Δεκαέξι χρόνια μετά τη δολοφονική επίθεση στο υποκατάστημα της Marfin, οι κουκούλες έπεσαν στα Εγκληματολογικά Εργαστήρια της Ελληνικής Αστυνομίας. Οι δύο άνδρες που συνελήφθησαν και η γυναίκα που αναζητείται με διεθνές ένταλμα σύλληψης βρίσκονται πλέον αντιμέτωποι με τη Δικαιοσύνη για ένα έγκλημα που σημάδεψε τη νεότερη ελληνική Ιστορία και παρέμενε επί σειρά ετών μια ανοιχτή πληγή για τη Δημοκρατία.

Η Αγγελική Παπαθανασοπούλου, ο Επαμεινώνδας Τσακάλης και η Παρασκευή Ζούλια έχασαν τη ζωή τους στις 5 Μαΐου 2010, όταν κουκουλοφόροι πέταξαν βόμβες μολότοφ στο υποκατάστημα της τράπεζας στην οδό Σταδίου, ενώ στο εσωτερικό του βρίσκονταν περίπου 20 εργαζόμενοι. Η Αγγελική Παπαθανασοπούλου ήταν έγκυος.

Η υπόθεση επιστρέφει πλέον ενώπιον της Δικαιοσύνης με νέα στοιχεία, νέα τεχνολογικά εργαλεία και μια έρευνα η οποία επιχειρεί να αποδώσει ευθύνες μόλις τέσσερα χρόνια πριν από τη συμπλήρωση της 20ετίας, που αποτελεί το όριο παραγραφής για το έγκλημα.

Οι φωτογραφίες που άνοιξαν ξανά τον φάκελο

Καθοριστικό ρόλο στην ταυτοποίηση των κατηγορουμένων φαίνεται ότι διαδραμάτισε φωτογραφικό υλικό που έφτασε ανώνυμα στις διωκτικές αρχές πριν από περίπου πέντε χρόνια.

Στις φωτογραφίες απεικονιζόταν μια παρέα 12 ατόμων, συνοδευόμενη από την πληροφορία ότι επρόκειτο για την ομάδα που είχε εμπλακεί στην επίθεση στη Marfin. Πρόσωπα της ίδιας παρέας είχαν εντοπιστεί και σε φωτογραφίες που βρέθηκαν το 2020 σε υπολογιστή προσώπου από τον αντεξουσιαστικό χώρο.

Οι συγκεκριμένες εικόνες είχαν τραβηχτεί σε διακοπές το 2009, έναν χρόνο πριν από το έγκλημα. Ωστόσο, οι αστυνομικοί παρατήρησαν μια σειρά από χαρακτηριστικά αντικείμενα: καπέλα, παπούτσια, γυαλιά και κυρίως σακίδια ζωγραφισμένα στο χέρι, τα οποία λόγω της μοναδικότητάς τους λειτούργησαν ως προσωπικές «ταυτότητες».

Τα ίδια αντικείμενα εμφανίζονταν και σε πρόσωπα που είχαν καταγραφεί από κάμερες και φωτογραφικά στιγμιότυπα στη διαδήλωση της 5ης Μαΐου 2010.

Η τεχνολογία «διάβασε» τους κουκουλοφόρους

Η ουσιαστική ανατροπή στην έρευνα ήρθε από τη συστηματική επανεξέταση του παλαιού υλικού με σύγχρονα τεχνολογικά μέσα.

Η Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών απέκτησε νέο λογισμικό, το οποίο διαθέτει και δυνατότητες τεχνητής νοημοσύνης. Μέσω αυτού κατέστη δυνατή η ανάλυση βιομετρικών χαρακτηριστικών των κουκουλοφόρων, ακόμη και όταν τα πρόσωπά τους δεν ήταν πλήρως ορατά.

Οι ειδικοί εξέτασαν στοιχεία όπως το ύψος, ο σωματότυπος, το βάδισμα, η απόσταση μεταξύ των ματιών, το σχήμα της μύτης και των αυτιών. Τα δεδομένα αυτά συνδυάστηκαν με τα ρούχα και τα προσωπικά αντικείμενα που είχαν καταγραφεί τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια της επίθεσης.

Έτσι, οι κουκούλες απέκτησαν σταδιακά πρόσωπο, όνομα και ταυτότητα.

Από την ανάλυση προέκυψε ότι από την ομάδα των 12 ατόμων, πέντε φέρεται να συμμετείχαν άμεσα στην επίθεση στην τράπεζα, ενώ τρία πρόσωπα κατηγορούνται ότι πέταξαν τις πέντε μολότοφ που προκάλεσαν τη φονική πυρκαγιά.

Το υλικό από τις 90 κάμερες

Από τις πρώτες ημέρες μετά την επίθεση, η Αστυνομία είχε συγκεντρώσει υλικό από τουλάχιστον 90 κάμερες καταστημάτων και συστημάτων της Τροχαίας στο κέντρο της Αθήνας.

Έλειπε, ωστόσο, το πλέον κρίσιμο υλικό: οι καταγραφές από τις κάμερες της ίδιας της τράπεζας, οι οποίες καταστράφηκαν από τη φωτιά.

Οι αρχές είχαν επίσης στη διάθεσή τους δεκάδες μαρτυρίες, φωτογραφίες που είχαν δημοσιευθεί την ίδια ημέρα και βίντεο από τη διαδρομή ομάδας κουκουλοφόρων. Η συγκεκριμένη ομάδα φέρεται να ξεκίνησε από την περιοχή του Αρχαιολογικού Μουσείου, να κινήθηκε προς τη Σταδίου και στη συνέχεια να συμμετείχε σε επεισόδια και καταστροφές μέχρι τη λεωφόρο Συγγρού.

Παρά τον όγκο του υλικού, οι δυνατότητες της εποχής δεν επέτρεπαν μια ταυτοποίηση που να μπορεί να σταθεί χωρίς αμφισβήτηση ενώπιον δικαστηρίου.

Η έρευνα ουσιαστικά χρειάστηκε να περιμένει την τεχνολογία.

Οι δύο αθωώσεις και το βάρος του προηγουμένου

Η επιφυλακτικότητα απέναντι στα νέα στοιχεία είναι αναμενόμενη, καθώς δύο άνθρωποι είχαν ήδη οδηγηθεί στο παρελθόν ενώπιον της Δικαιοσύνης για τη Marfin και την επίθεση στον «Ιανό».

Η σχετική δικογραφία είχε σχηματιστεί το 2013. Το 2016, όμως, και οι δύο κατηγορούμενοι αθωώθηκαν, καθώς δεν αποδείχθηκε η συμμετοχή τους.

Μάλιστα, για τον έναν αποδείχθηκε ότι δεν βρισκόταν καν στη διαδήλωση, ενώ ο δεύτερος είχε υποστηρίξει ότι έφτασε έξω από την τράπεζα αφού είχε ήδη ξεσπάσει η φωτιά και ενώ πολίτες προσπαθούσαν να τη σβήσουν ακόμη και με μπουκάλια νερού.

Η δικαστική εκείνη εξέλιξη επανέφερε τη Marfin στον κατάλογο των ανεξιχνίαστων εγκλημάτων και εξηγεί γιατί σήμερα τόσο οι επιζώντες όσο και οι αρχές αντιμετωπίζουν τη νέα δικογραφία με ιδιαίτερη προσοχή.

Η Δικαιοσύνη παραμένει ο μοναδικός τελικός κριτής για την αξιολόγηση των στοιχείων και την ενοχή ή μη των κατηγορουμένων.

«Θέλω να δω ποιοι έκαψαν ανθρώπους»

Συγκλονιστική παραμένει η μαρτυρία της Μαρίας Καραγιάννη, της εργαζόμενης που είχε καταγραφεί στο μπαλκόνι της Marfin με το πρόσωπό της μαυρισμένο από τους καπνούς, ζητώντας βοήθεια.

Η ίδια δήλωσε ότι θέλει να δει ποιοι ήταν εκείνοι που έριξαν τις μολότοφ, παρότι οι εργαζόμενοι τους εκλιπαρούσαν να σταματήσουν και τους φώναζαν ότι μέσα βρίσκονταν άνθρωποι.

Παράλληλα, εμφανίστηκε επιφυλακτική, περιμένοντας να παρουσιαστούν τα στοιχεία που θα αποδεικνύουν την ευθύνη των κατηγορουμένων. Η στάση της αποτυπώνει τόσο την ανάγκη για δικαιοσύνη όσο και τον φόβο μιας ακόμη δικαστικής αποτυχίας.

Οι τρεις εργαζόμενοι έχασαν τη ζωή τους από ασφυξία, καθώς οι καπνοί εξαπλώθηκαν ταχύτατα στο εσωτερικό του κτιρίου. Άλλοι συνάδελφοί τους κατάφεραν να σωθούν βγαίνοντας στα μπαλκόνια ή περνώντας στο διπλανό κτίριο, αφού έσπασαν τζάμια.

Η επανεκκίνηση της έρευνας

Η υπόθεση επανήλθε στο προσκήνιο το 2019, όταν αποφασίστηκε η εντατικοποίηση και η συστηματοποίηση της έρευνας.

Το τελευταίο επτάμηνο, στελέχη της Δίωξης Οργανωμένου Εγκλήματος, του λεγόμενου ελληνικού FBI και των Εγκληματολογικών Εργαστηρίων επανεξέτασαν ονόματα, φωτογραφίες, παλιές δικογραφίες κατά αγνώστων και μαρτυρικές καταθέσεις.

Οι δύο άνδρες που συνελήφθησαν ήταν 26 ετών το 2010, ενώ η γυναίκα που αναζητείται ήταν τότε 30 ετών. Σύμφωνα με τις πληροφορίες, η τελευταία κατοικεί εδώ και τουλάχιστον έξι χρόνια στο Λονδίνο και οι ελληνικές αρχές έχουν ενημερώσει τις βρετανικές αρχές.

Οι δύο συλληφθέντες φέρονται να παρέμειναν στον αντεξουσιαστικό χώρο, χωρίς ιδιαίτερα έντονη δραστηριότητα, ενώ η καταζητούμενη λέγεται ότι είχε αποστασιοποιηθεί μετά τη Marfin.

«Τραγωδία χωρίς κάθαρση είναι στίγμα για τη Δημοκρατία»

Ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη Μιχάλης Χρυσοχοΐδης χαρακτήρισε τη δολοφονία των τριών εργαζομένων έγκλημα που δεν παραγράφηκε ποτέ στη συλλογική μνήμη.

Όπως σημείωσε, ένα έγκλημα χωρίς τιμωρία και μια τραγωδία χωρίς κάθαρση αποτελούν στίγμα για τη Δημοκρατία και ασήκωτο βάρος για τους συγγενείς των θυμάτων.

Η παραπομπή των υπόπτων, σύμφωνα με τον ίδιο, αποτελεί δικαίωση της επιμονής των αρχών, αλλά και μια νίκη της Δημοκρατίας απέναντι στην τυφλή βία και τον φανατισμό.

Η Marfin δεν ήταν ένα ακόμη περιστατικό βίας μέσα σε μια ταραγμένη περίοδο. Ήταν το σημείο όπου η πολιτική ένταση, η κοινωνική οργή και η τυφλή δράση κουκουλοφόρων κατέληξαν στη δολοφονία τριών αθώων ανθρώπων.

Δεκαέξι χρόνια αργότερα, η ελληνική Πολιτεία επιχειρεί να κλείσει έναν λογαριασμό που παρέμενε ανοιχτός. Όχι με συνθήματα, ούτε με πολιτικές ερμηνείες, αλλά με στοιχεία, τεχνολογία και δικαστική κρίση.

Διαβάστε ακόμη: