«Mαύρο» Ιανουάριο αλλά και εξίσου «μαύρο» τρίμηνο Φεβρουαρίου-Απριλίου θα περάσουν τα νοικοκυριά και οι καταναλωτές στην Ελλάδα αλλά και σε όλη την ΕΕ, εξαιτίας των πολύ υψηλών τιμών ενέργειας, που δεν αναμένεται να μειωθούν πριν το τέλος Απριλίου.

Ως αντίδοτο, η Γαλλία που έχει την Προεδρία της ΕΕ αυτό το εξάμηνο, επαναφέρει την πρόταση, η οποία υποστηρίζεται ένθερμα και από την Ελλάδα, να αποσυνδεθεί η τιμολόγηση στο ηλεκτρικό ρεύμα από το φυσικό αέριο.

Μάλιστα στην πρώτη συνάντηση επί γαλλικής προεδρίας των 27 υπουργών Ενέργειας στις 20 Ιανουαρίου η Γαλλίδα υπουργός Ενέργειας Barbara Pompilli θα θέσει επίσημα το θέμα.

Την ίδια στιγμή  ξένοι αναλυτές όπως ο Julian Lee  του Bloomberg αλλά στελέχη της Κομισιόν πιέζουν την ΕΕ γράφοντας πως «η Ευρώπη ανέθεσε με υπεργολαβία την ενεργειακή της ασφάλεια στον πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν  και τώρα πληρώνει το τίμημα» ρίχνοντας εμμέσως πλην σαφώς ευθύνες και στη απελθούσα γερμανική κυβέρνηση της Άνγκελα Μέρκελ ότι «έδωσε τα κλειδιά της ενεργειακής τροφοδοσίας της ΕΕ  στη Μόσχα».

Στελέχη της Κομισιόν παρατηρούν πως «πήραμε ένα σκληρό μάθημα από τις αυξανόμενες τιμές του φυσικού αερίου και της ηλεκτρικής ενέργειας φέτος, θέλουμε επειγόντως νέο πακέτο  κανόνων για την αποθήκευση φυσικού αερίου πριν από τους κρύους μήνες του επόμενου χειμώνα για να μην ξαναπάθουμε τα ίδια».

Ελλάδα: Στα ύψη οι τιμές ρεύματος – αερίου 

Το μάρμαρο όμως πληρώνουν ακριβά οι ‘Έλληνες νοικοκύρηδες. Το κόστος χονδρικής του ρεύματος μέχρι τις 18 Ιανουαρίου συνεχίζει να βρίσκεται στα ύψη και προκαλεί σημαντικές αυξήσεις για το κόστος ρεύματος στη λιανική, μέσω της περίφημης ρήτρας αναπροσαρμογής που έχει ενταχθεί στους λογαριασμούς όλων των παρόχων.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του ελληνικού ενεργειακού χρηματιστηρίου, τον Ιανουάριο η μέση τιμή χονδρικής του ρεύματος διαμορφώνεται πάνω από τα 200 ευρώ/MWh στα 211 ευρώ/MWh, υποχωρώντας μεν σε σχέση με τα 235 ευρώ/MWh που ήταν η μέση τιμή το Δεκέμβριο και σε σχέση με τα 229 ευρώ/MWh που ήταν το Νοέμβριο, αλλά παραμένει σε εξωφρενικά υψηλά επίπεδα.

Η μεσοσταθμική τιμή της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας για το 2021 ήταν στα 132 ευρώ/MWh ενώ το 2020 η αντίστοιχη τιμή ήταν 58 ευρώ/MWh δηλαδή αύξηση 110%!

«Το επιπλέον κόστος της ρήτρας αναπροσαρμογής που προστίθεται στο κόστος κιλοβατώρας (7 έως 12,5 λεπτά ανά KWh) που πληρώνουμε στους λογαριασμούς ρεύματος κυμαίνεται για τον Ιανουάριο στα επίπεδα των 20 λεπτών ανά KWh. Από το κόστος αυτό θα πρέπει να αφαιρεθούν τα 42 ευρώ που είναι η μηνιαία κυβερνητική επιδότηση για το μήνα Ιανουάριο» μας λέει στέλεχος του ΥΠΕΝ ενώ αναλυτής της ΡΑΕ επισημαίνει πως «οι τιμές ρεύματος στην Ελλάδα αλλά και στην Ευρώπη, παραμένουν υψηλές επιβεβαιώνοντας τις εκτιμήσεις ότι τουλάχιστον στο πρώτο τετράμηνο  της νέας χρονιάς, δεν αναμένεται η ενεργειακή κρίση να υποχωρήσει».

Τι θα πουν οι 27 υπουργοί ενέργειας 

Οι 27 υπουργοί συνεδριάζουν έχοντας υπόψη τους υπολογισμούς της Κομισιόν για ακριβό ρεύμα σε ορίζοντα τριετίας.

Στην Κομισιόν λένε πως  «οι τιμές λιανικής για ρεύμα και για αέριο θα συνεχίσουν να αυξάνονται και τους επόμενους μήνες, δεδομένου ότι δεν έχουν μετακυληθεί στην κατανάλωση οι υψηλές τιμές του τέλους του 2021».

Η Γαλλική πρόταση προωθεί την εκ βάθρων μεταρρύθμιση της αγοράς χονδρικής, ώστε η τιμή που πληρώνουν οι καταναλωτές να αντανακλά το μέσο κόστος του ενεργειακού μείγματος, πρόταση στην οποία συμφωνεί απόλυτα και η Ελλάδα.

Η Γαλλίδα υπουργός Ενέργειας ομιλεί καθαρά για «την προστασία των καταναλωτών από τις εξαιρετικά ασταθείς και ιστορικά υψηλές τιμές του φυσικού αερίου και της ηλεκτρικής ενέργειας, επιδιώκοντας παράλληλα την επίτευξη των κλιματικών στόχων της Ένωσης». Σύμφωνα με τη γαλλική προεδρία, στην διήμερη συνάντηση της Αμιέν, οι 27 θα συνεχίσουν τις συζητήσεις που είχαν ξεκινήσει στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και στο Συμβούλιο Υπουργών.

«Σας θυμίζω πως στο πρόσφατο Συμβούλιο Υπουργών Ενέργειας, το μέτωπο του Νότου, δηλαδή Γαλλία, Ισπανία, Ιταλία, Ελλάδα και Ρουμανία, είχαν υποβάλει κοινή πρόταση για αλλαγές στην λειτουργία της χονδρεμπορικής, ώστε τα τιμολόγια να αντανακλούν το μέσο κόστος παραγωγής με βάση το ενεργειακό μείγμα και όχι τη τιμή που διαμορφώνεται στα ενεργειακά χρηματιστήρια» μας λέει Έλληνας της Κομισιόν και προσθέτει πως «υπάρχει και η δική μας εισήγηση για προώθηση  των απαραίτητων μεταρρυθμίσεων στην κατεύθυνση μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά 55% το 2030. Την εισήγησή μας αυτή, θα πρέπει υπολογίσει σοβαρά το Συμβούλιο Υπουργών Ενέργειας, προκειμένου να καταλήξει στις βασικές μεταρρυθμίσεις που χρειάζονται στην αγορά του ρεύματος πριν το 2025».

Η γαλλική πρόταση (που στην ουσία είναι πρόταση της πεντάδας χωρών που προαναφέραμε μαζί με την Ελλάδα)  προβλέπει την δημιουργία κεντρικού εθελοντικού μηχανισμού στην ΕΕ για την προμήθεια φυσικού αερίου, μαζί με διόρθωση των στρεβλώσεων στον συγκεκριμένο τομέα. Οι  υποδομές αποθήκευσης πρέπει να ενισχυθούν σημαντικά και να διαδραματίσουν σοβαρό  ρόλο απέναντι στην αντιστάθμιση ελλείψεων και την παροχή σε ανταγωνιστικές τιμές.

Αντίπαλοι της πρότασης είναι όμως 9 χώρες κυρίως του Βορρά, με επικεφαλής τη Γερμανία. Διαθέτουν  ώριμες αγορές, πολυσυλλεκτικό  μείγμα καυσίμου και  σημαντικές χερσαίες  διασυνδέσεις, οπότε αρνούνται οποιεσδήποτε μεταρρυθμίσεις.

Την Ελλάδα θα εκπροσωπήσουν  στη Σύνοδο ο Υπουργός ΠΕΝ κ.Κ. Σκρέκας και η Γεν. Γραμματέας κα  Αλεξάνδρα Σδούκου.

Πως θα αποφύγουμε του χρόνου τα φετινά χάλια με την τιμή αερίου 

Για την εξαιρετικά δύσκολη αυτή κατάσταση  κύκλοι της Κομισιόν σχολιάζουν:

«Οι  καταναλωτές, που πληρώνουν τώρα χρυσάφι το αέριο και το ρεύμα ουδόλως ασχολούνται με το λόγο για τον οποίο οι αποθήκες έμειναν μισοάδειες. Θέλουν απλώς να μην πληρώνουν πανάκριβα όπως σήμερα.

Η χωρητικότητα αποθήκευσης φυσικού αερίου της Ευρώπης είναι επαρκής, αρκεί να γεμίζουμε τις αποθήκες όταν το αέριο είναι φτηνό. Αυτό τον χειμώνα, δεν ήταν γεμάτες οι αποθήκες επειδή η Gazprom, η οποία ελέγχει σχεδόν το ένα τέταρτο της χωρητικότητας αποθήκευσης φυσικού αερίου στη Γερμανία μέσω της Astora GmbH, δεν τις γέμισε και τώρα τα πληρώνουμε όλα πανάκριβα».

Από την πλευρά του, έμπειρος παράγων από το χώρο του φυσικού αερίου στη χώρα μας επισημαίνει τις ευρωπαϊκές ευθύνες: «Οι ευρωπαϊκές εταιρείες κοινής ωφέλειας άφησαν την Gazprom να αναλάβει το οικονομικό κόστος για την αγορά του φυσικού αερίου και την αποθήκευσή του. Τώρα οι εταιρείες αυτές κλαίνε και οδύρονται  για την έλλειψη αερίου και τις πολύ υψηλές τιμές ενώ η ευθύνη είναι δική τους. Ποια είναι η λύση για να αποφύγουμε το φετινό χάλι;  Οι μεγάλες εταιρίες που έχουν εγκαταστάσεις αποθήκευσης φυσικού αερίου στην Ευρώπη θα να τις γεμίζουν με τις φθηνές τιμές του καλοκαιριού,  πριν  τον χειμώνα. Να υπάρχουν μάλιστα σκληρές  νομικές κυρώσεις εάν κάτι τέτοιο δεν συμβεί».

Τέλος ο ενεργειακός αναλυτής Julian Lee  του Bloomberg παρατηρεί : «Φαινόταν πολύ καλή ιδέα να επιτραπεί στην Gazprom – τον μεγαλύτερο προμηθευτή αερίου της Ευρώπης – να αγοράζει εγκαταστάσεις αποθήκευσης κοντά στους πελάτες της.

Η Ρωσία ήταν ένας αξιόπιστος προμηθευτής φυσικού αερίου προς την Ευρώπη από τη δεκαετία του 1960. Οι ροές του ζωτικού χειμερινού καυσίμου θέρμανσης και παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας δεν επηρεάζονταν από τον Ψυχρό Πόλεμο, ούτε από τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και την επακόλουθη επαναβεβαίωση από πλευράς Ρωσίας του στάτους της ως υπερδύναμης. Οι ροές ρωσικού φυσικού αερίου προς την Ευρώπη δεν έχουν περιοριστεί από τη μετατόπιση της παραγωγής αερίου προς βορρά, στη χερσόνησο Γιαμάλ, την ανάδειξη της Κίνας ως κύριου νέου προορισμού για αγωγούς εξαγωγών, ούτε από την 30ετή πολιτική του Κρεμλίνου να περιορίζει όλο και περισσότερο τις χώρες διέλευσης – όπως η Λευκορωσία, η Πολωνία, η Ουκρανία και τα κράτη της Βαλτικής – εκτός των οδών εξαγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Πουλώντας εγκαταστάσεις αποθήκευσης φυσικού αερίου στη Gazprom, οι Ευρωπαίοι καταναλωτές διατήρησαν την άνεση ενός μεγάλου αποθέματος άμεσα διαθέσιμου καυσίμου στο κατώφλι τους, χωρίς οι εταιρείες διανομής και οι εταιρείες κοινής ωφέλειας να χρειάζεται να αγοράζουν πραγματικά το αέριο μέχρι να το χρειαστούν.

Η Ρωσία όμως κατέστη ξαφνικά αναξιόπιστος προμηθευτής.

Το γεγονός, όμως, ότι η Ευρώπη δεν επέμεινε ποτέ σε επιβολή ελάχιστων επιπέδων αποθεμάτων για ξένες ή και για εγχώριες εταιρίες οι οποίες διαθέτουν εγκαταστάσεις αποθήκευσης μπέρδεψε πολύ τα πράγματα. Η αποτυχία αντιμετώπισης του συγκεκριμένου ζητήματος θα αφήσει την Ευρώπη όμηρο των πολιτικών στοχεύσεων του μεγαλύτερου προμηθευτή αερίου της  και ο χειμερινός καιρός δεν θα είναι πάντα με το μέρος της» ολοκληρώνει την ανάλυση ο Julian Lee.