Η μετοχή του ΟΤΕ αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα εταιρείας που, ενώ παραμένει επιχειρησιακά ισχυρή, έχει χάσει σχεδόν ολοκληρωτικά το επενδυτικό της αφήγημα. Σε μια περίοδο όπου το ελληνικό χρηματιστήριο κινείται με ορμή, προσελκύοντας ροές και ανανεωμένο ενδιαφέρον, ο ΟΤΕ δείχνει να μένει πίσω, εγκλωβισμένος σε μια ζώνη αδιαφορίας.

Η πτώση της μετοχής προς τα 16,1 ευρώ, τα αρνητικά πρόσημα από την αρχή του έτους και η υποχώρηση στην όγδοη θέση της κεφαλαιοποίησης δεν είναι τυχαία. Αντανακλούν μια βαθύτερη κόπωση των επενδυτών.

Ο βασικός λόγος είναι ότι ο ΟΤΕ έχει μετατραπεί σε μια εταιρεία «χωρίς έκπληξη». Η αγορά γνωρίζει πολύ καλά τι μπορεί και τι δεν μπορεί να προσφέρει. Τα έσοδα κινούνται σε χαμηλούς μονοψήφιους ρυθμούς, η κερδοφορία είναι σταθερή αλλά όχι αυξανόμενη και οι προοπτικές ανάπτυξης περιορισμένες.

Σε ένα χρηματιστηριακό περιβάλλον που επιβραβεύει το growth, το re-rating και τις ιστορίες μετασχηματισμού, ο ΟΤΕ αντιμετωπίζεται περισσότερο ως ώριμο utility παρά ως μετοχή με δυναμική.

Ιδιαίτερο βάρος έχει και το ανταγωνιστικό τοπίο. Η ελληνική αγορά τηλεπικοινωνιών είναι πλέον κορεσμένη. Η πίεση από τη Vodafone Ελλάδας και τη Nova, ειδικά μετά τις αλλαγές ιδιοκτησίας και τη στρατηγική σύγκλισης κινητής, σταθερής και περιεχομένου, περιορίζει τα περιθώρια τιμολογιακής ευελιξίας.

Παράλληλα, οι επενδύσεις σε δίκτυα οπτικών ινών και 5G απαιτούν υψηλά κεφάλαια, χωρίς να μεταφράζονται άμεσα σε αντίστοιχη αύξηση εσόδων. Ο ΟΤΕ συνεχίζει να επενδύει επιθετικά, αλλά η αγορά δεν «βλέπει» πότε και πώς αυτές οι επενδύσεις θα αποδώσουν ουσιαστική υπεραξία.

Ένας επιπλέον παράγοντας που αρχίζει να «ροκανίζει» το αφήγημα του ΟΤΕ και να προβληματίζει σοβαρά την αγορά είναι η είσοδος της ΔΕΗ στο πεδίο των οπτικών ινών και της τηλεφωνίας. Η ΔΕΗ, αξιοποιώντας το εκτεταμένο δίκτυο υποδομών της και τη δυνατότητα cross-selling στη βάση εκατομμυρίων πελατών ηλεκτρικής ενέργειας, επιχειρεί να δημιουργήσει έναν εναλλακτικό τηλεπικοινωνιακό πυλώνα με χαμηλότερο κόστος εισόδου.

Η ανάπτυξη FTTH δικτύου από τη ΔΕΗ, σε συνδυασμό με ανταγωνιστικά πακέτα internet και σταθερής τηλεφωνίας, δεν απειλεί άμεσα τα μεγέθη του ΟΤΕ σε απόλυτους αριθμούς, αλλά αλλάζει τη δυναμική της «πίτας» της αγοράς. Για πρώτη φορά μετά από χρόνια, ο ΟΤΕ δεν αντιμετωπίζει μόνο παραδοσιακούς τηλεπικοινωνιακούς αντιπάλους, αλλά έναν παίκτη με διαφορετικό DNA, ισχυρό ισολογισμό και στρατηγική υπομονής.

Αυτό ενισχύει τον κίνδυνο συμπίεσης τιμών στη σταθερή τηλεφωνία και στο fiber, περιορίζοντας τα περιθώρια απόσβεσης των επενδύσεων του ΟΤΕ και αυξάνοντας τον ανταγωνισμό σε μια αγορά που ήδη χαρακτηρίζεται από χαμηλή ανάπτυξη. Για τους επενδυτές, η παρουσία της ΔΕΗ λειτουργεί ως μακροπρόθεσμος αποσταθεροποιητικός παράγοντας, που δυσκολεύει ακόμη περισσότερο το re-rating της μετοχής.

Ένα ακόμη στοιχείο που βαραίνει την επενδυτική ψυχολογία γύρω από τον ΟΤΕ είναι και η μεταβατική περίοδος στη διοίκηση. Ο νέος CEO, Κώστας Νεμπής, έχει αναλάβει ένα έργο αντικειμενικά δύσκολο. Δεν καλείται απλώς να διαχειριστεί έναν ώριμο οργανισμό σε έναν πιεσμένο κλάδο, αλλά και να λειτουργήσει υπό τη σκιά μιας ισχυρής ηγετικής παρακαταθήκης.

Ο προκάτοχός του, Μιχάλης Τσαμάζ, ταύτισε το όνομά του με μια μακρά περίοδο εξυγίανσης, σταθερότητας και πειθαρχίας, στοιχεία που αναγνωρίστηκαν θετικά από την αγορά. Μέχρι στιγμής, ο Κώστας Νεμπής δεν έχει παρουσιάσει ένα σαφές νέο αφήγημα που να διαφοροποιεί στρατηγικά τον ΟΤΕ ή να δημιουργεί προσδοκίες re-rating. Η αγορά βρίσκεται σε στάση αναμονής.

Ακόμα και στο μέτωπο του μερίσματος, που παραδοσιακά αποτελούσε βασικό λόγο κατοχής της μετοχής, η εικόνα δεν ενθουσιάζει. Οι αποδόσεις κρίνονται πλέον μέτριες σε σχέση με το ρίσκο και τις εναλλακτικές επιλογές της αγοράς. Το εισόδημα από μόνο του δεν αρκεί όταν η μετοχή παραμένει στάσιμη ή υποαποδίδει.

Ένας ακόμη παράγοντας είναι η παρουσία της Deutsche Telekom στο μετοχικό κεφάλαιο. Αν και λειτουργεί ως παράγοντας σταθερότητας, ταυτόχρονα περιορίζει το σενάριο στρατηγικών κινήσεων που θα μπορούσαν να αλλάξουν δραστικά το προφίλ της εταιρείας. Το αποτέλεσμα είναι μια μετοχή «κλειδωμένη» σε συγκεκριμένο εύρος αποτίμησης.

Σε τελική ανάλυση, το πρόβλημα του ΟΤΕ δεν είναι λειτουργικό, αλλά επενδυτικό. Πρόκειται για μια υγιή, κερδοφόρα εταιρεία με σταθερές ταμειακές ροές, αλλά χωρίς σαφή καταλύτη που να δικαιολογεί αυξημένο ενδιαφέρον. Όσο το χρηματιστήριο «τρέχει» με ιστορίες ανάπτυξης και προσδοκίες, ο ΟΤΕ θα συνεχίσει να αντιμετωπίζεται ως επιλογή άμυνας και όχι επίθεσης. Και σε μια αγορά που αναζητά δυναμική, η αδιαφορία είναι συχνά πιο επικίνδυνη από τα αρνητικά νέα.

Διαβάστε ακόμη: