Ο Ντόναλντ Τραμπ, μετά τις έντονες αντιδράσεις που είχε προκαλέσει η αρχική εξαγγελία του Πενταγώνου, αποφάσισε να μην επιτρέψει τη ζωντανή μετάδοση της εκτέλεσης του Νιντάλ Μαλίκ Χασάν, του πρώην ταγματάρχη του αμερικανικού στρατού που καταδικάστηκε σε θάνατο για τη δολοφονία 13 ανθρώπων στη στρατιωτική βάση Φορτ Χουντ του Τέξας το 2009.

Η εκτέλεση θα πραγματοποιηθεί κανονικά στις 3 Δεκεμβρίου, από εκτελεστικό απόσπασμα, χωρίς όμως να μεταδοθεί μέσω διαδικτύου. Η εκτέλεση θα είναι η πρώτη που πραγματοποιείται από τις αμερικανικές Ένοπλες Δυνάμεις μετά το 1961, ενώ η χρήση εκτελεστικού αποσπάσματος από τον αμερικανικό στρατό έχει να καταγραφεί από το 1945.

Η υπαναχώρηση του Αμερικανού προέδρου έρχεται μία εβδομάδα μετά την ανακοίνωση του υπουργού Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ ότι η εκτέλεση θα ήταν δημόσια και προσβάσιμη σε όποιον επιθυμούσε να την παρακολουθήσει. Η σχετική απόφαση είχε προκαλέσει επικρίσεις από Δημοκρατικούς και Ρεπουμπλικάνους, οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και θρησκευτικούς εκπροσώπους, ακόμη και από την Ευρώπη, ενώ επιφυλάξεις είχαν εκφράσει ακόμη και ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς και ο πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων Μάικ Τζόνσον.

Με ανάρτησή του στο Truth Social, ο Τραμπ χαρακτήρισε τον Χασάν «έναν πρώην ταγματάρχη του στρατού των ΗΠΑ που έγινε προδότης» και «έναν πολύ κακό και διαβολικό άνθρωπο».

Ο Αμερικανός πρόεδρος υποστήριξε ότι μια δημόσια μετάδοση της εκτέλεσης θα μπορούσε να λειτουργήσει αποτρεπτικά για επίδοξους τρομοκράτες, εξηγώντας ωστόσο ότι έλαβε υπόψη του τις αντιρρήσεις που διατυπώθηκαν.

«Με όλα αυτά που ειπώθηκαν, πιστεύω ότι η ζωντανή μετάδοση της εκτέλεσης, ώστε να τη δουν όλοι, θα μπορούσε να αποτελέσει ισχυρό αποτρεπτικό παράγοντα για τον κόσμο, ο οποίος θα έβλεπε πώς η Αμερική αντιμετωπίζει τους τρομοκράτες και τα αποβράσματα όπως ο Χασάν. Ωστόσο, πολλοί πολύ καλοί και καλοπροαίρετοι άνθρωποι θα προτιμούσαν να μην τον δουν να πεθαίνει, είτε μέσω ζωντανής μετάδοσης είτε μέσω οποιουδήποτε άλλου οπτικού μέσου», ανέφερε.

«Θα πεθάνει, όπως έχει προγραμματιστεί, από εκτελεστικό απόσπασμα, αλλά το γεγονός αυτό δεν θα μεταδοθεί ζωντανά», πρόσθεσε, διευκρινίζοντας ότι τα άμεσα μέλη των οικογενειών των θυμάτων θα μπορούν να παραστούν στην εκτέλεση, εφόσον το επιθυμούν.

 

trump ektelesi

 

Η ανακοίνωση Χέγκσεθ για δημόσια εκτέλεση

Η υπόθεση είχε επανέλθει στο προσκήνιο στις 5 Οκτωβρίου, όταν το Πεντάγωνο ανακοίνωσε ότι ο Ντόναλντ Τραμπ ενέκρινε την εισήγηση του Πιτ Χέγκσεθ για την εκτέλεση του Χασάν από στρατιωτικό εκτελεστικό απόσπασμα. Τρεις ημέρες αργότερα, στις 8 Οκτωβρίου, ο Αμερικανός υπουργός Πολέμου ανακοίνωσε, κατά τη διάρκεια συνέντευξής του στο Real America’s Voice, ότι η εκτέλεση θα είναι δημόσια.

Ο Χέγκσεθ δήλωσε ότι θα διασφαλίσει πως οι πολίτες θα μπορούν να την παρακολουθήσουν, παρουσιάζοντας τη δημοσιοποίησή της ως μέσο για να καταστούν σαφείς οι συνέπειες εγκλημάτων όπως εκείνο του Φορτ Χουντ.

Αξιωματούχος του Πενταγώνου επιβεβαίωσε στη συνέχεια ότι είχε αποφασιστεί ζωντανή διαδικτυακή μετάδοση της εκτέλεσης, η οποία είχε προγραμματιστεί για τη 1 το μεσημέρι της 3ης Δεκεμβρίου, τοπική ώρα, στη στρατιωτική βάση όπου πραγματοποιήθηκε η επίθεση.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν εγκαταλείψει σταδιακά την πρακτική των δημόσιων εκτελέσεων ήδη από τον 19ο και τις αρχές του 20ού αιώνα. Ως τελευταία ευρέως αναγνωρισμένη δημόσια εκτέλεση στη χώρα καταγράφεται εκείνη του Ρέινι Μπέθεα, στο Κεντάκι, το 1936.

Οι αντιδράσεις ακόμη και από τον αντιπρόεδρο Βανς

Η αρχική απόφαση προκάλεσε αντιδράσεις και στο εσωτερικό του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος. Ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Τζέι Ντι Βανς, είχε ξεκαθαρίσει ότι δεν σκόπευε να παρακολουθήσει τη ζωντανή μετάδοση της εκτέλεσης, εκφράζοντας επιφυλάξεις για τη δημοσιοποίησή της.

Ακόμη πιο επικριτικός ήταν ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Τομ Τίλις, ο οποίος χαρακτήρισε το σχέδιο «πέρα από κάθε αηδία», συγκρίνοντας τέτοιες πρακτικές με μορφές δημόσιας τιμωρίας που συναντώνται σε αυταρχικά καθεστώτα, όπως το Ιράν και το Αφγανιστάν.

Επιφυλάξεις εξέφρασε και ο πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων, Μάικ Τζόνσον, ο οποίος προειδοποίησε ότι το βίντεο της εκτέλεσης θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από εξτρεμιστικές οργανώσεις ως εργαλείο στρατολόγησης νέων τρομοκρατών.

Μιλώντας στο CBS News, ο Τζόνσον επισήμανε την ανάγκη να εξεταστούν οι ευρύτερες συνέπειες μιας τέτοιας μετάδοσης, προσθέτοντας ότι ούτε ο ίδιος θα την παρακολουθούσε.

Ανάλογες αντιρρήσεις διατύπωσαν Ρεπουμπλικάνοι βουλευτές, μεταξύ των οποίων οι Όστιν Σκοτ, Τομ Μπάρετ και Ρομπ Μπρέσναχαν, ζητώντας να επανεξεταστεί η απόφαση.

Οι αντιδράσεις δεν περιορίστηκαν στο Κογκρέσο. Εκπρόσωποι οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, θρησκευτικοί παράγοντες και διεθνείς φορείς εξέφρασαν ανησυχίες για τις συνέπειες της μετάδοσης, τόσο ως προς την ανθρώπινη αξιοπρέπεια όσο και ως προς τον κίνδυνο αξιοποίησης των εικόνων από εξτρεμιστικές οργανώσεις.

Οι επιφυλάξεις αυτές αποτέλεσαν το υπόβαθρο της απόφασης Τραμπ να διατηρήσει την εκτέλεση αλλά να ακυρώσει τη δημόσια μετάδοσή της.

Η αντίδραση των οικογενειών και των απόστρατων αξιωματικών

Αντίθετη στη ζωντανή μετάδοση είχε ταχθεί και η Κίλι Κέιχιλ Βανάκερ, κόρη του Μάικλ Γκραντ Κέιχιλ, ενός από τους ανθρώπους που σκοτώθηκαν στην επίθεση του 2009. Η Βανάκερ υποστήριξε ότι η μετάδοση θα μετέτρεπε μια οικογενειακή τραγωδία σε θέαμα, εκφράζοντας την ενόχλησή της και για το γεγονός ότι πληροφορήθηκε το σχέδιο μέσω των κοινωνικών δικτύων, αντί να υπάρξει προηγούμενη ενημέρωση των συγγενών.

Ο πατέρας της είχε επιχειρήσει να σταματήσει τον ένοπλο κατά τη διάρκεια της επίθεσης και τιμήθηκε μετά θάνατον για τη στάση του.

Επιφυλάξεις είχε εκφράσει και ο Τζορτζ Στράτον Τζούνιορ, πατέρας ενός από τους τραυματίες, ο οποίος χαρακτήρισε μακάβρια την ιδέα της διαδικτυακής μετάδοσης, παρότι είχε εξετάσει το ενδεχόμενο να παραστεί ο ίδιος στην εκτέλεση.

Παράλληλα, 72 απόστρατοι ανώτατοι στρατιωτικοί, μεταξύ των οποίων στρατηγοί, ναύαρχοι και στρατιωτικοί νομικοί, υπέγραψαν επιστολή κατά του σχεδίου Χέγκσεθ, χαρακτηρίζοντας τη δημόσια μετάδοση βάρβαρη πρακτική.

Μεταξύ των υπογραφόντων βρίσκονταν η Κλόντια Κένεντι, η πρώτη γυναίκα που έφτασε στον βαθμό του αντιστρατήγου στον αμερικανικό στρατό, και ο Τσαρλς Μπόλντεν, πρώην επικεφαλής της NASA.

Οι απόστρατοι προειδοποίησαν ότι η δημοσιοποίηση της εκτέλεσης θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο Αμερικανούς στρατιωτικούς και πολίτες, προσφέροντας υλικό προπαγάνδας σε εξτρεμιστικές οργανώσεις.

Οκτώ στους δέκα Αμερικανούς διαφωνούσαν με τη μετάδοση

Την αντίθεση στη δημόσια προβολή της εκτέλεσης αποτύπωσε και δημοσκόπηση των Washington Post, ABC News και Ipsos.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, το 80% των Αμερικανών διαφωνούσε με τη ζωντανή μετάδοση, ενώ το 53% υποστήριζε την εκτέλεση του Χασάν από εκτελεστικό απόσπασμα. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε σε δείγμα 2.545 ενηλίκων, με περιθώριο σφάλματος δύο ποσοστιαίων μονάδων.

Η αντίθεση στη μετάδοση καταγραφόταν σε διαφορετικές πολιτικές και δημογραφικές ομάδες, παρά τις σημαντικές διαφοροποιήσεις ως προς την υποστήριξη της ίδιας της θανατικής ποινής.

Το μακελειό της 5ης Νοεμβρίου 2009 στο Φορτ Χουντ

Ο Νιντάλ Μαλίκ Χασάν υπηρετούσε ως ψυχίατρος του αμερικανικού στρατού με τον βαθμό του ταγματάρχη, όταν στις 5 Νοεμβρίου 2009 άνοιξε πυρ μέσα στη στρατιωτική βάση Φορτ Χουντ, κοντά στην πόλη Κιλίν του Τέξας.

Εκείνη την περίοδο επρόκειτο να αναπτυχθεί στο Αφγανιστάν και είχε εκφράσει την αντίθεσή του στις αμερικανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις σε μουσουλμανικές χώρες.

Περίπου στη 1:34 το μεσημέρι, τοπική ώρα, εισήλθε στο κέντρο προετοιμασίας στρατιωτικού προσωπικού για αποστολές, έναν χώρο όπου στρατιώτες υποβάλλονταν σε εξετάσεις και διεκπεραίωναν διαδικασίες πριν από την αναχώρησή τους για το εξωτερικό.

Ο Χασάν ήταν οπλισμένος με πιστόλι FN Five-seveN, ενώ είχε στην κατοχή του και ένα περίστροφο, το οποίο δεν χρησιμοποίησε κατά την επίθεση.

Σύμφωνα με τις μαρτυρίες που παρουσιάστηκαν στη δικαστική διαδικασία, λίγο πριν αρχίσει να πυροβολεί φώναξε «Αλλάχου Άκμπαρ», που σημαίνει «Ο Θεός είναι μεγάλος».

Στη συνέχεια άρχισε να πυροβολεί στρατιώτες και προσωπικό που βρίσκονταν μέσα στο κτίριο, προκαλώντας πανικό. Ορισμένοι επιχείρησαν να διαφύγουν από πόρτες και παράθυρα, ενώ άλλοι προσπάθησαν να προστατεύσουν ή να βοηθήσουν τραυματισμένους συναδέλφους τους.

Ο απολογισμός ήταν 13 νεκροί και 32 τραυματίες, σε μία από τις πιο πολύνεκρες επιθέσεις που έχουν σημειωθεί σε αμερικανική στρατιωτική εγκατάσταση.

Η επίθεση συνεχίστηκε και έξω από το κτίριο, όπου ο Χασάν ήρθε αντιμέτωπος με αστυνομικούς που είχαν σπεύσει στη βάση. Η αστυνομικός Κίμπερλι Μάνλεϊ επιχείρησε να τον αντιμετωπίσει, αλλά τραυματίστηκε από τα πυρά του. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της, ο Χασάν πλησίασε ενώ εκείνη βρισκόταν στο έδαφος και απομάκρυνε με το πόδι του το υπηρεσιακό της όπλο.

Λίγο αργότερα έφτασε ο αστυνομικός Μαρκ Τοντ, ο οποίος διέταξε τον Χασάν να παραδώσει το όπλο του. Ακολούθησε ανταλλαγή πυροβολισμών, κατά την οποία ο Τοντ τραυμάτισε σοβαρά τον δράστη και τον ακινητοποίησε.

Ο Χασάν επέζησε, αλλά έμεινε παράλυτος από τα τραύματά του και έκτοτε χρησιμοποιεί αναπηρικό αμαξίδιο.

Οι αστυνομικοί και οι διασώστες που μπήκαν στο κτίριο βρέθηκαν αντιμέτωποι με δεκάδες τραυματίες, ενώ στρατιωτικό και υγειονομικό προσωπικό προσπαθούσε να προσφέρει τις πρώτες βοήθειες.

Η δίκη και η καταδίκη σε θάνατο το 2013

Η δίκη του Χασάν πραγματοποιήθηκε ενώπιον στρατοδικείου το 2013. Ο ίδιος επέλεξε να εκπροσωπήσει τον εαυτό του και κατά την έναρξη της διαδικασίας παραδέχθηκε ότι ήταν εκείνος που είχε πυροβολήσει τους στρατιώτες.

Κατά τη δίκη συνέδεσε την επίθεση με τις αντιρρήσεις του για τις αμερικανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις στο Αφγανιστάν, υποστηρίζοντας ότι επιδίωκε να υπερασπιστεί μουσουλμάνους από τις επιχειρήσεις του αμερικανικού στρατού.

Οι εισαγγελικές αρχές υποστήριξαν ότι το έγκλημα είχε εξτρεμιστικό ιδεολογικό κίνητρο.

Τον Αύγουστο του 2013 κρίθηκε ένοχος για 13 ανθρωποκτονίες από πρόθεση με προμελέτη και 32 απόπειρες ανθρωποκτονίας από πρόθεση με προμελέτη. Το στρατοδικείο τού επέβαλε τη θανατική ποινή.

Κατά τη διαδικασία της δίκης δεν παρουσίασε μάρτυρες υπεράσπισης, ενώ η εισαγγελική πλευρά είχε καλέσει δεκάδες μάρτυρες και είχε προσκομίσει εκατοντάδες αποδεικτικά στοιχεία.

Μετά την καταδίκη του αποπέμφθηκε από τον στρατό και στερήθηκε τα στρατιωτικά του προνόμια.

 

 

 

Διαβάστε ακόμη: