Ο διευθύνων σύμβουλος της γερμανικής εταιρείας ενέργειας EON SE δήλωσε ότι η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης πρέπει να κόψει ταχύτητα στην επέκταση της αιολικής και της ηλιακής ενέργειας, υποστηρίζοντας ότι τα δίκτυα ηλεκτρισμού της χώρας δυσκολεύονται να αντέξουν τον καταιγισμό νέων έργων ΑΠΕ.

Όπως είπε ο Leonhard Birnbaum σε συνέντευξή του στη Sueddeutsche Zeitung που δημοσιεύθηκε την Κυριακή, το γερμανικό σύστημα ηλεκτρισμού σε αρκετές περιοχές έχει φτάσει στα «φυσικά όριά» του. Αυτό, σύμφωνα με τον ίδιο, ανεβάζει το κόστος για τα νοικοκυριά, καθώς οι διαχειριστές δικτύου πληρώνουν αποζημιώσεις σε αιολικά και φωτοβολταϊκά πάρκα όταν αναγκάζονται να περιορίσουν την παραγωγή τους.

Ο Birnbaum σημείωσε ότι η παραγωγή από ΑΠΕ επηρεάζει ολοένα και πιο έντονα τόσο τις μακροπρόθεσμες όσο και τις βραχυπρόθεσμες τιμές ρεύματος. Όταν η παραγωγή από αέρα και ήλιο πέφτει, το κενό καλύπτεται από μονάδες άνθρακα και φυσικού αερίου. Με αυτό το σκεπτικό, τάχθηκε υπέρ της αναθεώρησης προς τα κάτω των γερμανικών στόχων για νέα εγκατεστημένη ισχύ ΑΠΕ, λέγοντας ότι η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη παραμένει σχεδόν στάσιμη εδώ και χρόνια, σε αντίθεση με τις παλαιότερες προβλέψεις που «έβλεπαν» άλμα ζήτησης λόγω εξηλεκτρισμού.

«Οι ΑΠΕ έχουν κερδίσει – ήδη δίνουν πάνω από το 60% του ρεύματός μας», είπε. «Σε αυτό το στάδιο δεν έχει νόημα να επιδοτούμε μαζικά νέα ισχύ, ειδικά όταν κάθε νέα ανεμογεννήτρια προσθέτει κόστος αλλά σχεδόν κανένα όφελος».

Ως ένας από τους μεγαλύτερους διαχειριστές δικτύων διανομής στην Ευρώπη, η EON παίζει κεντρικό ρόλο στον εξηλεκτρισμό της οικονομίας. Οι δηλώσεις του Birnbaum αναδεικνύουν την αυξανόμενη ανησυχία γύρω από τη γερμανική ενεργειακή μετάβαση: η συμφόρηση στα δίκτυα μεγαλώνει, το κόστος περιορισμών παραγωγής φτάνει σε δισεκατομμύρια και πολλές βιομηχανίες δυσκολεύονται να εξασφαλίσουν έγκαιρη σύνδεση στο δίκτυο.

Ο ίδιος εκτίμησε ότι οι τιμές ρεύματος και φυσικού αερίου θα υποχωρήσουν το 2026, με βοήθεια και από τις κρατικές επιδοτήσεις στα τέλη δικτύου, όμως προειδοποίησε ότι χρειάζονται αλλαγές πολιτικής ώστε το σύστημα να παραμείνει αξιόπιστο και να στηριχθεί η ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας.

Παρά τη μεγάλη ανάπτυξη των ΑΠΕ, η Γερμανία εξακολουθεί να στηρίζεται στα ορυκτά καύσιμα για να καλύπτει τις ανάγκες όταν η ζήτηση ανεβαίνει ή όταν πέφτει η παραγωγή από αέρα και ήλιο. Η εξάρτηση αυτή έγινε πιο έντονη μετά το κλείσιμο των τελευταίων πυρηνικών σταθμών το 2023. Η κυβέρνηση σκοπεύει το 2026 να προκηρύξει διαγωνισμό για νέο στόλο μονάδων φυσικού αερίου, που θα αντικαταστήσουν σταδιακά τις λιγνιτικές/ανθρακικές μονάδες που αποσύρονται.

Διαβάστε ακόμη: