Μια μεγάλη αναπτυξιακή ευκαιρία για την ελληνική οικονομία αναδεικνύει η Τράπεζα της Ελλάδος, θέτοντας στο επίκεντρο τη στενότερη διασύνδεση της ποντοπόρου ναυτιλίας με τα ελληνικά ναυπηγεία.
Σε ειδικό κεφάλαιο της ενδιάμεσης έκθεσης για τη νομισματική πολιτική του διοικητή της ΤτΕ, Γιάννη Στουρνάρα, με τίτλο «Ελληνική Ναυτιλία, Εθνική Οικονομία και Αναβίωση της Ελληνικής Ναυπηγικής Βιομηχανίας», επισημαίνεται ότι η Ελλάδα διαθέτει μια μοναδική βάση πάνω στην οποία μπορεί να οικοδομήσει ξανά ισχυρή ναυπηγική και βιομηχανική δραστηριότητα.
Το παράδοξο, όμως, παραμένει ισχυρό: ενώ η ελληνική ναυτιλία αποτελεί κυρίαρχη δύναμη στον παγκόσμιο εμπορικό στόλο, τα περισσότερα πλοία ελληνικών συμφερόντων εξακολουθούν να ναυπηγούνται και να επισκευάζονται εκτός Ελλάδας.
Η κυριαρχία της Άπω Ανατολής
Σύμφωνα με την ανάλυση, η ελληνική, όπως και η διεθνής, πλοιοκτησία έχει στραφεί κυρίως στα ναυπηγεία της Άπω Ανατολής.
Κίνα, Νότια Κορέα και Ιαπωνία καλύπτουν σήμερα περίπου το 80% των παγκόσμιων αναγκών ναυπήγησης, έχοντας αναπτύξει τεράστιες βιομηχανικές δυνατότητες, οικονομίες κλίμακας και υψηλή τεχνογνωσία.
Αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα, παρότι διαθέτει έναν από τους ισχυρότερους στόλους στον κόσμο, δεν αξιοποιεί στον βαθμό που θα μπορούσε τη ναυτιλιακή της ισχύ για τη δημιουργία εγχώριας βιομηχανικής προστιθέμενης αξίας.
Η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά ότι η στενότερη σύνδεση των δύο τομέων θα μπορούσε να οδηγήσει σε αύξηση της εγχώριας παραγωγής, ενίσχυση των εξαγωγών υψηλών προδιαγραφών και αναβάθμιση της θέσης της χώρας στη βαριά βιομηχανία και την υψηλή τεχνολογία.
Αγορά 275 δισ. δολαρίων έως το 2030
Η συγκυρία θεωρείται εξαιρετικά κρίσιμη, καθώς η παγκόσμια ναυπηγική δραστηριότητα προβλέπεται να αυξηθεί σημαντικά τα επόμενα χρόνια.
Από τα 207 δισ. δολάρια το 2025, η αγορά αναμένεται να φτάσει τα 219 δισ. δολάρια το 2026 και να ανέλθει στα 275 δισ. δολάρια έως το 2030.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η αναβάθμιση και ο εκσυγχρονισμός των ελληνικών ναυπηγοεπισκευαστικών μονάδων αναδεικνύεται σε στρατηγική προτεραιότητα.
Προς αυτή την κατεύθυνση κινείται και η στρατηγική του Υπερταμείου, με σχέδιο για την αναβάθμιση της ναυπηγοεπισκευαστικής ζώνης παράλληλα με τη δημιουργία του νέου λιμένα της Ελευσίνας.
Η δύναμη του ελληνόκτητου στόλου
Η μελέτη καταγράφει αναλυτικά το μέγεθος και τη σημασία του ελληνόκτητου στόλου, ο οποίος παραμένει κυρίαρχος σε παγκόσμιο επίπεδο.
Σε όρους χωρητικότητας, ο ελληνόκτητος στόλος αντιπροσωπεύει πάνω από το 16% του παγκόσμιου στόλου.
Η διαχείριση σημαντικού μέρους του γίνεται από την Ελλάδα, ωστόσο μόνο ένα στα δέκα ελληνόκτητα πλοία βρίσκεται πλέον υπό ελληνική σημαία. Πριν από μία δεκαετία η αναλογία ήταν ένα προς πέντε, γεγονός που αποτυπώνει τη μεγάλη αύξηση των ελληνόκτητων πλοίων υπό ξένη σημαία.
Ο στόλος παρουσιάζει έντονη εξειδίκευση στα πλοία μεταφοράς ξηρού φορτίου και στα πετρελαιοφόρα, δύο κατηγορίες που αντιπροσωπεύουν συνολικά πάνω από το 80% της χωρητικότητας.
Τα ελληνόκτητα πετρελαιοφόρα κατέχουν μερίδιο άνω του 20% του παγκόσμιου στόλου, ενώ τα πλοία ξηρού φορτίου αντιστοιχούν περίπου στο 18%.
Παράλληλα, τα τελευταία χρόνια καταγράφεται σταδιακή διαφοροποίηση, με αυξανόμενη συμμετοχή των πλοίων μεταφοράς LNG και LPG, όπου το μερίδιο του ελληνόκτητου στόλου φτάνει πλέον το 10% παγκοσμίως.
Ισχυρή συμβολή στην ελληνική οικονομία
Η συμβολή της ποντοπόρου ναυτιλίας στην ελληνική οικονομία παραμένει εξαιρετικά σημαντική.
Την περίοδο 2021-2025, οι εισπράξεις από θαλάσσιες μεταφορές αντιστοιχούσαν σε πάνω από το 38% των εξαγωγών υπηρεσιών της χώρας και στο 19% των συνολικών εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών.
Κατά μέσο όρο, οι εισπράξεις αυτές αντιστοιχούσαν στο 8,2% του ΑΕΠ, ενώ σε ετήσια βάση διαμορφώθηκαν περίπου στα 18 δισ. ευρώ.
Σχεδόν το 36% των εισπράξεων προήλθε από χώρες της Ασίας, κυρίως την Κίνα, τη Σιγκαπούρη, την Ινδία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Οι ευρωπαϊκές χώρες αντιπροσώπευαν το 22%, ενώ η αμερικανική αγορά, με βασικούς πόλους τη Βραζιλία και τις Ηνωμένες Πολιτείες, κάλυπτε περίπου το 21%.
Το στοίχημα της αναβίωσης
Το μεγάλο ερώτημα είναι αν η Ελλάδα μπορεί να μετατρέψει τη ναυτιλιακή της υπεροχή σε βιομηχανική ισχύ.
Η απάντηση, σύμφωνα με την ανάλυση της Τράπεζας της Ελλάδος, περνά μέσα από τον εκσυγχρονισμό των ναυπηγείων, τη δημιουργία ανταγωνιστικών υποδομών, την προσέλκυση επενδύσεων, την τεχνική εξειδίκευση του ανθρώπινου δυναμικού και τη σύνδεση της ναυπηγοεπισκευής με νέες τεχνολογίες.
Η πράσινη μετάβαση της ναυτιλίας, οι νέες απαιτήσεις για ενεργειακή αποδοτικότητα, οι τεχνολογίες χαμηλών εκπομπών και η ανάγκη αναβάθμισης μεγάλου μέρους του παγκόσμιου στόλου δημιουργούν ένα παράθυρο ευκαιρίας.
Για την Ελλάδα, η πρόκληση είναι να μη μείνει απλώς χώρα διαχείρισης πλοίων, αλλά να διεκδικήσει μεγαλύτερο μερίδιο και στην κατασκευή, συντήρηση, επισκευή και τεχνολογική αναβάθμιση των πλοίων.
Εάν η διασύνδεση ναυτιλίας και ναυπηγοεπισκευής προχωρήσει με σχέδιο, η χώρα μπορεί να δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας υψηλής εξειδίκευσης, να ενισχύσει την εγχώρια προστιθέμενη αξία και να επαναφέρει τη βαριά βιομηχανία σε έναν τομέα όπου διαθέτει ιστορικό βάθος, γεωγραφικό πλεονέκτημα και παγκόσμια ναυτιλιακή ισχύ.
