Μείωση κατά 15% της ηλικιακά τυποποιημένης επίπτωσης από τα εγκεφαλικά επεισόδια έως το 2030 προβλέπει το επικαιροποιημένο Stroke Action Plan for Europe (SAP-E), που παρουσιάστηκε ως ο νέος ευρωπαϊκός οδικός χάρτης για την πρόληψη, την οξεία αντιμετώπιση, την αποκατάσταση και τη μακροχρόνια φροντίδα των ασθενών. Το σχέδιο αποτελεί κοινή πρωτοβουλία της European Stroke Organisation και της Stroke Alliance for Europe, με στόχο να αντιμετωπιστεί μία από τις βασικές αιτίες θανάτου και αναπηρίας στην Ευρώπη.

Το επικαιροποιημένο σχέδιο διατηρεί ως βασική φιλοσοφία ότι το εγκεφαλικό δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται αποσπασματικά, αλλά ως μια ολόκληρη αλυσίδα φροντίδας: από την πρωτογενή πρόληψη και την ταχεία διάγνωση έως τη νοσηλεία σε εξειδικευμένες μονάδες, την αποκατάσταση και τη ζωή μετά το επεισόδιο. Στο πλαίσιο αυτό, θέτει και έναν ακόμη κεντρικό στόχο: τουλάχιστον 90% των ασθενών με οξύ εγκεφαλικό να αντιμετωπίζονται αρχικά σε εξειδικευμένη μονάδα εγκεφαλικού, ενώ παράλληλα ζητά από κάθε χώρα να διαθέτει εθνικό σχέδιο για το εγκεφαλικό που να καλύπτει όλη τη διαδρομή του ασθενούς.

Εγκεφαλικά: Οι παρεμβάσεις που ζητά η Ευρώπη

Το SAP-E δεν περιορίζεται σε γενικές διακηρύξεις, αλλά περιγράφει συγκεκριμένες προτεραιότητες έως το 2030. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η ενίσχυση της πρωτογενούς και δευτερογενούς πρόληψης, η καλύτερη ρύθμιση παραγόντων κινδύνου όπως η υπέρταση, η έγκαιρη πρόσβαση σε θεραπείες όπως η ενδοφλέβια θρομβόλυση και η μηχανική θρομβεκτομή, η καθολικότερη ανάπτυξη υπηρεσιών αποκατάστασης και η συστηματική αξιολόγηση των υπηρεσιών υγείας μέσα από κοινούς δείκτες απόδοσης και παρακολούθησης της θνησιμότητας.

Ιδιαίτερο βάρος δίνεται στην πρόληψη, καθώς το σχέδιο επισημαίνει ότι σημαντικό μέρος των εγκεφαλικών μπορεί να αποφευχθεί με πιο αποτελεσματικό έλεγχο των παραγόντων κινδύνου. Η υπέρταση, οι μεταβολικές διαταραχές, η κολπική μαρμαρυγή, το κάπνισμα και η παχυσαρκία παραμένουν βασικοί επιβαρυντικοί παράγοντες, με τους συντάκτες του σχεδίου να υπογραμμίζουν ότι η μάχη κατά του εγκεφαλικού ξεκινά πολύ πριν ο ασθενής φτάσει στο νοσοκομείο.

Η Ευρώπη των δύο ταχυτήτων

Το πιο ανησυχητικό συμπέρασμα της επικαιροποίησης είναι ότι η εικόνα στην Ευρώπη παραμένει βαθιά άνιση. Αν και έχουν γίνει βήματα προόδου τα τελευταία χρόνια, η πρόσβαση σε εξειδικευμένες μονάδες εγκεφαλικού, σε σύγχρονες επεμβατικές θεραπείες και σε οργανωμένη αποκατάσταση δεν είναι ίδια σε όλες τις χώρες, ούτε καν σε όλες τις περιοχές της ίδιας χώρας. Το Lancet επισημαίνει ότι οι αποκλίσεις αυτές αποτυπώνονται τόσο στην έγκαιρη πρόσβαση σε θεραπεία όσο και στα αποτελέσματα, με τη θνησιμότητα και την αναπηρία να παραμένουν σημαντικά υψηλότερες εκεί όπου η οξεία φροντίδα είναι αδύναμη ή καθυστερημένη.

Στο ίδιο πλαίσιο, το σχέδιο δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην ανάγκη να μετριέται συστηματικά η πραγματική επίδοση των υπηρεσιών. Για αυτόν τον λόγο, η νέα έκδοση εισάγει ανανεωμένους δείκτες παρακολούθησης, ώστε να μπορεί να αξιολογείται με συγκρίσιμο τρόπο όχι μόνο η πρόσβαση στις υπηρεσίες αλλά και η ποιότητα της φροντίδας, η ασφάλεια, η αποτελεσματικότητα και η συνέχεια της υποστήριξης μετά το εξιτήριο.

Το βάρος της νόσου παραμένει τεράστιο

Παρά το γεγονός ότι σε αρκετές περιοχές έχουν μειωθεί τα ηλικιακά προσαρμοσμένα ποσοστά θνησιμότητας, το συνολικό φορτίο του εγκεφαλικού εξακολουθεί να αυξάνεται. Ο βασικός λόγος είναι η γήρανση του πληθυσμού και η δημογραφική ανάπτυξη, που οδηγούν σε περισσότερα περιστατικά συνολικά, ακόμη και όταν η ιατρική φροντίδα βελτιώνεται. Η ανάλυση στο Lancet τονίζει ότι χωρίς ισχυρή πολιτική βούληση, επαρκή χρηματοδότηση και εθνικά οργανωμένα δίκτυα φροντίδας, οι στόχοι του 2030 θα μείνουν στα χαρτιά.

Αυτό είναι και το πραγματικό στοίχημα για τα επόμενα χρόνια. Το νέο ευρωπαϊκό σχέδιο δίνει ένα σαφές και μετρήσιμο πλαίσιο. Η επιτυχία του, όμως, δεν θα κριθεί στις διακηρύξεις, αλλά στο αν οι χώρες θα επενδύσουν στην πρόληψη, στις μονάδες εγκεφαλικού, στη γρήγορη πρόσβαση σε θεραπεία και στην αποκατάσταση. Με απλά λόγια, η μάχη για τη μείωση των εγκεφαλικών δεν είναι μόνο ιατρική. Είναι και οργανωτική, κοινωνική και βαθιά πολιτική.

Διαβάστε ακόμη: