Η αξιοποίηση των πρώην λιγνιτικών εδαφών στη Δυτική Μακεδονία αποτελεί κεντρικό άξονα της μεταλιγνιτικής στρατηγικής της ΔΕΗ, με τον Όμιλο να δρομολογεί ένα ευρύ πλέγμα επενδύσεων σε Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, αποθήκευση, ευέλικτη παραγωγή, χρήση φυσικού αερίου και ψηφιακές υποδομές.

Οι εκτάσεις που επί δεκαετίες φιλοξενούσαν τη λιγνιτική παραγωγή μετασχηματίζονται σταδιακά σε κόμβους καθαρής ενέργειας και τεχνολογίας, αναδιαμορφώνοντας τον παραγωγικό και αναπτυξιακό χάρτη της περιοχής.

Στόχος του σχεδιασμού είναι η ενεργειακή μετάβαση να λειτουργήσει ως μοχλός ενός νέου παραγωγικού μοντέλου, που θα συνδυάζει ενεργειακή ασφάλεια, ανταγωνιστικότητα και δημιουργία θέσεων εργασίας.

Στο επίκεντρο βρίσκονται μεγάλης κλίμακας έργα ΑΠΕ, συνολικής ισχύος άνω των 3 GW, τα οποία πλαισιώνονται από υποδομές αποθήκευσης με μπαταρίες και αντλησιοταμίευση, επιτρέποντας την ασφαλή ένταξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας στο ηλεκτρικό σύστημα και την κάλυψη της ζήτησης αιχμής χωρίς να θυσιάζεται η σταθερότητα.

Τους επόμενους μήνες ολοκληρώνεται από τον Όμιλο ΔΕΗ η υλοποίηση σταθμών ΑΠΕ στη περιοχή της Δυτικης Μακεδονίας συνολικής ισχύος 2GW, που ανήκουν πλήρως ή μερικώς στην Επιχείρηση καθώς και σταθμών αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας συνολικής ισχύος 150MW.

Το πλαίσιο αυτού του μετασχηματισμού παρουσίασε ο Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της ΔΕΗ, Γιώργος Στάσσης, σε κλειστό φόρουμ συζητήσεων στο Νταβός. «Ήμασταν μια εταιρεία στην οποία η παραγωγή από λιγνίτη αποτελούσε περίπου το 35 % της συνολικής παραγωγής ενέργειας. Μέχρι το τέλος του έτους θα έχουμε αφήσει πίσω μας τελείως τον άνθρακα», τόνισε, επισημαίνοντας ότι ο δομικός αυτός μετασχηματισμός πραγματοποιήθηκε σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα.

Φυσικό αέριο και η περίπτωση της Πτολεμαΐδα 5

Ένα σημαντικό στοιχείο της μεταβατικής φάσης είναι άλλωστε και η απόφαση για μετατροπή της Πτολεμαΐδα 5 σε μονάδα φυσικού αερίου, με στόχο να τεθεί σε λειτουργία έως το τέλος του 2027.

Όπως είχε αναφέρει προ ημερών στη Βουλή ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Νίκος Τσάφος, η μετάπτωση της Πτολεμαΐδα 5 με λιγνίτη είναι πλέον μη βιώσιμη: το 2025 η μονάδα λειτούργησε μόλις για περίπου το 20 % των συνολικών ωρών του έτους, ενώ το υψηλό κόστος των δικαιωμάτων εκπομπών CO₂ (περίπου 90 € ανά τόνο) καθιστά απαγορευτική τη συνεχή χρήση άνθρακα.

Η μετατροπή σε φυσικό αέριο επιτρέπει τη διατήρηση κρίσιμης ισχύος στο σύστημα ηλεκτροπαραγωγής και την ενίσχυση της ευελιξίας του, συμβάλλοντας παράλληλα στην ενεργειακή ασφάλεια στη μεταβατική περίοδο, μέχρι να αυξηθεί περαιτέρω η διείσδυση των ΑΠΕ και των συστημάτων αποθήκευσης.

Ευέλικτη παραγωγή και εξισορρόπηση του συστήματος

Όπως εξήγησε χθες από το Νταβός ο κ. Στάσσης, η μετάβαση κατέστη δυνατή χάρη σε δύο στρατηγικές επιλογές: την υλοποίηση ενός από τα ταχύτερα προγράμματα αποανθρακοποίησης στην Ευρώπη και την παράλληλη ανάπτυξη ενός ολιστικού συστήματος καθαρής και ευέλικτης ενέργειας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Στο πλαίσιο αυτό, η ευέλικτη παραγωγή και οι υποδομές εξισορρόπησης, όπως η μετατροπή παλαιών γεννητριών στον ΑΗΣ Καρδιάς σε σύγχρονους πυκνωτές, παίζουν καθοριστικό ρόλο στην υποστήριξη ενός δικτύου με υψηλό ποσοστό ΑΠΕ.

Παράλληλα, δρομολογούνται αντλησιοταμιευτικά έργα που αξιοποιούν τα πρώην λιγνιτικά ορυχεία ως «φυσικές μπαταρίες», επιτρέποντας την αποθήκευση ενέργειας μεγάλης κλίμακας και τη στήριξη της λειτουργίας του συστήματος σε περιόδους υψηλής ζήτησης.

Data centers και στήριξη της τηλεθέρμανσης

Πέρα από την ενέργεια, η μεταλιγνιτική στρατηγική της ΔΕΗ συνδέεται και με την ψηφιακή οικονομία, μέσω της δημιουργίας giga data center στον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου. Η επένδυση, εφόσον οριστικοποιηθούν οι συμφωνίες με hyperscalers, αναμένεται να είναι από τις μεγαλύτερες στην Ευρώπη, με τροφοδοσία behind-the-meter, χωρίς επιβάρυνση του εθνικού συστήματος, ενώ γύρω της μπορεί να αναπτυχθεί ένα ευρύτερο οικοσύστημα τεχνολογίας και καινοτομίας.

Σε πλήρη εξέλιξη βρίσκεται ήδη το επενδυτικό πρόγραμμα της ΔΕΗ στη Δυτική Μακεδονία, με την έναρξη λειτουργίας του σταθμού Συμπαραγωγής Ηλεκτρισμού και Θερμότητας Υψηλής Απόδοσης (ΣΗΘΥΑ) και την κατασκευή και εγκατάσταση λεβήτων διπλού καυσίμου στη ΔΕΥΑ Κοζάνης. Τα έργα αυτά προβλέπεται να τεθούν σε λειτουργία έως το τέλος του 2026 και αναμένεται να συμβάλουν ουσιαστικά στην κάλυψη μέρους των αναγκών τηλεθέρμανσης των Δήμων της περιοχής.

Παράλληλα, τους επόμενους μήνες ολοκληρώνεται από τον Όμιλο ΔΕΗ η υλοποίηση επιμέρους σταθμών ΑΠΕ στη Δυτική Μακεδονία, καθώς και έργων αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας συνολικής ισχύος 150 MW, ενισχύοντας περαιτέρω την ενεργειακή ασφάλεια και το νέο αναπτυξιακό αποτύπωμα της πρώην λιγνιτικής περιοχής.

Διαβάστε ακόμη: