Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δεν θεωρεί ότι απαιτείται, προς το παρόν, μια πιο επιθετική αντίδραση στη νομισματική πολιτική εξαιτίας των αναταράξεων που προκαλεί η κρίση στη Μέση Ανατολή, καθώς ο πληθωρισμός αναμένεται να επιστρέψει στον στόχο μεσοπρόθεσμα, υποστήριξε η Κριστίν Λαγκάρντ.

Καταθέτοντας ενώπιον της επιτροπής Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η πρόεδρος της ΕΚΤ επεσήμανε ότι, παρά τη νέα πληθωριστική πίεση που συνδέεται με τις γεωπολιτικές εξελίξεις, οι αξιωματούχοι της κεντρικής τράπεζας δεν διαπιστώνουν μέχρι στιγμής στοιχεία που να δικαιολογούν μια πιο δυναμική σύσφιξη της πολιτικής.

«Δεν βλέπουμε ακόμη ενδείξεις αποσταθεροποίησης των πληθωριστικών προσδοκιών ή δευτερογενών επιδράσεων που να δικαιολογούν μια πιο ισχυρή αντίδραση πολιτικής στο παρόν στάδιο», δήλωσε χαρακτηριστικά.

Η εκτίμηση για τον πληθωρισμό και η διαφορετική εικόνα από το 2022

Σημείωσε δε, ότι και τα νοικοκυριά εξακολουθούν να θεωρούν πως οι αυξημένες τιμές δεν θα διατηρηθούν για μεγάλο χρονικό διάστημα, γεγονός που ενισχύει την πεποίθηση της ΕΚΤ ότι ο πληθωρισμός μπορεί να επιστρέψει στον στόχο του 2%.

«Παραμένουμε βέβαιοι ότι, με την κατάλληλη άσκηση νομισματικής πολιτικής, ο πληθωρισμός θα επανέλθει στον στόχο μας», τόνισε, υπογραμμίζοντας ότι το σημερινό πληθωριστικό σοκ φαίνεται να είναι μικρότερης έντασης σε σύγκριση με την περίοδο 2021-2022, όταν η ΕΚΤ αναγκάστηκε να αυξήσει τα επιτόκια με τον ταχύτερο ρυθμό στην ιστορία της. Εξάλλου, και το οικονομικό περιβάλλον είναι διαφορετικό, καθώς η αγορά εργασίας εμφανίζεται ισχυρότερη, τα εισοδήματα είναι υψηλότερα και δεν υπάρχουν πλέον οι μετα-πανδημικές δυσλειτουργίες στις εφοδιαστικές αλυσίδες.

Παρ’ όλα αυτά, η Κριστίν Λαγκάρντ υπογράμμισε ότι η ΕΚΤ δεν πρέπει να εφησυχάζει, καθώς η διαμόρφωση των μισθών ενδέχεται να είναι πιο ευαίσθητη σε νέα σοκ, εξαιτίας της πρόσφατης εμπειρίας της Ευρωζώνης με τον υψηλό πληθωρισμό.

Επαναλαμβάνοντας τις εκτιμήσεις της κεντρικής τράπεζας για την ανάπτυξη, η πρόεδρος της ΕΚΤ υποστήριξε ότι οι επενδύσεις, ιδιαίτερα στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης, εξακολουθούν να διατηρούνται σε υψηλά επίπεδα, ενώ και τα νοικοκυριά διαθέτουν ισχυρούς ισολογισμούς. Όπως ανέφερε, οι παράγοντες αυτοί προσφέρουν ένα βαθμό προστασίας στην οικονομία, η οποία εξακολουθεί να δέχεται πιέσεις από τις συνέπειες του υψηλότερου ενεργειακού κόστους.

Οι κίνδυνοι από τον πόλεμο και η επιβράδυνση της οικονομίας

Από την άλλη πλευρά, η Λαγκάρντ αναγνώρισε ότι η σύγκρουση μεταξύ Ιράν και Ηνωμένων Πολιτειών επιβαρύνει ήδη την οικονομική δραστηριότητα στην Ευρωζώνη. Όπως παραδέχτηκε, τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν επιβράδυνση της οικονομίας, με τον τομέα των υπηρεσιών να εμφανίζει ιδιαίτερα σημάδια κόπωσης.

«Ο πόλεμος με το Ιράν επηρεάζει αρνητικά την οικονομική δραστηριότητα», ανέφερε, δηλώνοντας ότι, αν και η ΕΚΤ χαιρετίζει τη συμφωνία που επιτεύχθηκε την περασμένη εβδομάδα στη Μέση Ανατολή, θα συνεχίσει να παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις δεδομένου ότι η κατάσταση παραμένει εύθραυστη και μπορεί να ανατραπεί ανά πάσα στιγμή.

Σύμφωνα με την ίδια, οι προοπτικές για την οικονομία εξακολουθούν να χαρακτηρίζονται από σημαντικούς κινδύνους. Από τη μία πλευρά υπάρχουν ανοδικοί κίνδυνοι για τον πληθωρισμό, κυρίως λόγω των ενεργειακών τιμών και πιθανών νέων διαταραχών στις εφοδιαστικές αλυσίδες. Από την άλλη, οι κίνδυνοι για την ανάπτυξη παραμένουν καθοδικοί, καθώς οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά επηρεάζονται από το αβέβαιο γεωπολιτικό περιβάλλον.

Οι αγορές, τα επιτόκια και το μήνυμα της ΕΚΤ

Η τοποθέτησή της ενίσχυσε την εικόνα μιας κεντρικής τράπεζας που παραμένει επιφυλακτική και προσανατολισμένη στα οικονομικά δεδομένα, αποφεύγοντας να δεσμευτεί για συγκεκριμένη πορεία επιτοκίων.

«Προχωρώντας συνεδρίαση με συνεδρίαση και παραμένοντας προσηλωμένοι στα δεδομένα, χωρίς να δεσμευόμαστε εκ των προτέρων σε μια συγκεκριμένη πορεία επιτοκίων, μπορούμε να προσαρμόζουμε την αντίδρασή μας καθώς εξελίσσεται το σοκ και να διασφαλίζουμε ότι παραμένει αναλογική», τόνισε.

Οι επενδυτές συνεχίζουν να αξιολογούν εάν η ΕΚΤ θα προχωρήσει σε νέα αύξηση επιτοκίων μετά την πρώτη κίνηση από το 2023, καθώς αρκετοί αξιωματούχοι έχουν προειδοποιήσει ότι οι πληθωριστικές πιέσεις δεν περιορίζονται πλέον μόνο στον ενεργειακό τομέα.

Παρά την πρόοδο που έχει σημειωθεί στις συνομιλίες μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης για μια μόνιμη συμφωνία, οι αγορές εξακολουθούν να προεξοφλούν τουλάχιστον μία ακόμη αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης στα ευρωπαϊκά επιτόκια του έτους, με αποτέλεσμα τη διαμόρφωσή τους στο 2,5%.

Αν και μετά την κατάθεση της Λαγκάρντ στην Ευρωβουλή, οι επενδυτές περιόρισαν κάπως τα στοιχήματα για περαιτέρω αυξήσεις επιτοκίων. Οι αγορές τιμολογούσαν συνολικά 33 μονάδες βάσης σύσφιξης έως το τέλος του έτους, έναντι 37 μονάδων βάσης πριν από την ομιλία της, ενώ τα γερμανικά κρατικά ομόλογα ενισχύθηκαν, οδηγώντας την απόδοση του διετούς τίτλου έξι μονάδες βάσης χαμηλότερα, στο 2,59%.

Τα τελευταία στοιχεία για τα επίπεδα των τιμών ενίσχυσαν τις ανησυχίες, καθώς έδειξαν ότι ο δομικός πληθωρισμός, ο οποίος εξαιρεί τις τιμές της ενέργειας και των τροφίμων, επιταχύνθηκε τον Μάιο στο 2,6% από 2,2% τον Απρίλιο, καταγράφοντας υψηλότερη επίδοση από εκείνη που είχε αρχικά ανακοινωθεί.

Παρ’ όλα αυτά, η Λαγκάρντ εμφανίστηκε βέβαιη ότι η ΕΚΤ διαθέτει τα εργαλεία για να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις που δημιουργεί η νέα γεωπολιτική κρίση.

«Το σοκ είναι υπερβολικά μεγάλο για να το αγνοήσουμε χωρίς να διακινδυνεύσουμε τον στόχο μας», επεσήμανε. «Παραμένουμε σε καλή θέση για να διαχειριστούμε την αβεβαιότητα που προκαλεί ο πόλεμος».

Διαβάστε ακόμη: