Στη Γερμανία, καθώς η οικονομία διολισθαίνει στη στασιμότητα, η βαριά βιομηχανία πιέζεται από τον ανταγωνισμό, οι τιμές ανεβαίνουν και η ακροδεξιά AfD κερδίζει έδαφος, κάποιοι έχουν τελευταίως αρχίσει να κοιτούν προς την Ελλάδα με θαυμασμό.

Όπως σημειώνει ρεπορτάζ της Καθημερινής, από κει που ήταν παράδειγμα προς αποφυγήν, μια χώρα στο χείλος του γκρεμού, είναι πλέον προς μίμηση, δεν διστάζουν να ισχυριστούν. Το έγραψε η Handelsblatt τον Αύγουστο σε κεντρικό άρθρο της με τίτλο «Τι μπορούμε να μάθουμε από την Ελλάδα», το οποίο αναφερόταν στις μεταρρυθμίσεις που προχωρούν εδώ. Ρωτήθηκε σχετικά από την ίδια εφημερίδα ο Κυριάκος Πιερρακάκης και απάντησε σεμνά ότι η Ελλάδα θέλει να εμπνεύσει τη Γερμανία στο μεταρρυθμιστικό πεδίο. Πριν από σχεδόν ένα χρόνο, ο κεντρικός τραπεζίτης της, Γιοακίμ Νάγκελ, σε επίσκεψή του στην Ελλάδα, είχε πει ότι η Ελλάδα είναι παράδειγμα για τη Γερμανία και τις άλλες χώρες που αντιμετωπίζουν προβλήματα. Αλλά και οι Financial Times, αναφερόμενοι στη συνέντευξη Πιερρακάκη, κάλεσαν τους αναγνώστες να απολαύσουν τη στιγμή «που η Ελλάδα βρίσκεται στη θέση να συμβουλεύει τη Γερμανία».

Η αλήθεια είναι ότι στο πεδίο των μακροοικονομικών επιδόσεων η Ελλάδα τα πήγε πολύ καλύτερα τα τελευταία χρόνια από τον μέσο όρο των εταίρων της στην Ευρώπη. Οπως έλεγε οικονομικός παράγων σχολιάζοντας τους γερμανικούς επαίνους, «θα μπορούσαμε να είχαμε κάνει περισσότερα στον τομέα των μεταρρυθμίσεων, αλλά το καλύτερο είναι εχθρός του καλού». Το γεγονός είναι ότι η Ελλάδα απολαμβάνει γενική εκτίμηση διεθνώς.

Για να μην αεροβατούμε, ωστόσο, η πρόοδος στις οικονομικές επιδόσεις που σημειώθηκε τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα δεν ήταν καθόλου επαρκής για να καλυφθεί η απόσταση με τις αντίστοιχες γερμανικές, αλλά και από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Στην περίπτωσή μας, με άλλα λόγια, το «καλό» δεν είναι αρκετό. Πρέπει να επιδιώξουμε το «καλύτερο» αν θέλουμε να φύγουμε από αυτές τις τελευταίες θέσεις.

Ποια είναι η πρόοδος: Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσίασε πρόσφατα ο Ακης Σκέρτσος, η συμμετοχή της βιομηχανίας στο ΑΕΠ έχει αυξηθεί από 13,9% το 2019 σε 15,5% το 2024, υψηλότερα και από το 2000 που ήταν 14,5% του ΑΕΠ. Απόδειξη, κατά τον ίδιο, ότι το παραγωγικό μοντέλο της οικονομίας αλλάζει.

Την ίδια ώρα, όμως, τα στοιχεία δείχνουν ότι παρά την πρόοδο παραμένει κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, όπου η βιομηχανία αντιπροσωπεύει το 22% του ΑΕΠ, και από τη Γερμανία, όπου ανεβαίνει στο 25% του ΑΕΠ της.

Αν περιοριστούμε στην καθαρή μεταποίηση, δηλαδή αν εξαιρέσουμε ενέργεια, ορυχεία και κατασκευές, η συμμετοχή στο ΑΕΠ της Ελλάδας περιορίζεται στο 9,1%, έναντι 14,2% στην Ε.Ε., ποσοστό που τοποθετεί τη χώρα στην 4η θέση από το τέλος, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat για το 2025. Στη Γερμανία το αντίστοιχο ποσοστό είναι 17,6%. Ο στόχος της κυβέρνησης ήταν για 13% το 2027, ενώ αργότερα έθεσε και τον στόχο του 15% έως το 2030. Προλαβαίνει άραγε να φτάσει τον στόχο σε τόσο λίγο χρόνο;

Βεβαίως, η Ελλάδα ανέβηκε στο 9,1% από το 7,8% που ήταν το 2019, ενώ η Γερμανία έπεσε από το 19,2% στο 17,6% την ίδια περίοδο. «Η Ελλάδα παραμένει φυσικά μια οικονομία υπηρεσιών, όμως σήμερα διαθέτει ισχυρότερη βιομηχανία, περισσότερη μεταποίηση, διπλάσιες εξαγωγές από το 2010 και μεγαλύτερη παραγωγική βάση», σύμφωνα με τον κ. Σκέρτσο.

Η αύξηση της συμμετοχής της βιομηχανίας στο ΑΕΠ επιδιώκεται και για να βελτιώσει η χώρα την παραγωγικότητά της. Οι σχετικοί δείκτες κινούνται, όμως, ακόμη σε χαμηλά επίπεδα. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ για την παραγωγικότητα της εργασίας, η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία ανά ώρα εργασίας στην Ελλάδα είναι 41,50 δολάρια (από 34,28 το 2021), ενώ στη Γερμανία είναι 92,91 δολάρια (από 77,16) και στην Ε.Ε. των «27» είναι 75,63 ευρώ (από 58,63 το 2021).

Το 2025, πάντως, ήταν μια καλή χρονιά για την παραγωγικότητα της εργασίας ανά ώρα, που αυξήθηκε κατά 2,6% στην Ελλάδα έναντι 1,4% στην Ε.Ε., σύμφωνα με τη Eurostat.

Οπως επισήμαινε εξάλλου και το Συμβούλιο Παραγωγικότητας του ΚΕΠΕ στην τελευταία έκθεσή του, κατά το 2024, το ελληνικό ΑΕΠ ανά εργαζόμενο παρέμεινε περίπου στο 52% του μέσου όρου της Ευρωζώνης και στο 57% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ενωσης, ενώ το ελληνικό ΑΕΠ ανά ώρα εργασίας ήταν ακόμη χαμηλότερο, δηλαδή 46% του μέσου όρου της Ευρωζώνης και 40% του μέσου όρου της Ε.Ε. Παρά την εκτιμώμενη βελτίωση, το 2025 και το 2026, το χάσμα δεν πρόκειται να κλείσει εύκολα.

Διαβάστε ακόμη: