ART BUSINESS

Ελένη Ζούνη: Τα εικαστικά δεν τα αγαπούν, δεν τα καταλαβαίνουν και το περνούν αυτό σε όλη την διαπαιδαγώγηση του κράτους και των πολιτών

Η γνωστή εικαστικός σε μια συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης

Συνέντευξη στον Κώστα Κατόπη

 

Με τη γνωστή εικαστικό Ελένη Ζούνη συναντηθήκαμε στο ατελιέ της στα Εξάρχεια ένα συννεφιασμένο απόγευμα.

Τα μεγάλων διαστάσεων έργα που ετοιμάζει αυτή την περίοδο, κυριαρχούσαν στον χώρο με την ίδια να δεσπόζει στο κέντρο τους, ως δημιουργός… Από τις πρώτες μας κουβέντες επικεντρωθήκαμε στην Τέχνη στη μετα-Covid εποχή αλλά και τον ρόλο της πολιτείας που υστερεί στην ανάδειξή της.

Αναφέρθηκε στα πρώτα της βήματα στον χώρο, τις εμπνεύσεις της, καθώς σ τις συνθήκες στις οποίες κάθε φορά προσαρμοζόταν μέσω των υλικών που χρησιμοποιούσε.

Περιέγραψε το πώς εξελίχθηκε η δουλειά της σήμερα σε ποιητική γραφή-ζωγραφική.

Μίλησε ακόμα για τη στροφή του ενδιαφέροντος σε δημόσιους πλέον χώρου όπου παρουσιάζονται έργα αξιόλογων καλλιτεχνών.

Σε ότι αφορά τις αίθουσες τέχνης και τον ρόλο τους δηλώνει ότι «υπήρχαν ανέκαθεν γκαλερί που δεν ενδιαφέρονται μόνον για το στεγνό εμπόριο της τέχνης και ρισκάρουν φιλοξενώντας έργα λιγότερο εμπορικά. Αυτές τις επισκέπτομαι πάντα με ενδιαφέρον. Υπάρχουν και αίθουσες, που εμμένουν στην εμπορική ευκολία, δεν έχουν μια συγκεκριμένη πολιτική, οπότε παρουσιάζουν αναμασημένα, κιτς και άδεια σε περιεχόμενο έργα, ένα γενικό ανακάτεμα, μέσα στο οποίο χάνονται τελικά και όσα έργα και καλλιτέχνες αξίζουν».

Αναλυτικά η συνέντευξη της Ελένης Ζούνη έχει ως εξής:

 

-Κα Ζούνη, πού αρχίζει και πού τελειώνει για εσάς η ζωγραφική; Πώς ξεκινήσατε;

Υπήρχε μία ευνοϊκή, κατάσταση στο σπίτι που μεγάλωσα, με τους γονείς μου να αγαπούν τις τέχνες, την μητέρα μου να ζωγραφίζει και τον πατέρα μου να είναι ενθαρρυντικός στο να ασχολούμαι με την ζωγραφική και τις κατασκευές. Είχα απόλυτη ελευθερία και επιβράβευση στο να μουτζουρώνω και να χαράσσω όποια επιφάνεια έβρισκα ενδιαφέρουσα, να αντιγράφω εικόνες και να κάνω γενικώς την ανάγκη για δημιουργία, παιχνίδι της καθημερινότητάς μου.

Ήταν επόμενο να ξεκινήσω τις σπουδές μου σε αυτόν το χώρο, αρχής γενομένης στα 17 μου, από την Σχολή Βακαλό και συνεχίζοντας στην ΑΣΚΤ, στο εργαστήριο του Δημοσθένη Κοκκινίδη. Επέλεξα την ζωγραφική, το σχέδιο βασικά, αλλά με ενδιαφέρει πάρα πολύ και η γλυπτική. Η ζωγραφική ταυτίζεται με την γνώση και τα βιώματα, τα οποία ανακυκλώνονται στην πορεία της ζωής, προσθέτοντας και αφαιρώντας καταστάσεις, αναλόγως της αντιληπτικής ικανότητας που διαθέτει κανείς. Ευελπιστώ ότι θα τελειώσει για εμένα, όταν τελειώσει και η φυσική παρουσία μου.

 

 

-Από πού θεωρείτε ότι αντλείτε τις εμπνεύσεις σας και πώς σας επηρέασαν οι δάσκαλοί σας.

Είχα αγαπητούς και πολύ καλλιεργημένους δασκάλους και χωρίς να το συνειδητοποιώ όταν συνέβαινε στην διάρκεια των σπουδών, μου διοχέτευσαν τα στοιχεία που χρειαζόμουν για να σταθώ πάνω σε μια βάση και να αναπτυχθώ πνευματικά, πειραματιζόμενη και αναζητώντας τον δικό μου δρόμο στην ζωγραφική.

Από εκεί και πέρα, τα προσωπικά βιώματα, όπως ο θάνατος, οι απώλειες, ο έρωτας, η επαφή με την Φύση στην εξοχή των διακοπών, το διάβασμα, τα ταξίδια, οι συγκυρίες και oι πάρα πολλές επισκέψεις σε μουσεία και χώρους Τέχνης εκτός συνόρων, έγιναν συστατικά της κοσμοθεωρίας, το υλικό προς επεξεργασία, που συνεχίζει να βγαίνει κωδικοποιημένα στο έργο μου μέχρι σήμερα.

 

-Ποιο ρόλο θεωρείτε ότι διαδραματίζουν τα υλικά που χρησιμοποιεί ένας καλλιτέχνης καθ’ όλη τη διάρκεια της δημιουργικής του πορείας;

Προσωπικά έχω δουλέψει με υλικά που επέλεξα προκειμένου να προχωρήσει η ιδέα μου, αλλά και με υλικά που δεν ήταν της επιλογής μου, γιατί απλώς είχα την ανάγκη να συνεχίσω να δουλεύω, οπότε προσάρμοζα και την δουλειά μου, αναγκαστικά και ευρηματικά, στις εκάστοτε συνθήκες.

Με αυτή την έννοια, δεν μπορεί κανείς να γνωρίζει την εξέλιξη του έργου ενός καλλιτέχνη. Εδώ είναι που χρειάζεται να αντιληφθούν όλοι, ότι η συνεχής και συνεπής διαδικασία ενός καλλιτέχνη να αναπτύξει το έργο του είναι τελείως διαφορετική κατάσταση από τον ερασιτεχνισμό και την ευκαιριακή ανάγκη προβολής. Η Τέχνη ξεδιπλώνεται, μπορεί να κάνει ορατό τον μαγικό της κόσμο, όταν υπάρχουν οι κατάλληλες συνθήκες. Τα υλικά είναι μια πολύ σημαντική συνθήκη. Εάν ζούμε σε τόπο εχθρικό προς αυτές τις συνθήκες, απλώς περιοριζόμαστε, μένουμε στάσιμοι, ή τα παρατάμε.

 

 

 

-Μέρος της δουλειάς σας έχει χαρακτηριστεί ως οπτικό λεξικό. Πώς το μεταφράζετε;

Στην πάροδο του χρόνου και ακολουθώντας την ροή της δουλειάς μου, ξεκινώντας από την σπουδή του ανθρώπινου μοντέλου, την διάλυση, την σύνθεση και την ανασύνθεση του, μαζί με το ενδιαφέρον μου για την γεωμετρία και την γραφή, πρόσθεσα άλλο ένα γοητευτικό τοπίο, αυτό των γραμμάτων. Τα γράμματα έγιναν ήχοι, γραμμές και σχήματα, τα οποία κινούνταν μέσα σε έναν χώρο με λογική αλλά και με την ελευθερία της αυτόματης γραφής και της χειρονομίας.

Πέρασαν χρόνια δουλειάς πριν κατακτήσω την ελευθερία να δέχομαι το γεγονός την στιγμή που συμβαίνει και να αποκτηθεί η ικανότητα να το κατευθύνω χωρίς να λογοκρίνομαι. Η τάση μου για επικοινωνία με οδήγησε στην διαμόρφωση της προσωπικής μου γραφής, η οποία περιέχει μνήμες παιδικών παιχνιδιών, φιγούρες που βρίσκονται σε διάφορες σχέσεις, κατάσταση όμοια με την ρύμη του λόγου και του ήχου, όπως σε μία συμφωνία.

Μελέτησα την προέλευση και την έννοια της γραφής όχι μόνον σαν γραπτή μέτρηση και επικοινωνία, αλλά και σαν εικαστική γλώσσα που αποτελείται από την ανάγκη εξωτερίκευσης ιδεών, αλλά και αυτού που δεν μπορεί να ειπωθεί μέσω των λέξεων, χωρίς να γίνεται απαραιτήτως περιγραφική ή ευανάγνωστη, δηλαδή χωρίς να αφαιρείται η ικανότητα και ο νοητικός χώρος που είναι απαραίτητα για να αναπτυχθούν η σκέψη και τα συναισθήματα ελεύθερα. Με όσο το δυνατόν λιγότερες συμβάσεις. Δημιουργήθηκε έτσι αυτή η ποιητική γραφή-ζωγραφική.

 

 

 

-Ποια περίοδο της καλλιτεχνικής σας εξέλιξης θα χαρακτηρίζατε ως ορόσημο;

Δεν μπορώ εύκολα να ξεχωρίσω χρονικά την ροή της δημιουργίας που ακολούθησα. Σίγουρα όταν μπορούσα να έχω χρόνο και θετικό περιβάλλον κάτι που είχα τα 30 περίπου δημιουργικά χρόνια συνεργασίας με την μοναδική Μαρία Δημητριάδη και τον χώρο που μας πρόσφερε με την ενθαρρυντική εμπιστοσύνη και γνώση της για την Τέχνη μας, (την ιστορική Μέδουσα) ή, όταν βρέθηκα να ζω σε κάποια ευρωπαϊκή χώρα όπου τα ερεθίσματα ήταν πολλά και πλούσια σε πνευματικότητα αλλά και η αγάπη και ο σεβασμός των πολιτών εκείνων των χωρών προς την ζωγραφική και τους καλλιτέχνες, δημιουργούσαν το ιδανικό περιβάλλον για να αναπτυχθούν οι ιδέες και να εκφραστούν, οπότε η κύηση ήταν λιγότερο επώδυνη και η έρευνα εξελισσόταν διαφορετικά.

Εδώ, στην περίοδο της πανδημίας, που σταμάτησαν οι υποχρεώσεις και η Φύση ησύχασε, η δημιουργικότητα ανέπνευσε. Τον υπόλοιπο χρόνο, βιώνουμε τεράστιες και παράλογες για την εποχή μας δυσκολίες και ξοδεύουμε το μεγαλύτερο μέρος της ενέργειάς μας, μη δημιουργικά. Η Ελληνική πραγματικότητα για εμάς, τους καλλιτέχνες, μοιάζει με στημένα ατάκτως εμπόδια από όντα που η μοναδική ικανότητα που έχουν, είναι να τοποθετούν αυτά τα εμπόδια.

 

 

 

-Στις τελευταίες σας δουλειές ασχολείστε με γραμμικά σχέδια και με μελάνι, κυρίως σε μεγάλες διαστάσεις. Τι σας οδήγησε σε αυτό; Τι θέλετε να επικοινωνήσετε;

Από την περίοδο της ΑΣΚΤ, ενθαρρυνθήκαμε από τον δάσκαλό μας, να ανοιχτούμε σε μεγάλες διαστάσεις. Ήταν χαρακτηριστικό εκείνης της εποχής, η ελευθερία που απολαμβάναμε και ο άπλετος χώρος που μας προσφερόταν. Συνέχισα μέχρι σήμερα να απλώνομαι σε επιφάνειες αρκετά μεγάλες αλλά και σε μικρότερες, με τα σχέδιά μου. Υπάρχει η ανάγκη της σωματικής επαφής, της κίνησης, της δράσης που γίνεται τον συγκεκριμένο χρόνο κατασκευής ενός έργου.

Η αλλαγή αποστάσεων προς κάθε κατεύθυνση, με βοηθά στην επίλυση των προβλημάτων που δημιουργούνται στην επιφάνεια κάθε φορά, σαν να πρόκειται για επίλυση μαθηματικής εξίσωσης.

Η χρήση των βασικών στοιχείων της εικαστικής γλώσσας, είναι πάντα εκεί και λειτουργούν συχνά ως καταλύτες της έκφρασης. Οι ποιότητες του μελανιού ταιριάζουν με την διαδικασία όπως αυτή εξελίσσεται. Το μεγάλο και ζωτικό ενδιαφέρον, βρίσκεται στην απορία του που θα καταλήξει αυτή η κατάσταση που εμφανίζεται γράφοντας και η μεγάλη δυσκολία είναι να καθοδηγηθεί έτσι, ώστε να μου κινήσει το ενδιαφέρον και να μου δείξει έναν δρόμο να ακολουθήσω ξανά.

Πρέπει να υπάρχει κάποιο είδος βεβαιότητας, ο Λόγος, ώστε να βγει και να επικοινωνήσει με τον έξω κόσμο το έργο… Είναι σημαντικό να υπάρχει η κατάσταση νοητικής, ελεύθερης εξερεύνησης από τους θεατές, να προκαλείται η διάθεση να σταθούν, να ψάξουν και να δουν αυτό που συμβαίνει στην επιφάνεια χωρίς ερμηνευτικά όρια. Να παρασυρθούν ποιητικά. Το κοινό εδώ, δεν είναι ιδιαίτερα εξοικειωμένο με ό,τι δεν του είναι άμεσα αναγνωρίσιμο, όπως είναι π.χ. με ένα πολυφορεμένο και συχνά ανέμπνευστο τρόπο ζωγραφικής ενός γυμνού, ενός βάζου με λουλούδια, ή ενός ρεαλιστικού τοπίου, παρ’ όλα αυτά, έχει μεγάλη ανάγκη να δει, και να εισχωρήσει σε άλλες εκδοχές αντίληψης ενός έργου Τέχνης, αρχετυπικές ίσως.

Τα τελευταία χρόνια, φαίνεται να υπάρχει ένα συντηρητικό πισωγύρισμα στην έκφραση, μια απλοϊκότητα προς τέρψιν των οφθαλμών (και μόνον;) για λόγους κυρίως οικονομικούς, αλλά και σαν αποτέλεσμα της νοοτροπίας που έχει διαμορφωθεί, από άτομα που ενώ έχουν την οικονομική δυνατότητα, δεν έχουν καμία σχέση με όλο αυτό που είναι η μοντέρνα και η σύγχρονη τέχνη (δηλαδή αυτό που συνέβη και συνεχίζει να γίνεται, τους τελευταίους δύο αιώνες διεθνώς).

 

 

 

-Πείτε μας τις σκέψεις σας για την είσοδο της τεχνολογίας στην Τέχνη… και το αντίστροφο!

Η τεχνολογία στην Τέχνη ήταν ανέκαθεν η βάση της εξέλιξης και της διαμόρφωσής της. Η μορφή της ύλης διαφοροποιεί την διαχείριση της και αντίστροφα. Είναι αμφίδρομη η σχέση και ελεύθερη η επιλογή. Η Τέχνη που γίνεται στα εργαστήρια, μέσα από πειραματισμούς με την ύλη και με την άμεση συμμετοχή του σώματος και των αισθήσεων εξελίσσεται παράλληλα με την Τεχνολογία.

Η χρήση των τεχνολογικών δυνατοτήτων είναι απαραίτητη και πάντα θα εμφανίζονται έργα Τέχνης, όπως η θαυμάσια κινητική Τέχνη (Kinetic Art) του 20ου αι., η Video Art, με επίσης πολύ καλά έργα, ή η διαδραστική Τέχνη (interactive kinetic art), πού θα κινούν το ενδιαφέρον μας. Την ελευθερία επιλογών που μας προσφέρει η εξέλιξη, για να λειτουργήσει θετικά προς όφελος της ζωής, χρειάζεται να μπορεί ο δημιουργός ή ο εφευρέτης, να έχει την ικανότητα να αισθάνεται τις πραγματικές ανάγκες του χώρου και της ύπαρξης των υπολοίπων ατόμων.

Η συμπόρευση τεχνολογίας, και δεξιοτήτων θα συνεχίσουν να υπάρχουν και να εξελίσσονται, το θέμα είναι τι κρατά από όλο αυτό μια κοινωνία, πόσο επιλεκτική μπορεί να είναι και για ποιους λόγους πολιτικούς και οικονομικούς θα εγκρίνει ή δεν θα προωθήσει σύγχρονα έργα.

 

 

 

-Στη μετά-covid εποχή εμφανίζονται διαφορές σε σχέση με το παρελθόν αναφορικά με τις εκθέσεις και τον τρόπο προβολής καλλιτεχνικών έργων. Πού συμφωνείτε και πού διαφωνείτε;

Νομίζω ότι το ενδιαφέρον πλέον το παρουσιάζουν οι εκθέσεις που γίνονται σε δημόσιους χώρους. Εκεί παρουσιάζονται μόνον αξιόλογα έργα στην μεγάλη πλειοψηφία τους, είναι χώροι που έχουν φιλοξενήσει ιδιαίτερα σημαντικές εκθέσεις.

Έχει γίνει εξαιρετική δουλειά από τον υπεύθυνο επιμελητή, τον ιστορικό Τέχνης Χριστόφορο Μαρίνο, στην Πινακοθήκη και σε άλλους χώρους του δήμου Αθηναίων, τα τελευταία χρόνια, που έδωσε με ιδιαίτερη συνέπεια και με συνέχεια, την δυνατότητα σε σημαντικούς σύγχρονους, Έλληνες εικαστικούς, να παρουσιάσουν επιτέλους το έργο τους, σε αναδρομικές ή μεγάλες εκθέσεις, σε καταπληκτικούς χώρους και αυτό είναι μοναδικό φαινόμενο στα χρονικά.

Επίσης μια ακόμη διοργάνωση εκθέσεων με μάλλον τέλεια επιμέλεια και περιεχόμενο, έχει πραγματοποιήσει στην Αθήνα, ο αρχαιολόγος και αρχιτέκτονας, δρ. Κώστας Πράπογλου, ο οποίος έχει ανακαλύψει και ξαναδώσει ζωή με άλλη μορφή, ποιητική, σε χώρους που βρίσκονταν σε αχρησία με θαυμαστά αποτελέσματα. Υπήρχαν, ανέκαθεν γκαλερί που δεν ενδιαφέρονται μόνον για το στεγνό εμπόριο της τέχνης και ρισκάρουν φιλοξενώντας έργα λιγότερο εμπορικά. Αυτές τις επισκέπτομαι πάντα με ενδιαφέρον.

Υπάρχουν και αίθουσες, που εμμένουν στην εμπορική ευκολία, δεν έχουν μια συγκεκριμένη πολιτική, οπότε παρουσιάζουν αναμασημένα, κιτς και άδεια σε περιεχόμενο έργα, ένα γενικό ανακάτεμα, μέσα στο οποίο χάνονται τελικά και όσα έργα και καλλιτέχνες αξίζουν. Αυτό βέβαια συμβαίνει παντού και συνέβαινε ανέκαθεν, απλώς σε οπισθοδρομικές χρονικές περιόδους και κοινωνίες, πλειοψηφεί.

 

 

 

-Για την κατάσταση της αγοράς της Τέχνης αυτή την περίοδο, ποια εντύπωση σχηματίζετε;

Πιστεύω ότι εάν υπήρχε υγιής οικονομία και υπήρχαν καλλιεργημένοι άνθρωποι με αγάπη για την Τέχνη, άρα γνώση και ευφυΐα, ώστε να αγοράζουν, να επενδύουν και να προωθούν στο εξωτερικό τους πολύ καλούς σύγχρονους Έλληνες εικαστικούς που έχουμε, θα ήμασταν όλοι, αυτοί, εμείς αλλά και η οικονομία μια χαρά!

 

-Ποιος είναι ο ρόλος της Πολιτείας στα εικαστικά και τις Τέχνες γενικότερα; Υπάρχει; Κι αν δεν υπάρχει, τι έχετε να προτείνετε;

Συμβαίνει το εξής ιδιόμορφο εδώ: Κάποιες Τέχνες είναι σαν να μην υπάρχουν! Μπορεί να λειτουργούν αρκετές Σχολές Καλών Τεχνών, αλλά το τι θα απογίνουν οι απόφοιτοι καλλιτέχνες, μοιάζει να μην αφορά την πολιτεία που τις ίδρυσε.

Τα εργαστήρια εικαστικών συρρικνώθηκαν ή έκλεισαν, η Ιστορία της Τέχνης διδάσκεται σε ελάχιστες σχολές και καθόλου στις δύο πρώτες βαθμίδες της εκπαίδευσης, έχουμε Υπουργεία πολιτισμού εξαρτημένα και αδιάφορα για κάποια είδη Τέχνης, ή ίσως για όλες τις σύγχρονες εκφάνσεις της δημιουργίας. Όταν οι υπεύθυνοι της Πολιτείας είναι ακαλλιέργητοι και πολωμένοι, τι μπορεί να περιμένει ένας καλλιτέχνης; Χρειάζεται να ενδιαφερθούν, να ερευνήσουν και να κατανοήσουν την δημιουργική διαδικασία, κατ’ αρχήν, για να μπορέσουν να αναπτύξουν το κριτήριο της αξιολόγησης ενός έργου Τέχνης. Τα εικαστικά δεν τα αγαπούν, δεν τα καταλαβαίνουν και το περνούν αυτό σε όλη την διαπαιδαγώγηση του κράτους και των πολιτών.

Είμαστε μια κοινωνία νεποτική, όπου η άγνοια γίνεται σημαία και επιβολή. Πολλά θα μπορούσε να κάνει η πολιτεία με το βλέμμα στραμμένο τουλάχιστον προς την Ευρώπη, ως παράδειγμα διαχείρισης της σύγχρονης Τέχνης και της προστασίας των καλλιτεχνών και ως απόδειξη ότι ανήκουμε εκεί. Αλλά δεν το κάνει, όπως δεν εμβαθύνει στον ιστορικό πολιτισμό μας. Επίσης, επειδή ακριβώς υπάρχει τεράστια ανεπάρκεια γνώσεων και ικανοτήτων, η αντιμετώπιση των καλλιτεχνών, όπως και ερευνητών επιστημόνων αλλά και ικανών ατόμων σε όλους τους τομείς, γίνεται με ιδιαίτερα αναξιοκρατικό τρόπο συνήθως.

 

 

 

-Τι θα συμβουλεύατε τους καλλιτέχνες που πραγματοποιούν τα πρώτα τους βήματα στον χώρο;

Νομίζω ότι θα πρέπει να κοιτούν περισσότερο προς το εσωτερικό τους, να προσπαθήσουν να είναι αληθινοί, συνεπείς, να ερευνούν, να παίζουν, να μην βιάζονται, να απαιτούν να πληρώνεται η δουλειά τους με λογική και όσοι μπορούν, να φύγουν, έστω και για ένα μικρό χρονικό διάστημα.

 

-Ποια τα μελλοντικά σας σχέδια;

Τους τελευταίους μήνες, ετοιμάζω τρία μεγάλων διαστάσεων έργα, για μια ομαδική έκθεση που θα γίνει τον Σεπτέμβριο στην Αθήνα.