Αφού κατάφεραν να ξεπεράσουν τις έντονες εσωκομματικές διαφωνίες, οι Ρεπουμπλικανοί ενέκριναν στη Γερουσία των ΗΠΑ τα ξημερώματα της Παρασκευής ένα εκτεταμένο πακέτο χρηματοδότησης ύψους 70 δισ. δολαρίων για την επιβολή της μεταναστευτικής πολιτικής, προσφέροντας μια σημαντική πολιτική νίκη στον Ντόναλντ Τραμπ έπειτα από εβδομάδες εσωτερικών αντιπαραθέσεων.

Το νομοσχέδιο, το οποίο εξασφαλίζει τη χρηματοδότηση της Υπηρεσίας Μετανάστευσης και Τελωνειακής Επιβολής (ICE) και της Συνοριοφυλακής έως το τέλος της θητείας του Τραμπ, περνά πλέον στη Βουλή των Αντιπροσώπων για την τελική έγκριση.

Η ψηφοφορία ολοκληρώθηκε ύστερα από έναν μαραθώνιο 18 ωρών, με αποτέλεσμα 52 ψήφους υπέρ και 47 κατά. Μόνο μία Ρεπουμπλικανή γερουσιαστής, η Λίζα Μουρκόφσκι, καταψήφισε το νομοσχέδιο.

Νίκη Τραμπ παρά τις αντιδράσεις για το επίμαχο ταμείο

Η έγκριση του πακέτου συνιστά διπλή επιτυχία για τον Τραμπ, καθώς οι Ρεπουμπλικάνοι διατήρησαν στο νομοσχέδιο ειδικό κονδύλι 1,8 δισ. δολαρίων του Υπουργείου Δικαιοσύνης, το οποίο ο Αμερικανός πρόεδρος είχε υποστηρίξει προσωπικά.

Το λεγόμενο «Ταμείο κατά της Πολιτικής Στοχοποίησης» έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις, καθώς επικριτές του υποστηρίζουν ότι θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την αποζημίωση προσώπων που θεωρούν ότι υπήρξαν θύματα της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, ακόμη και συμμετεχόντων στην εισβολή στο Καπιτώλιο στις 6 Ιανουαρίου 2021.

Αρκετοί Ρεπουμπλικάνοι γερουσιαστές, μεταξύ των οποίων και πολιτικοί που δίνουν δύσκολες εκλογικές μάχες τον Νοέμβριο, ψήφισαν υπέρ προτάσεων που θα απέκλειαν ρητά τη χρηματοδότηση του συγκεκριμένου ταμείου, αναδεικνύοντας τις ανησυχίες που υπάρχουν εντός του κόμματος. Ωστόσο, όλες οι σχετικές τροπολογίες απορρίφθηκαν.

Οι Δημοκρατικοί επιχείρησαν να μπλοκάρουν το κονδύλι

Κατά τη διάρκεια της πολύωρης διαδικασίας, οι Δημοκρατικοί επιχείρησαν επανειλημμένα να ακυρώσουν το επίμαχο ταμείο.

Ο επικεφαλής των Δημοκρατικών στη Γερουσία Τσακ Σούμερ κατέθεσε τροπολογία για την κατάργησή του, όμως η πρόταση απορρίφθηκε ύστερα από έντονες πιέσεις της ρεπουμπλικανικής ηγεσίας προς διαφωνούντες γερουσιαστές.

Ακολούθησε αντίστοιχη προσπάθεια από τον Ρεπουμπλικανό γερουσιαστή της Βόρειας Καρολίνας Τομ Τίλις, η οποία επίσης δεν συγκέντρωσε την απαιτούμενη στήριξη, παρότι 11 Ρεπουμπλικάνοι ψήφισαν υπέρ.

Ο γερουσιαστής Μπιλ Κάσιντι, ένας από τους πιο έντονους επικριτές του ταμείου, είχε μάλιστα καταθέσει μαζί με τον Δημοκρατικό γερουσιαστή Κόρι Μπούκερ νομικό υπόμνημα χαρακτηρίζοντας το πρόγραμμα «απειλή για τη συνταγματική δημοκρατία».

Οι δύο γερουσιαστές υποστήριξαν ότι η κυβέρνηση επιχειρεί να παρακάμψει τις εξουσίες του Κογκρέσου ως προς τις δημόσιες δαπάνες και προειδοποίησαν ότι το ταμείο ενδέχεται να χρησιμοποιηθεί για να παρουσιαστούν ως «θύματα» όσοι συμμετείχαν στην επίθεση κατά του Καπιτωλίου.

Απορρίφθηκε και τροπολογία για αυστηρότερους εκλογικούς κανόνες
Οι Ρεπουμπλικάνοι αξιοποίησαν επίσης τη διαδικασία για να προωθήσουν μία ακόμη βασική προτεραιότητα του Τραμπ: την αυστηροποίηση των κανόνων ταυτοποίησης των ψηφοφόρων.

Ο γερουσιαστής Λίντσεϊ Γκρέιαμ πρότεινε την ενσωμάτωση του νομοσχεδίου SAVE America Act, που θα απαιτούσε ταυτότητα και αποδεικτικό αμερικανικής υπηκοότητας για τη συμμετοχή στις εκλογές.

Η πρόταση δεν συγκέντρωσε τις απαιτούμενες 60 ψήφους, καθώς όλοι οι Δημοκρατικοί και τέσσερις Ρεπουμπλικάνοι – οι Μουρκόφσκι, Σούζαν Κόλινς, Μιτς Μακόνελ και Τίλις – καταψήφισαν την τροπολογία.

«Τελευταία μεγάλη νίκη» πριν τις ενδιάμεσες εκλογές

Παρά τις εντάσεις, αρκετοί Ρεπουμπλικάνοι εκτιμούν ότι το πακέτο χρηματοδότησης για τη μετανάστευση μπορεί να αποτελέσει την τελευταία σημαντική νομοθετική επιτυχία του Τραμπ πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές.

Μάλιστα, αν και ο Τομ Τίλις είχε δηλώσει δημοσίως ότι δεν θα στήριζε το νομοσχέδιο χωρίς ρητή κατάργηση του επίμαχου ταμείου, τελικά ψήφισε υπέρ του τελικού κειμένου μετά τη μαραθώνια διαδικασία των ψηφοφοριών.

Η κυβέρνηση έχει προσπαθήσει τις τελευταίες ημέρες να καθησυχάσει τους επικριτές, με τον υπηρεσιακό υπουργό Δικαιοσύνης Τοντ Μπλανς να διαβεβαιώνει ότι η κυβέρνηση «δεν προχωρά με το ταμείο, τελεία και παύλα».

Ο ίδιος ο Τραμπ, πάντως, εμφανίστηκε λιγότερο κατηγορηματικός, δηλώνοντας ότι το πρόγραμμα ήταν «κάτι όμορφο» και αποφεύγοντας να δεσμευτεί πως δεν θα επανέλθει στο μέλλον.

Διαβάστε ακόμη: