Η διατήρηση της αναπτυξιακής δυναμικής της ελληνικής οικονομίας, καθώς και της δημοσιονομικής σταθερότητας, εν μέσω διεθνών αναταράξεων, αποτελεί το μεγάλο ζητούμενο για τους φορείς άσκησης της οικονομικής πολιτικής τα επόμενα χρόνια.
Οι θετικές μακροοικονομικές και δημοσιονομικές επιδόσεις, η ανθεκτικότητα απέναντι στο περιβάλλον διεθνούς αβεβαιότητας, τα αναπτυξιακά «αναχώματα», οι εσωτερικές και εξωτερικές προκλήσεις, αλλά και οι διαρθρωτικές αδυναμίες, συνθέτουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο καλείται να κινηθεί η ελληνική οικονομία.
Πριν από λίγες μέρες, ο κρατικός προϋπολογισμός του 2026 υπερψηφίστηκε από την Ολομέλεια της Βουλής. Ένας προϋπολογισμός που, κατά την κυβέρνηση τουλάχιστον, αποτυπώνει με σαφήνεια την εικόνα μιας οικονομίας που έχει αφήσει πίσω της την αβεβαιότητα και βαδίζει πλέον σε τροχιά σταθερής και διατηρήσιμης ανάπτυξης, με ρυθμούς που υπερβαίνουν συστηματικά τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Από την πλευρά του, το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή (ΓΠΚΒ), στη δική του αξιολόγηση σημειώνει ότι ο προϋπολογισμός του 2026 ευθυγραμμίζεται πλήρως με τους νέους δημοσιονομικούς κανόνες της ΕΕ. Η συνέχιση της συνετής και αξιόπιστης δημοσιονομικής πολιτικής αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για τη διατηρήσιμη μακροχρόνια ανάπτυξη της οικονομίας προς όφελος των πολιτών.
Το ΓΠΚΒ συστήνει μάλιστα ως πρώτη προτεραιότητα την ταχεία μείωση του δημοσίου χρέους, καθώς υπάρχουν ευνοϊκές προϋποθέσεις μέσω της ανάπτυξης, της διεύρυνσης της φορολογικής βάσης και της δυνατότητας πρόωρης αποπληρωμής των ακριβότερων δανείων του επίσημου τομέα. Και αυτό γιατί η ελληνική οικονομία πρέπει να παραμείνει διαφυλαγμένη από τις δημοσιονομικές προκλήσεις που αντιμετωπίζουν μεγάλες οικονομίες της Ευρώπης και οι οποίες εξακολουθούν να ταλανίζουν την παγκόσμια οικονομία.
Η ελληνική οικονομία, με οδηγό τις καλές δημοσιονομικές επιδόσεις, παραμένει ανθεκτική στις διεθνείς αναταράξεις, εκπέμποντας σταθερότητα. Ωστόσο, η δημοσιονομική σύνεση και σταθερότητα πρέπει να συνδυασθεί με την ταχεία εφαρμογή μεταρρυθμίσεων και τη διατήρηση και ενίσχυση της δυναμικής των παραγωγικών επενδύσεων που ενσωματώνουν νέες τεχνολογίες, παράγοντες κρίσιμης σημασίας ώστε ο ρυθμός ανάπτυξης να επιταχυνθεί μέσω της παραγωγικότητας με συστηματικό και διατηρήσιμο τρόπο στο μέλλον.
Οι προβλέψεις του προϋπολογισμού
Σύμφωνα με το ΓΠΚΒ, το μακροοικονομικό σενάριο του προϋπολογισμού 2026 προβλέπει μεγέθυνση του ΑΕΠ 2,2% για το 2025 και 2,4% για το 2026, ενώ ο πληθωρισμός, βάσει του εναρμονισμένου δείκτη τιμών καταναλωτή, αναμένεται να διαμορφωθεί στο 3,0% το 2025 και 2,2% το 2026. Η πρόβλεψη για τον ρυθμό μεγέθυνσης του ΑΕΠ για το 2025 είναι σε συμφωνία με αυτή του Γραφείου, όπως έχει επικαιροποιηθεί στην τελευταία του έκθεση.
Η πρόβλεψη για τον ρυθμό μεγέθυνσης του ΑΕΠ το 2026 (2,4%) είναι συνεπής με τις παραδοχές του προϋπολογισμού και αναγνωρίζει σημαντικές γεωπολιτικές αβεβαιότητες ενός εξαιρετικά ευμετάβλητου διεθνούς περιβάλλοντος. Η πρόβλεψη για την ανάπτυξη στηρίζεται στην ισχυρή αύξηση των επενδύσεων παγίου κεφαλαίου και της ιδιωτικής κατανάλωσης.
Σε ό,τι αφορά τα δημοσιονομικά μεγέθη, προβλέπεται διατήρηση σε υψηλά επίπεδα του πρωτογενούς αποτελέσματος του ισοζυγίου της Γενικής Κυβέρνησης ως ποσοστό του ΑΕΠ. Συγκεκριμένα, το πρωτογενές πλεόνασμα 4,7% του ΑΕΠ το 2024 εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί σε 3,7% το 2025 και 2,8% το 2026.
Για το 2025, η αύξηση των εσόδων εκτιμάται στο 7,0% και των δαπανών στο 8,1%, ενώ για το 2026 στο 3,6% και 4,8% αντίστοιχα. Σημειώνεται ότι η εκτίμηση πρωτογενούς πλεονάσματος για το 2025 υπερβαίνει σημαντικά τόσο το ΜΔΣ 2025-2028 όσο και την πρόβλεψη του περσινού Προϋπολογισμού. Το συνολικό δημοσιονομικό αποτέλεσμα εκτιμάται σε πλεόνασμα 0,6% του ΑΕΠ το 2025 και έλλειμμα -0,2% το 2026.
Θετικές επιδράσεις και κίνδυνοι
Από την άλλη, το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή (ΓΠΚΒ) αναγνωρίζει τόσο θετικές προοπτικές όσο και κινδύνους που ενδέχεται να επηρεάσουν τον ρυθμό μεγέθυνσης της οικονομίας, συμπαρασύροντας και το δημοσιονομικό αποτέλεσμα για το 2026.
Σε ό,τι αφορά τις θετικές προοπτικές, αυτές πηγάζουν από:
• Τα μέτρα που εξαγγέλθηκαν στη ΔΕΘ 2025 (φορολογικές ελαφρύνσεις, στήριξη μισθωτών και συνταξιούχων, ενίσχυση απομακρυσμένων περιοχών), τα οποία αναμένεται να βελτιώσουν το διαθέσιμο εισόδημα και να στηρίξουν την περαιτέρω αύξηση της απασχόλησης και της κατανάλωσης.
• Την ισχυρή τουριστική χρονιά του 2025 και τη διεύρυνση της τουριστικής περιόδου, που ενισχύουν την εξωστρέφεια της ελληνικής οικονομίας και συμβάλλουν στην αύξηση των εξαγωγικών εσόδων.
• Την πρόοδο στην πράσινη και ψηφιακή μετάβαση, με αξιοποίηση ευρωπαϊκών πόρων (RRF, STEP), η οποία δημιουργεί νέες επενδυτικές ευκαιρίες σε ενέργεια, υποδομές και τεχνολογική καινοτομία.
• Την αναμενόμενη διάχυση των επιδράσεων από τα επενδυτικά έργα μέσω του δανειακού σκέλους του ΤΑΑ και την αύξηση του συνολικού ΠΔΕ το 2026.
• Την περαιτέρω διεύρυνση της φορολογικής βάσης μέσω της καθολικής εφαρμογής των μέτρων φορολογικής συμμόρφωσης, που θα συμβάλει στη δημιουργία επιπλέον δημοσιονομικού χώρου στο μέλλον.
Από την άλλη πλευρά, οι σημαντικότεροι κίνδυνοι για την πορεία της ελληνικής οικονομίας πηγάζουν από:
• Την παρατεταμένη αβεβαιότητα στις διεθνείς αγορές ενέργειας και τις γεωπολιτικές εντάσεις, που συνεχίζουν να αποτελούν σημαντική πηγή κινδύνου για τον πληθωρισμό και την ενεργειακή ασφάλεια.
• Ενδεχόμενη επιβράδυνση της ευρωπαϊκής οικονομίας ή συνεχιζόμενη ανατίμηση του ευρώ, που θα επηρεάσει αρνητικά την εξωτερική ζήτηση για τις ελληνικές εξαγωγές.
• Πιθανή όξυνση των γεωπολιτικών και εμπορικών εντάσεων, που επιβαρύνει το επενδυτικό κλίμα προκαλώντας καθυστερήσεις σε προγραμματισμένες επενδύσεις.
• Την πιθανότητα καθυστερήσεων στην υλοποίηση επενδύσεων του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης, που μπορεί να ανακόψει τη βραχυπρόθεσμη αναπτυξιακή ώθηση.
Σύμφωνα με την αξιολόγηση του ΓΠΚΒ, η στάθμιση των ανωτέρω θετικών και αρνητικών παραγόντων συνηγορεί σε ένα εύρος πρόβλεψης για την ανάπτυξη της οικονομίας το 2026 μεταξύ 1,9% και 2,6%, με βασική εκτίμηση 2,1%. Η επικράτηση των θετικών παραγόντων θα καθιστούσε πιο πιθανή μια δυναμικότερη αναπτυξιακή επίδοση, πλησίον του ανώτερου ορίου του εύρους.
Οι οικονομικές προκλήσεις
Από την πλευρά του, το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο (ΕΔΣ), στη Φθινοπωρινή Έκθεση 2025, σημειώνει ότι, παρά τη συνεχιζόμενη βελτίωση της αγοράς εργασίας, με την ανεργία να διαμορφώνεται στο 8,1% τον Αύγουστο του 2025 και να αναμένεται να υποχωρήσει στο 7,6% μέχρι το τέλος του έτους, αυτή παραμένει υψηλότερη από τον μέσο όρο της ΕΕ, αντανακλώντας δομικές αδυναμίες.
Παράλληλα, ο καθαρός μέσος μηνιαίος μισθός, προσαρμοσμένος στο κόστος ζωής, αν και έχει αυξηθεί, παραμένει σημαντικά χαμηλότερος σε σχέση με άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η περαιτέρω ενίσχυση των πραγματικών μισθών, σε συνδυασμό με τη βελτίωση της παραγωγικότητας, θα ήταν ιδιαίτερα ωφέλιμη τόσο για τα νοικοκυριά όσο και για την οικονομία συνολικά. Πέρα από την ανεργία, και άλλα μακροοικονομικά μεγέθη αναδεικνύουν τις διαρθρωτικές προκλήσεις της ελληνικής οικονομίας: το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, η χαμηλή παραγωγικότητα και τα περιορισμένα ποσοστά αποταμίευσης.
Η εξάρτηση από εισαγόμενα προϊόντα και ενέργεια, σε συνδυασμό με τις χαμηλής προστιθέμενης αξίας εξαγωγές, ασκούν πίεση στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Παράλληλα, η υστέρηση της παραγωγικότητας έναντι της Ευρώπης καθιστά αναγκαίες μεταρρυθμίσεις για την ενίσχυση του δυνητικού προϊόντος.
Το παραγωγικό μοντέλο, που στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην ιδιωτική κατανάλωση, έχει οδηγήσει σε χαμηλά επίπεδα αποταμίευσης, ανεπαρκή για τη χρηματοδότηση επενδύσεων, ιδιαίτερα καθώς μειώνεται σταδιακά η συμβολή του ΤΑΑ. Οι χρόνιες αυτές αδυναμίες περιορίζουν την ανθεκτικότητα και τη δυναμική της οικονομίας, ιδίως σε περιόδους έντονης αβεβαιότητας.
Οι βασικές εγχώριες αδυναμίες
Το ΕΔΣ επισημαίνει ότι, παρά τη σημαντική πρόοδο των τελευταίων ετών, η οικονομική δραστηριότητα εξακολουθεί να υπολείπεται των επιπέδων πριν από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση και την ελληνική κρίση χρέους, καθώς η πλήρης επαναφορά του ΑΕΠ στα προ κρίσης επίπεδα δεν έχει ακόμη επιτευχθεί.
Παρά τη βελτίωση μετά το 2018, και ειδικά μετά την περίοδο 2009-2016, εξακολουθούν να υφίστανται σημαντικές ανισορροπίες σε βασικά μακροοικονομικά μεγέθη. Η παραγωγικότητα εργασίας, οι πραγματικοί μισθοί, το ποσοστό επενδύσεων, το ποσοστό αποταμίευσης, αλλά και το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, παραμένουν δυσμενέστερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Παράλληλα, καταγράφονται δυσλειτουργίες στον κρατικό τομέα, όπως στη δικαιοσύνη, την παιδεία και την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, ενώ το δημόσιο χρέος, παρά τη σημαντική μείωσή του, εξακολουθεί να είναι το υψηλότερο στην ΕΕ.
Αναγκαίες μεταρρυθμίσεις
Οι παραπάνω ανισορροπίες αποτελούν απόρροια χρόνιων διαρθρωτικών προβλημάτων. Η βελτίωσή τους θα κρίνει τις μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες προοπτικές ανάπτυξης, ιδίως μετά το πέρας των πόρων του ΤΑΑ.
Κατά το ΕΔΣ, είναι επιτακτική η ανάγκη για δομικές μεταρρυθμίσεις που θα αυξήσουν το δυνητικό προϊόν. Απαιτείται ενίσχυση της εκπαίδευσης και της επαγγελματικής κατάρτισης, με έμφαση στις ψηφιακές δεξιότητες, καθώς και χρηματοδότηση της έρευνας και τεχνολογίας (R&D) και των υποδομών.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η εμβάθυνση των μεταρρυθμίσεων για την άρση εμποδίων στον ανταγωνισμό και τη βελτίωση της αποδοτικότητας του δημόσιου τομέα.
Οι εξωτερικές πιέσεις
Τέλος, το διεθνές περιβάλλον χαρακτηρίζεται από γεωπολιτική αστάθεια, αβεβαιότητα στο διεθνές εμπόριο και αναιμική ευρωπαϊκή ανάπτυξη, παράγοντες που επηρεάζουν αρνητικά την ελληνική οικονομία, άμεσα ή έμμεσα, δεδομένης της εξάρτησης από τις ευρωπαϊκές αγορές.
Οι εξελίξεις αυτές ενισχύουν την ανάγκη για ένα συνεκτικό και ορθολογικό μακροοικονομικό πλαίσιο, πλήρως εναρμονισμένο με τους ευρωπαϊκούς κανόνες. Η δημοσιονομική υπευθυνότητα, η αποτελεσματική αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων και η αποφασιστική υλοποίηση μεταρρυθμίσεων δεν αποτελούν απλώς τεχνοκρατικές επιλογές, αλλά τον βασικό δρόμο προς μια πιο ανθεκτική οικονομία, ικανή να προσφέρει σταθερότητα, ανάπτυξη και κοινωνική ευημερία σε βάθος χρόνου.
Διαβάστε ακόμη:
- Αποκάλυψη: Χειροτονείται διάκος ο γιος Καρλούτσου στο «φιλικό» Μεξικό
- Όταν η πολιτική εξελίσσεται σε φάρσα: η ανάρτηση της Καρυστιανού που ξεπέρασε κάθε όριο
- Οι κάλπες καραδοκούν: Ο εκλογικός νόμος των αποδήμων και το στοίχημα του φθινοπώρου
- Η άστοχη επίθεση Ανδρουλάκη: Η Κεφαλογιάννη και ένα αχρείαστο μέτωπο με ισχυρά συμφέροντα