φαίνεται να επικρατεί η γραμμή της συγκράτησης.

Προφανώς, τους επόμενους μήνες, ανάλογα με τις εξελίξεις στο μέτωπο του πληθωρισμού, αλλά και με τις πολιτικές επιδιώξεις του κυβερνώντος κόμματος, τα δεδομένα μπορεί να αλλάξουν. Σε κάθε περίπτωση, για το αμέσως προσεχές διάστημα οι κυβερνητικές πηγές αποκλείουν οποιεσδήποτε παρεμβάσεις και παραπέμπουν στα στοιχεία που θα δημοσιευθούν τους επόμενους μήνες προκειμένου να διαπιστωθεί αν υπάρχει δημοσιονομικός χώρος για κάτι ακόμα.
Συγκεκριμένα, παραπέμπουν στα οριστικά στοιχεία του ΑΕΠ του 2021, που θα δημοσιευθούν στις αρχές Μαρτίου, στα δημοσιονομικά αποτελέσματα του 2021, τον Απρίλιο, αλλά και στις εξελίξεις στο μέτωπο της πανδημίας και των τιμών της ενέργειας. Οπως και να ‘χει, μιλάμε για περιορισμένης κλίμακας και στοχευμένες παρεμβάσεις, αν υπάρξουν, διευκρινίζουν.

Υψηλόβαθμο στέλεχος του οικονομικού επιτελείου επισημαίνει ότι η κυβέρνηση έχει ήδη υπερβεί τις προβλέψεις του προϋπολογισμού με τη μείωση του ΕΝΦΙΑ, τις ελαφρύνσεις στους αγρότες και τις αποζημιώσεις για τις αναστολές του Ιανουαρίου, που φτάνουν συνολικά τα 360-370 εκατ. ευρώ. Ωστόσο, σημειώνουν ότι το ποσό αυτό θα καλυφθεί από τα προβλεπόμενα αυξημένα έσοδα του 2021. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, ο προϋπολογισμός του 2021 θα κλείσει με πρωτογενές έλλειμμα της τάξεως του 6,5%, έναντι πρόβλεψης για 7% του ΑΕΠ.

Σοβαρή πηγή ανησυχίας αποτελεί η εξέλιξη της τιμής του ρεύματος και η δυνατότητα να καλυφθούν τα νοικοκυριά, όπως έγινε τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο, από τους πόρους του ταμείου ενεργειακής μετάβασης. Οι εκτιμήσεις είναι ότι μετά 6-7 μήνες θα εξαντληθούν οι πόροι αυτοί και θα χρειαστεί να χρηματοδοτήσει τη στήριξη των νοικοκυριών ο προϋπολογισμός. Η ελπίδα είναι ότι τότε η ανάγκη στήριξης θα έχει κατέβει από τα 400 εκατ. ευρώ του Ιανουαρίου και τα 350 εκατ. ευρώ του Φεβρουαρίου στα 100 εκατ. ευρώ ή και λιγότερο.

Το θετικό σενάριο

Το οικονομικό επιτελείο ποντάρει στο ότι όλα τα μεγέθη του 2021 θα είναι καλύτερα από τις προβλέψεις, καθώς και το ΑΕΠ υπολογίζεται πλέον ότι αυξήθηκε πιθανότατα και πάνω από το 8,5% που εκτίμησε στις χειμωνιάτικες προβλέψεις της η Κομισιόν την Πέμπτη, έναντι πρόβλεψης προϋπολογισμού για 6,9%. Κυρίως, όμως, ποντάρει στον τουρισμό της φετινής χρονιάς.

Ενώ ο προϋπολογισμός βασίζεται στην πρόβλεψη ότι τα έσοδα θα φτάσουν στο 80% του 2019, τα στοιχεία που μετέδιδαν παράγοντες του τουρισμού στο οικονομικό επιτελείο τον Φεβρουάριο έδειχναν ότι μπορεί να φτάσει και το 100% του 2019, μιας χρονιάς ρεκόρ. «Αν γίνει αυτό, θα μιλάμε πλέον με άλλους όρους», σχολίαζε πηγή του οικονομικού επιτελείου.

Η κυβέρνηση ποντάρει επίσης στην επικείμενη νέα αύξηση του κατώτατου μισθού, την οποία θα ήθελε, αν μπορούσε, να δώσει και νωρίτερα, για να αντιμετωπίσουν οι εργαζόμενοι το κύμα των αυξήσεων, που κορυφώνεται το πρώτο τρίμηνο, σύμφωνα και με τις χειμερινές προβλέψεις της Κομισιόν.

Η άνοδος των επιτοκίων, πάντως, δεν είναι το μόνο «φρένο» στην τάση για δημοσιονομική χαλάρωση. Η κυβέρνηση έχει μπροστά της μια διαπραγμάτευση για τους στόχους των πρωτογενών πλεονασμάτων τα επόμενα χρόνια, που δεν θα διευκολυνθεί αν διαπιστωθεί δημοσιονομικός εκτροχιασμός.

Και μπορεί μεν το Politico να έγραψε την περασμένη εβδομάδα ότι η Κομισιόν σχεδιάζει να μην εφαρμόσει τον κανόνα για το χρέος τον ερχόμενο χρόνο, αλλά αυτό απλώς σημαίνει ότι δεν θα τεθούν εξωπραγματικοί και μη ρεαλιστικοί στόχοι πρωτογενών πλεονασμάτων. Οχι ότι θα συνεχιστεί η χαλάρωση της εποχής της πανδημίας.