Τις πρώτες εβδομάδες μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, οι δυτικές κυβερνήσεις προχώρησαν σε μία από τις μεγαλύτερες συντονισμένες επιχειρήσεις αποδυνάμωσης των ρωσικών μυστικών υπηρεσιών μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Εκατοντάδες Ρώσοι διπλωμάτες, οι οποίοι θεωρούνταν στην πραγματικότητα αξιωματικοί πληροφοριών, απελάθηκαν από ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, ενώ επιχειρηματίες, εταιρείες και μεσάζοντες με δεσμούς με τον Πούτιν και το Κρεμλίνο, τέθηκαν υπό καθεστώς κυρώσεων.

Ο στόχος ήταν διπλός: να περιοριστεί η δυνατότητα της Μόσχας να συλλέγει πληροφορίες και να αποκοπεί η ρωσική πολεμική βιομηχανία από τα δυτικά τεχνολογικά εξαρτήματα που είναι απαραίτητα για την παραγωγή σύγχρονων όπλων.

Μικροτσίπ, ημιαγωγοί, αισθητήρες, συστήματα πλοήγησης, πομποί, εργαλειομηχανές και μηχανήματα υψηλής ακρίβειας βρέθηκαν στο επίκεντρο ενός τεχνολογικού αποκλεισμού χωρίς προηγούμενο. Τέσσερα χρόνια αργότερα, όμως, το ρωσικό δίκτυο προμηθειών δεν έχει εξαλειφθεί. Αντίθετα, έχει προσαρμοστεί, έχει αλλάξει διαδρομές και έχει εγκαταστήσει έναν από τους σημαντικότερους κόμβους του σε μια χώρα που πολιτικά βρίσκεται στο πλευρό της Ουκρανίας: την Ιαπωνία.

Από την Ευρώπη στο Τόκιο

Σύμφωνα με δυτικούς αξιωματούχους υπηρεσιών πληροφοριών, δεκάδες Ρώσοι πράκτορες που απελάθηκαν από ευρωπαϊκές χώρες μετά το 2022 εμφανίστηκαν τα επόμενα χρόνια στην Ιαπωνία.

Η μετακίνησή τους δεν ήταν τυχαία. Η χώρα διαθέτει μία από τις πιο προηγμένες τεχνολογικές βιομηχανίες του κόσμου, αλλά την ίδια στιγμή ένα εξαιρετικά αδύναμο και κατακερματισμένο πλαίσιο αντιμετώπισης της κατασκοπείας.

Η Ιαπωνία δεν διαθέτει αυτόνομη υπηρεσία εξωτερικών πληροφοριών στα πρότυπα της αμερικανικής CIA, της βρετανικής MI6 ή της γαλλικής DGSE. Οι αρμοδιότητες για την αντικατασκοπεία μοιράζονται ανάμεσα στην αστυνομία και διαφορετικές κρατικές δομές, ενώ η χώρα εξακολουθεί να στερείται ολοκληρωμένης νομοθεσίας που να ποινικοποιεί αποτελεσματικά τη δράση ξένων πρακτόρων.

Οι αδυναμίες αυτές έχουν τις ρίζες τους στη μεταπολεμική αρχιτεκτονική της Ιαπωνίας. Μετά την ήττα του 1945, οι νικητές περιόρισαν όχι μόνο τις στρατιωτικές της δυνατότητες, αλλά και την ανάπτυξη ισχυρών μηχανισμών πληροφοριών και εθνικής ασφάλειας.

Εκείνο που για δεκαετίες θεωρούνταν εγγύηση απέναντι στην επιστροφή του ιαπωνικού μιλιταρισμού, σήμερα εξελίσσεται σε θεσμικό κενό που εκμεταλλεύονται ξένες υπηρεσίες. Δεν είναι τυχαίο ότι η Ιαπωνία έχει χαρακτηριστεί επανειλημμένα «παράδεισος των κατασκόπων».

Το 90% των ρωσικών όπλων και τα ιαπωνικά εξαρτήματα

Οι ρωσικές υπηρεσίες δεν αντιμετωπίζουν την Ιαπωνία μόνο ως ασφαλές καταφύγιο για στελέχη τους. Τη θεωρούν πρωτίστως πύλη πρόσβασης σε τεχνολογία που χρειάζεται επειγόντως η πολεμική βιομηχανία της Μόσχας.

Οι ουκρανικές αρχές εκτιμούν ότι περίπου το 90% των ρωσικών πυραύλων και drones περιέχουν εξαρτήματα ιαπωνικής προέλευσης.

Το ποσοστό αυτό δεν σημαίνει ότι οι ιαπωνικές επιχειρήσεις πωλούν συνειδητά πολεμικό υλικό στη Ρωσία. Δείχνει, όμως, ότι προϊόντα τους περνούν μέσω τρίτων χωρών, αλλάζουν ιδιοκτήτες και τελικά καταλήγουν σε ρωσικά εργοστάσια, όπου ενσωματώνονται σε όπλα που χρησιμοποιούνται εναντίον ουκρανικών πόλεων.

Το πρόβλημα βρίσκεται στην τελική χρήση. Ένα μικροκύκλωμα που κατασκευάζεται για πολιτική ή βιομηχανική εφαρμογή μπορεί να χρησιμοποιηθεί και σε σύστημα πλοήγησης πυραύλου. Ένας αισθητήρας ή ένας πομπός μπορεί να τοποθετηθεί σε drone. Μια εργαλειομηχανή μπορεί να παράγει εξαρτήματα ακριβείας για στρατιωτικά συστήματα.

Η μυστική 20ή Διεύθυνση της GRU

Στο κέντρο του ρωσικού μηχανισμού προμηθειών βρίσκεται, σύμφωνα με νυν και πρώην δυτικούς αξιωματούχους, μια ελάχιστα γνωστή μονάδα της στρατιωτικής υπηρεσίας πληροφοριών GRU, η λεγόμενη 20ή Διεύθυνση.

Η ακριβής αποστολή της δεν είχε μέχρι πρόσφατα δημοσιοποιηθεί. Οι πληροφορίες, ωστόσο, τη συνδέουν ευθέως με την προμήθεια, την κλοπή και τη μεταφορά τεχνολογίας στρατιωτικής ή διττής χρήσης προς τη Ρωσία.

Οι αξιωματικοί της δεν περιορίζονται στην κλασική συλλογή πληροφοριών. Εμφανίζονται ως διπλωμάτες, επιχειρηματίες ή υπάλληλοι ρωσικών κρατικών εταιρειών, δημιουργούν δίκτυα εμπορικών συνεργατών, εντοπίζουν εταιρείες logistics και αξιοποιούν χώρες όπου οι δυτικές κυρώσεις εφαρμόζονται με χαλαρότερο τρόπο.

Επικεφαλής της επιχείρησης στο Τόκιο φέρεται να είναι ο 49χρονος Μαξίμ Βλαντιμίροβιτς Φιλτσένκοφ, βετεράνος αξιωματικός της GRU, ο οποίος χρησιμοποιεί ως κάλυψη την ιδιότητα του υπαλλήλου της ρωσικής κρατικής αεροπορικής εταιρείας Aeroflot.

Η χρήση της Aeroflot ως βιτρίνας δεν είναι νέα πρακτική. Από τη σοβιετική εποχή, στελέχη της αεροπορικής εταιρείας χρησιμοποιούνταν ως κάλυψη για πράκτορες που αναζητούσαν δυτική τεχνολογία, καθώς οι αερομεταφορές προσφέρουν πρόσβαση σε διεθνή δίκτυα φορτίων, τελωνειακές διαδικασίες και επιχειρήσεις logistics.

Το γραφείο της Aeroflot στο Τόκιο βρίσκεται μάλιστα σε απόσταση περίπου δέκα λεπτών με τα πόδια από τα κεντρικά γραφεία της ιαπωνικής Εθνικής Αστυνομικής Υπηρεσίας, η οποία είναι αρμόδια για τις υποθέσεις κατασκοπείας.

Η εικόνα είναι σχεδόν συμβολική: οι ρωσικές υπηρεσίες φέρονται να συντονίζουν μια κρίσιμη επιχείρηση τεχνολογικού ανεφοδιασμού σχεδόν μπροστά στα μάτια των ιαπωνικών αρχών.

Η διαδρομή μέσω τρίτων χωρών

Το ρωσικό δίκτυο δεν στηρίζεται σε απευθείας αποστολές απαγορευμένων προϊόντων από την Ιαπωνία στη Ρωσία. Χρησιμοποιεί αλυσίδες εταιρειών, ενδιάμεσους σταθμούς και χώρες στις οποίες οι έλεγχοι είναι λιγότερο αυστηροί.

Η Ιαπωνία αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους εξαγωγείς τεχνολογίας διττής χρήσης. Μεγάλο μέρος αυτών των προϊόντων κατευθύνεται προς το Βιετνάμ, το οποίο με τη σειρά του εμφανίζεται ως σημαντικός εξαγωγέας ευαίσθητων τεχνολογικών προϊόντων προς τη Ρωσία.

Η μέθοδος είναι απλή: ένα προϊόν εξάγεται νόμιμα από την Ιαπωνία προς τρίτη χώρα και στη συνέχεια μεταπωλείται ή επανεξάγεται, ενδεχομένως με διαφορετικά έγγραφα, μέχρι να φτάσει στον τελικό ρωσικό παραλήπτη.

Ανάλογες διαδρομές περνούν από την Κίνα, τη Σρι Λάνκα, το Ουζμπεκιστάν και άλλες χώρες που διατηρούν εμπορικούς διαύλους με τη Μόσχα.

Κρίσιμο ρόλο μπορούν να διαδραματίζουν μικρές εταιρείες logistics, οι οποίες εξασφαλίζουν χώρο φορτίου σε αεροπορικές εταιρείες και αναλαμβάνουν τη μεταφορά προϊόντων προς ενδιάμεσους προορισμούς.

Η «γέφυρα» Ιαπωνίας – Ρωσίας

Μία από τις εταιρείες που βρίσκονται στο μικροσκόπιο είναι η Proco Air, η οποία εδρεύει στη βιομηχανική λιμενική ζώνη του Τόκιο και αυτοπαρουσιάζεται ως «γέφυρα ανάμεσα στην Ιαπωνία και τη Ρωσία».

Η εταιρεία συνεργάζεται επισήμως με την Aeroflot και μεταφέρει εμπορεύματα μέσω χωρών όπως η Σρι Λάνκα και το Ουζμπεκιστάν. Η δραστηριότητα αυτή δεν είναι από μόνη της παράνομη, καθώς σημαντικές κατηγορίες προϊόντων επιτρέπεται ακόμη να εισάγονται στη Ρωσία.

Δυτικοί αξιωματούχοι θεωρούν, ωστόσο, ότι τέτοιες εμπορικές διαδρομές δημιουργούν την υποδομή που χρειάζεται η 20ή Διεύθυνση για να αποκρύπτει απαγορευμένες μεταφορές ανάμεσα σε νόμιμα φορτία.

Ο ιδιοκτήτης της Proco Air, Τακεχίκο Μίκι, έχει παραδεχθεί ότι γνώριζε τον Φιλτσένκοφ από το 2018 και ότι η συνεργασία τους ενισχύθηκε μετά την επιστροφή του Ρώσου στο Τόκιο το 2024. Αρνήθηκε, πάντως, ότι γνώριζε οποιαδήποτε σχέση του με τη GRU ή ότι επιχείρησε να διακινήσει απαγορευμένα προϊόντα.

Ένα έγγραφο αποστολής που παρουσίασε αφορούσε ιατρικό εξοπλισμό με προορισμό τη Ρωσία μέσω Σρι Λάνκα. Ο τελικός παραλήπτης ήταν η φαρμακευτική εταιρεία R-Pharm, η οποία δεν τελεί υπό κυρώσεις. Ο ιδρυτής της, όμως, Αλεξέι Ρέπικ, έχει τιμωρηθεί από τη Βρετανία, τον Καναδά και την Αυστραλία λόγω των στενών σχέσεών του με τον Βλαντίμιρ Πούτιν.

Η υπόθεση δεν αποδεικνύει από μόνη της παράνομη μεταφορά στρατιωτικού υλικού. Αποκαλύπτει, όμως, πόσο δυσδιάκριτα είναι τα όρια ανάμεσα στο νόμιμο εμπόριο και στα δίκτυα παράκαμψης των κυρώσεων.

Ιαπωνική τεχνολογία στα συντρίμμια

Οι συνέπειες της συγκεκριμένης αλυσίδας εμφανίζονται στα συντρίμμια ρωσικών πυραύλων και drones που καταρρίπτονται ή εντοπίζονται μετά από επιθέσεις στην Ουκρανία.

Τον Μάιο, ρωσικός πύραυλος κρουζ Kh-101 έπληξε πολυκατοικία στο Κίεβο, σκοτώνοντας τουλάχιστον 24 ανθρώπους. Κατά την εξέταση των συντριμμιών, Ουκρανοί ερευνητές εντόπισαν ιαπωνικά εξαρτήματα στο σύστημα καθοδήγησης, παρότι τα συγκεκριμένα προϊόντα ανήκαν σε κατηγορίες των οποίων η εξαγωγή προς τη Ρωσία είχε απαγορευτεί.

Μόνο τον Απρίλιο του 2025, η ουκρανική κυβέρνηση απέστειλε τουλάχιστον οκτώ επίσημες διπλωματικές επιστολές στο ιαπωνικό υπουργείο Εξωτερικών. Συνολικά μέσα στο έτος υπολογίζεται ότι διαβιβάστηκαν περίπου 16 σχετικές διακοινώσεις, με φωτογραφίες, αριθμούς εξαρτημάτων και αναλυτικούς καταλόγους.

Ανάμεσα στα προϊόντα που βρέθηκαν υπήρχαν εξαρτήματα εταιρειών όπως η NEC, η Panasonic και η Toshiba.

Δεν προέκυψε ότι οι εταιρείες πούλησαν εν γνώσει τους τα συγκεκριμένα προϊόντα στη Ρωσία. Οι ίδιες δηλώνουν ότι συμμορφώνονται με τις κυρώσεις, ενώ ορισμένα εξαρτήματα ήταν παλαιά και είχαν πάψει να διατίθενται εδώ και χρόνια.

Αυτό, όμως, αναδεικνύει ακόμη μία δυσκολία: ένα ηλεκτρονικό προϊόν μπορεί να κυκλοφορεί για πολλά χρόνια στη διεθνή αγορά, να αλλάζει διαδοχικά ιδιοκτήτες και να καταλήγει σε ένα οπλικό σύστημα χωρίς ο αρχικός κατασκευαστής να έχει γνώση της τελικής χρήσης του.

Η πολιτική βούληση δεν αρκεί

Η Ιαπωνία βρέθηκε από την πρώτη στιγμή πολιτικά στο πλευρό της Ουκρανίας. Συμμετείχε στις δυτικές κυρώσεις και, σπάζοντας ένα μεταπολεμικό ταμπού, προσέφερε στρατιωτικό εξοπλισμό, όπως αλεξίσφαιρα γιλέκα και κράνη.

Το υπουργείο Οικονομίας, Εμπορίου και Βιομηχανίας υποστηρίζει ότι έχει ενημερώσει επιχειρήσεις και φορείς για τις μεθόδους παράκαμψης των κυρώσεων και έχει εντάξει δεκάδες εταιρείες σε μαύρες λίστες.

Η απόσταση, όμως, ανάμεσα στην πολιτική βούληση και στην επιχειρησιακή δυνατότητα παραμένει μεγάλη. Οι δυτικές κυβερνήσεις έχουν ενημερώσει το Τόκιο για τις μεθόδους των ρωσικών υπηρεσιών και για συγκεκριμένα ύποπτα δίκτυα. Παρ’ όλα αυτά, ο Φιλτσένκοφ φέρεται να εξακολουθεί να δρα στην Ιαπωνία υπό την κάλυψη της Aeroflot.

Το πρόβλημα είναι κυρίως νομικό. Χωρίς ολοκληρωμένο νόμο περί κατασκοπείας, οι ιαπωνικές αρχές αναγκάζονται να διώκουν υπόπτους για παράπλευρα αδικήματα, όπως κλοπή εμπορικών μυστικών, ψευδή εταιρικά έγγραφα ή παραβίαση της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού.

Τον Ιανουάριο, η αστυνομία του Τόκιο ανακοίνωσε ότι είχε εντοπίσει Ρώσο αξιωματικό πληροφοριών, ο οποίος παρουσιαζόταν ως Ουκρανός και επιχειρούσε να αποσπάσει εμπορικά μυστικά από Ιάπωνα εργαζόμενο. Επειδή δεν υπήρχε κατάλληλος νόμος για την κατασκοπεία, η υπόθεση στράφηκε τελικά εναντίον του εργαζομένου. Ο Ρώσος πράκτορας είχε ήδη εγκαταλείψει τη χώρα.

Ο αόρατος πόλεμος των μικροκυκλωμάτων

Η υπόθεση της Ιαπωνίας αποκαλύπτει μια λιγότερο ορατή, αλλά καθοριστική πλευρά του πολέμου στην Ουκρανία. Η σύγκρουση δεν κρίνεται μόνο στα χαρακώματα, στα πυρομαχικά και στο ανθρώπινο δυναμικό. Κρίνεται επίσης στα τελωνεία, στα εταιρικά μητρώα, στις αποθήκες logistics και στα ηλεκτρονικά εξαρτήματα που χωρούν στην παλάμη ενός χεριού.

Η Ρωσία έχει αποδείξει ότι μπορεί να προσαρμόζεται στις κυρώσεις, να βρίσκει εναλλακτικές διαδρομές και να εκμεταλλεύεται κάθε θεσμικό ή γεωγραφικό κενό. Όταν κλείνει ένας ευρωπαϊκός δίαυλος, ανοίγει ένας ασιατικός. Όταν μια εταιρεία μπαίνει σε μαύρη λίστα, τη θέση της παίρνει ένας νέος μεσάζοντας. Όταν απαγορεύεται η απευθείας πώληση, η διαδρομή απλώς γίνεται μακρύτερη.

Η περίπτωση του Τόκιο δεν αποτελεί μια περιφερειακή ιστορία κατασκοπείας. Αγγίζει τον πυρήνα της δυτικής στρατηγικής απέναντι στη Ρωσία.

Οι κυρώσεις μπορούν να κάνουν την απόκτηση τεχνολογίας ακριβότερη και δυσκολότερη. Δεν μπορούν, όμως, να την αποτρέψουν πλήρως όσο υπάρχουν χώρες με ισχυρή βιομηχανία, αδύναμη αντικατασκοπεία και ανεπαρκή έλεγχο της τελικής χρήσης των προϊόντων τους.

Κάθε μικροκύκλωμα που φεύγει από την Ιαπωνία και φτάνει μέσω τρίτης χώρας σε ρωσικό εργοστάσιο μπορεί να μετατραπεί σε μέρος ενός πυραύλου. Και κάθε τέτοιος πύραυλος μπορεί, λίγους μήνες αργότερα, να εμφανιστεί πάνω από το Κίεβο, την Οδησσό ή το Χάρκοβο.

Διαβάστε ακόμη: