Μνήμες από την κρίση κρατικού χρέους της προηγούμενης δεκαετίας ξυπνά η νέα άνοδος των αποδόσεων των ομολόγων, με την ING να προειδοποιεί ότι η βιωσιμότητα του χρέους επιστρέφει δυναμικά στο επίκεντρο.
Η εικόνα, ωστόσο, διαφέρει σημαντικά από χώρα σε χώρα, ενώ η Ελλάδα, παρά το υψηλό δημόσιο χρέος της, εμφανίζεται σήμερα σε σαφώς καλύτερη θέση σε σχέση με το παρελθόν.
Σύμφωνα με την ανάλυση της ING, οι ανησυχίες εντείνονται καθώς τα επίπεδα κρατικού χρέους στις περισσότερες ανεπτυγμένες οικονομίες βρίσκονται κοντά σε ιστορικά υψηλά.
Την ίδια στιγμή, οι κυβερνήσεις καλούνται να χρηματοδοτήσουν μεγαλύτερες δαπάνες για άμυνα, υποδομές, τεχνητή νοημοσύνη, υγεία και συντάξεις, την ώρα που η αύξηση των αποδόσεων ανεβάζει και το κόστος εξυπηρέτησης των υποχρεώσεών τους.
Η ING επισημαίνει, πάντως, ότι ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ δεν αρκεί από μόνος του για να δείξει εάν μια χώρα κινδυνεύει. Καθοριστικό ρόλο παίζουν επίσης το πρωτογενές δημοσιονομικό αποτέλεσμα, τα επιτόκια, ο ρυθμός οικονομικής ανάπτυξης, η σύνθεση των πιστωτών και το χρονοδιάγραμμα λήξης των ομολόγων.
ING: Η Ελλάδα από «μαύρο πρόβατο» της κρίσης σε θετική εξαίρεση
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Ελλάδας. Κατά την κρίση της προηγούμενης δεκαετίας, η δραματική συρρίκνωση του ονομαστικού ΑΕΠ επιδείνωσε κατακόρυφα τη δυναμική του χρέους, παρά τα μέτρα λιτότητας.
Σήμερα, όμως, η εικόνα έχει αντιστραφεί σε σημαντικό βαθμό. Ελλάδα και Πορτογαλία ξεχωρίζουν μεταξύ των ανεπτυγμένων οικονομιών επειδή έχουν μειώσει αισθητά τον λόγο χρέους προς ΑΕΠ, επιστρέφοντας σε επίπεδα που είχαν να καταγραφούν σχεδόν δύο δεκαετίες.
Για το 2026, η ING εκτιμά ότι η ελληνική οικονομία θα συνεχίσει να υπεραποδίδει έναντι της Ευρωζώνης, ενώ το δημόσιο χρέος αναμένεται να υποχωρήσει κάτω από το 140% του ΑΕΠ.
Στην Ευρωζώνη, πέντε από τα 21 κράτη-μέλη –Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία, Βέλγιο και Ελλάδα– εξακολουθούν να έχουν χρέος πάνω από το 100% του ΑΕΠ. Ωστόσο, η ING υπογραμμίζει ότι οι πρώην χώρες της ευρωπαϊκής «περιφέρειας» έχουν δημιουργήσει πλέον μεγαλύτερα δημοσιονομικά περιθώρια. Αντίθετα, Γαλλία και Γερμανία θα χρειάζονταν, με τα σημερινά δεδομένα, δημοσιονομική προσαρμογή περίπου 2% του ΑΕΠ ώστε να σταθεροποιήσουν τους δείκτες χρέους τους.
Εκτός Ευρώπης, ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν οι ΗΠΑ. Οι δαπάνες για τόκους πλησιάζουν πλέον το 5% του ΑΕΠ και αποτελούν την τρίτη μεγαλύτερη κατηγορία ομοσπονδιακών δαπανών μετά την υγεία και την κοινωνική ασφάλιση. Παρά τις εξαγγελίες για περιορισμό του ελλείμματος, η ING θεωρεί δύσκολη μια ουσιαστική αλλαγή πορείας βραχυπρόθεσμα.
Διαβάστε ακόμη:
- Η «μαύρη» αλήθεια πίσω από το οικονομικό αφήγημα της κυβέρνησης
- JP Morgan: Πάνω από 1 δισ. δολάρια στις ελληνικές μετοχές από τον STOXX Europe 600
- Το παρασκήνιο της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου και ο ρόλος της Meridiam
- Τριετίες: «Ξεκλειδώνουν» αυξήσεις το 2027 – Ποιοι θα πάρουν πάνω από 1.000 ευρώ