«We are the knights who say… Ni, Ni, Ni». Αν δεν αναγνωρίζετε αυτή τη φράση, ίσως θα πρέπει να αναρωτηθείτε αν είστε και οπαδοί της καλής κινηματογραφικής κωμωδίας. Από την άλλη, όσοι πιάσατε το νόημα με την πρώτη ανάγνωση, τότε πραγματικά μπράβο! Για να λυθούν οι τυχόν υπάρχουσες απορίες η φράση προέρχεται από την θρυλική ταινία των Monty Python’s, «Monty Python and The Holy Grail», που αποτελεί αναμφίβολα μια από τις κορυφαίες και ξεκαρδιστικότερες κωμωδίες όλων των εποχών.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Οι Monty Python ήταν ένα γκρουπάκι Βρετανών κωμικών ηθοποιών που πρωταγωνιστούσαν στο ξεκαρδιστικό comedy show του BBC «Monty Python Flying Circus», που βγήκε για πρώτη φορά στον τηλεοπτικό αέρα τον Οκτώβριο του  1969.

Η διάσημη και πολύ επιδραστική εκπομπή στην pop κουλτούρα των 60’s και 70’s ήταν ιδιαίτερα αγαπητή για το αιχμηρό της χιούμορ, τον σουρεαλισμό και τα ξεκαρδιστικά υπονοούμενα, όλα γραμμένα από την ίδια ομάδα που συνέλαβε και την ιδέα και φυσικά πρωταγωνιστούσε και σε όλους τους ρόλους.

Οι Graham Chapman, John Cleese, Terry Gilliam, Eric Idle, Terry Jones και Michael Palin, πάντα σε μεγάλα κέφια κατέληξαν να γίνουν με τον καιρό τόσο αξιομνημόνευτοι στον χώρο της κωμωδίας, που πολλοί συνέκριναν τον αντίκτυπο τους στον χώρο με αυτόν των The Beatles στην μουσική! Υπήρχε φυσικά και σύνδεση με τους Beatles αφού ο George Harrison έχει υπάρξει παραγωγός σε κάποιες ταινίες τους, ενώ οι Monty Python τραγούδησαν στην κηδεία του διάσημου σκαθαριού το «Always look on the bright side of life».

Το γεγονός ότι επιμελούνταν οι ίδιοι όλα τα κομμάτια τους παζλ, δηλαδή του performance τους, τους διευκόλυνε στον πειραματισμό, τη μορφή αλλά και το περιεχόμενο του show, με αποτέλεσμα να αλλάξουν άρδην τον τρόπο που οι performers διασκέδαζαν τον κόσμο μέχρι τότε.

Οι καινοτομίες που εισήγαγαν στον χώρο ήταν πολλές, μεταξύ άλλων και το γνωστό «cold open», όπου η δράση ξεκινούσε πολύ πριν προβληθούν στην οθόνη οι τίτλοι αρχής, αλλά και το κολάζ από stop motion animations, πολλά από τα οποία προέρχονταν από διάσημους πίνακες της βικτωριανής εποχής και όχι μόνο. Άλλο ένα από τα χαρακτηριστικά που έκαναν το show τόσο δημοφιλές, ήταν και το γεγονός ότι οι ίδιοι επέλεγαν να παίξουν και τους γυναικείους ρόλους, φορώντας φουστάνια και λεπταίνοντας την φωνή τους σε τέτοιο βαθμό, που η χροιά και μόνο σου προκαλούσε νευρικό γέλιο, ακόμα και πριν προλάβεις να ακούσεις τη ατάκα.

Αργότερα, μάλιστα, χρησιμοποίησαν την ιδέα ανταλλαγής φύλων και ρόλων στο εντελώς ανάποδο, βάζοντας γυναίκες να υποδυθούν άντρες, όπως στην ταινία «The life of Brian». Κάπου ανάμεσα στο τέλος της δεύτερης σεζόν και την αρχή της τρίτης τα προβλήματα άρχισαν να εμφανίζονται στην ομάδα, με αποτέλεσμα ο John Cleese να αποχωρήσει, ισχυριζόμενος ότι δεν είχε πλέον κάτι καινούριο να προσφέρει στο «Flying Circus».

Επιπλέον, η συνεργασία με τον Chapman, ο οποίος βρισκόταν στα πρόθυρα του αλκοολισμού, είχε αρχίσει να καθίσταται αδύνατη. Η υπόλοιπη ομάδα τότε, μετά βίας καταφέρνει να «τσουλήσει» την εκπομπή μέχρι το τέλος της σεζόν προτού ζητήσουν την παύση του προγράμματος το 1974. Εκείνη την περίοδο, το πρόγραμμα άρχισε να προβάλλεται και στις Ηνωμένες Πολιτείες, χαρίζοντάς τους ακόμα μεγαλύτερη αναγνωρισιμότητα και διευρύνοντας  το γνήσιο βρετανικό χιούμορ τους και στην άλλη άκρη του Ατλαντικού.

Η πορεία στον κινηματογράφο

Φυσικά, το «Flying Circus» μπορεί να αποτέλεσε ένα τεράστιο κομμάτι της καριέρας των «Πυθώνων» και να ήταν αυτό που τους καθιέρωσε στο χώρο και τους έδωσε την δυνατότητα να ξετυλίξουν το ταλέντο τους, όμως ένα πολύ σημαντικό κομμάτι της πορείας τους αποτέλεσε και ο κινηματογράφος.

Οι ταινίες που γύρισαν συνολικά σε όλη την διάρκεια της καριέρας τους, ως ομάδα πάντα, ήταν μόνο πέντε, η επίδραση όμως που άσκησαν στον κινηματογραφικό χώρο, αλλά και η θέση που έχουν καταβάλει στις καρδιές των φίλων του καλού σινεμά είναι ανεκτίμητες. Συγκεκριμένα, το εντυπωσιακό με τις ταινίες αυτές είναι ότι αγγίζουν ακόμα και την νέα γενιά, παιδιά που τις βλέπουν και «κλαίνε» από τα γέλια, ακόμα κι αν δεν συμβαδίζουν με την εποχή που μεγαλώνουν.

Η πρώτη τους κινηματογραφική απόπειρα ήρθε το 1971 με την ταινία «And Now for Something Completely Different», που δεν στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία, καθώς ο πολύ χαμηλός προϋπολογισμός και η αναπαραγωγή των σκηνών που είχαν ξαναπαιχτεί στο Flying Circus, σε νέα σύνθεση βέβαια, δεν συγκίνησε ιδιαίτερα. Δεν άργησαν πολύ να πάρουν μπρος όμως και το 1975 εγένετο  το μοναδικό αριστούργημα «Monty Python and The Holy Grail». Για πρώτη φορά εκείνη την περίοδο τολμούν να ξεκινήσουν ένα project με τελείως καινούργιο υλικό, που να μην θυμίζει σε τίποτα την τηλεοπτική τους πορεία.

Η ταινία βασιζόταν σε έναν θρύλο γύρω από το πρόσωπο του Βασιλιά Αρθούρου, με τον Chapman να «κεντάει» στον ομώνυμο ρόλο και την υπόλοιπη ομάδα να εναλλάσσεται συνεχώς σε διάφορους ρόλους μέσα στην ταινία.  Λίγα χρόνια αργότερα, το 1979, σα να μην τους έφτανε η πρώτη επιτυχία, δημιουργούν και το δεύτερο αριστούργημά τους «Monty Python’s Life of Brian».  Στην πραγματικότητα η έντονη επιμονή των ρεπόρτερ και του τύπου για μια νέα ταινία, στον απόηχο της επιτυχίας της αμέσως προηγούμενης, τους οδήγησε στην ιδέα για την δημιουργία της.

Αν και η ταινία λογοκρίθηκε αρκετά, όπως και κάθε ανάλογη που διαπραγματεύεται θέματα με τον Ιησού ή την θρησκεία άλλωστε, φιγουράρει στην πρώτη θέση πολλών λιστών με τις καλύτερες κωμωδίες, ακόμα και ταινίες όλων των εποχών. Οι δύο επόμενες ταινίες, «Monty Python Live at the Hollywood Bowl» και «Monty Python’s The Meaning of Life», ήρθαν το 1982 και 1983 αντίστοιχα. Η τελευταία τους  ταινία, αποτελεί ίσως την σκοτεινότερη δουλειά τους, εμπεριέχοντας άπλετο black humor, γαρνιρισμένο με σκηνές πρωτοφανούς βίας για τα δεδομένα τους.

Στο διάστημα από την τελευταία τους ταινία ως ομάδα και έπειτα, τα περισσότερα μέλη ακολούθησαν και σόλο πορεία, στην τηλεόραση, το θέατρο και τον κινηματογράφο, με τον John Cleese να παραμένει η πιο αναγνωρίσιμη φιγούρα, μέχρι σήμερα. Πολλοί μάλιστα μπορεί να τον θυμάστε ως “Q” σε πολλές ταινίες του James Bond.