Στην τελική ευθεία για τη συνεδρίαση της 30ής Απριλίου μπαίνουν στην Φρανκφούρτη, χωρίς να υπάρχει «καθαρή γραμμή» για τις αποφάσεις που θα λάβουν οι κεντρικοί τραπεζίτες. Στελέχη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) περιγράφουν ένα περιβάλλον βαθιάς αβεβαιότητας, όπου τα δεδομένα αλλάζουν καθημερινά και όλα τα σενάρια παραμένουν ανοιχτά. Ο γεωπολιτικός κίνδυνος έχει επιστρέψει στη νομισματική εξίσωση, μετατρέποντας την απόφαση για τα επιτόκια σε πολιτικό σταυρόλεξο και μάλιστα υψηλού ρίσκου. Η Κριστίν Λαγκάρντ αποφεύγει να δώσει σαφές στίγμα, ενώ το βασικό μήνυμα που εκπέμπεται προς τις αγορές είναι ότι η πολιτική θα παραμείνει απολύτως βασισμένη πάνω στα στοιχεία, ακόμη κι αν τα δεδομένα δεν είναι πλέον σταθερά.

Στο εσωτερικό της ΕΚΤ η εικόνα είναι σαφώς πιο σύνθετη από ό,τι αποτυπώνεται δημόσια. Τρία διακριτά στρατόπεδα έχουν αρχίσει να διαμορφώνονται, αντανακλώντας διαφορετικές προτεραιότητες και ανησυχίες. Τα λεγόμενα «γεράκια» με αιχμή τη Γερμανία και τις χώρες του Βορρά, εστιάζει στον κίνδυνο να παγιωθούν οι πληθωριστικές πιέσεις μέσω μισθών και υπηρεσιών και δεν αποκλείουν νέα αύξηση επιτοκίων ακόμη και άμεσα. Στον αντίποδα, το μπλοκ του Νότου —με Ιταλία, Ελλάδα και πιο ήπια τη Γαλλία— προειδοποιεί για τον κίνδυνο ασφυξίας της ανάπτυξης και εκτίναξης του κόστους δανεισμού, σε μια συγκυρία όπου η οικονομία ήδη επιβαρύνεται από το ενεργειακό σοκ. Ανάμεσα στις δύο γραμμές, το εκτελεστικό συμβούλιο επιχειρεί να κρατήσει ισορροπία, αναζητώντας χρόνο και διατηρώντας ανοιχτές όλες τις επιλογές.

Το βασικό σενάριο που συγκεντρώνει αυτή τη στιγμή τις περισσότερες πιθανότητες είναι η διατήρηση των επιτοκίων στο επίπεδο του 2%, μια επιλογή που ερμηνεύεται στις αγορές ως προσπάθεια αποφυγής άμεσης αναταραχής. Ωστόσο, το πραγματικό βάρος δεν βρίσκεται στην ίδια την απόφαση, αλλά στο μήνυμα που θα τη συνοδεύσει. Σε κλειστές συζητήσεις, αξιωματούχοι της ΕΚΤ εξετάζουν ήδη το ενδεχόμενο να συνοδευτεί μια τέτοια κίνηση από σαφή προειδοποίηση για μελλοντικές αυξήσεις, εφόσον οι ενεργειακές πιέσεις αποδειχθούν πιο επίμονες. Ο Έλληνας κεντρικός τραπεζίτης εκτιμά θα επικρατήσει η άποψη να μην αυξηθούν τα επιτόκια, στην περίπτωση που ο πόλεμος τερματιστεί τις επόμενες ημέρες

Πυρετός διαβουλεύσεων

Σύμφωνα με πληροφορίες από ευρωπαϊκούς κύκλους, τις τελευταίες ημέρες έχουν ενταθεί οι ανεπίσημες διαβουλεύσεις μεταξύ κεντρικών τραπεζιτών και κυβερνήσεων, με στόχο να αποτιμηθούν οι επιπτώσεις μιας ενδεχόμενης αλλαγής πορείας στη νομισματική πολιτική. Το βασικό ερώτημα αφορά τον πληθωρισμό, αλλά και το εύρος των δευτερογενών επιπτώσεων στην οικονομία, οι οποίες αφορούν από την κατανάλωση και τις επενδύσεις έως τη χρηματοδότηση του δημόσιου χρέους.

Στη Φρανκφούρτη επεξεργάζονται σενάρια που συνδέουν άμεσα την πορεία των επιτοκίων με την εξέλιξη της ενεργειακής κρίσης. Οι αναλύσεις αυτές ενσωματώνουν μεταβλητές υψηλής αβεβαιότητας, όπως η ταχύτητα αποκατάστασης των ενεργειακών ροών και η διάρκεια των γεωπολιτικών εντάσεων. Σε αυτό το πλαίσιο, τα Στενά του Ορμούζ,παραμένουν κρίσιμος παράγοντας, με την εξέλιξή του να επηρεάζει άμεσα τις αποφάσεις νομισματικής πολιτικής.

Παράλληλα, κυβερνήσεις της Ευρωζώνης έχουν αρχίσει να μεταφέρουν προς την ΕΚΤ τις ανησυχίες τους για το κόστος δανεισμού. Σε κλειστές συσκέψεις, οι υπουργοί Οικονομικών επισημαίνουν ότι μια νέα αύξηση επιτοκίων θα μπορούσε να επιβαρύνει σημαντικά τους προϋπολογισμούς, σε μια περίοδο όπου ήδη καταγράφονται πιέσεις από την ενεργειακή κρίση και την επιβράδυνση της οικονομίας

Παρότι η απόκλιση των αποδόσεων μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης παραμένει ελεγχόμενη, στελέχη των οικονομικών επιτελείων επισημαίνουν ότι η κατάσταση μπορεί να αλλάξει γρήγορα σε περίπτωση αυστηρότερης νομισματικής πολιτικής. Για χώρες με υψηλό δημόσιο χρέος, όπως η Ιταλία και η Ελλάδα, η προοπτική αύξησης των επιτοκίων θα μπορούσε να μεταφραστεί σε άμεση επιβάρυνση του κόστους εξυπηρέτησης. Σύμφωνα με πληροφορίες, σε εσωτερικές αναλύσεις εξετάζονται ήδη σενάρια που αποτυπώνουν την επίδραση μιας αύξησης κατά 25 ή 50 μονάδες βάσης στους προϋπολογισμούς των επόμενων ετών. Το συμπέρασμα που κυριαρχεί είναι ότι ακόμη και μικρές μεταβολές μπορούν να έχουν σωρευτικό αντίκτυπο, ιδίως εάν συνδυαστούν με χαμηλότερη ανάπτυξη.

Ο φόβος του στασιμοπληθωρισμού

Η ταυτόχρονη παρουσία υψηλότερου πληθωρισμού και επιβράδυνσης της ανάπτυξης δημιουργεί μια εξίσωση που περιορίζει τα περιθώρια δράσης της νομισματικής πολιτικής. Σύμφωνα με πληροφορίες, τα μοντέλα που επεξεργάζονται οι υπηρεσίες της ΕΚΤ εξετάζουν πλέον ρητά αυτό το ενδεχόμενο, ενσωματώνοντας σενάρια όπου οι ενεργειακές πιέσεις διατηρούνται για μεγαλύτερο διάστημα. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η αύξηση των επιτοκίων μπορεί να συμβάλει στη συγκράτηση των τιμών, αλλά ταυτόχρονα να εντείνει την επιβράδυνση της οικονομίας.

Αυτός ακριβώς είναι ο λόγος για τον οποίο η απόφαση της 30ής Απριλίου αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Το σήμα που θα εκπέμψει η Φρανκφούρτη αναμένεται να καθορίσει όχι μόνο την πορεία των επιτοκίων, αλλά και τις προσδοκίες των αγορών για το επόμενο διάστημα. Σύμφωνα με ευρωπαϊκές πηγές, η στρατηγική που εξετάζεται είναι να διατηρηθεί η ευελιξία, αποφεύγοντας δεσμεύσεις που θα μπορούσαν να περιορίσουν τις επιλογές στο μέλλον. Το μήνυμα που διαμορφώνεται είναι οτι η ΕΚΤ δεν αποκλείει τίποτα. Μέχρι τότε, η Φρανκφούρτη παραμένει σε θέση αναμονής, με όλες τις επιλογές στο τραπέζι και με την πίεση να αυξάνεται όσο πλησιάζει η στιγμή της απόφασης.

Διαβάστε ακόμη: