Ταχεία αποκλιμάκωση του ελληνικού δημόσιου χρέους την επόμενη πενταετία προβλέπει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), εκτιμώντας ότι θα περιοριστεί στο 136% του ΑΕΠ το 2026, στο 128,7% το 2027 και στο 111,1% έως το 2031. Η Ελλάδα αναμένεται να εμφανίσει χαμηλότερο λόγο χρέους προς ΑΕΠ από την Ιταλία ήδη από φέτος και από τη Γαλλία και το Βέλγιο μέχρι το τέλος της δεκαετίας, την ώρα που οι μεγαλύτερες ανεπτυγμένες οικονομίες βρίσκονται αντιμέτωπες με αυξανόμενο κόστος δανεισμού και δημοσιονομικές πιέσεις.

Σύμφωνα με τις νέες εκτιμήσεις του ΔΝΤ, που περιλαμβάνονται στη βάση δεδομένων World Economic Outlook και παρουσιάστηκαν στο πλαίσιο της ετήσιας συνόδου του Ταμείου στην Μπανγκόκ, το ελληνικό δημόσιο χρέος αναμένεται να μειωθεί κατά 10,6 ποσοστιαίες μονάδες μέσα στο 2026, από 146,6% του ΑΕΠ το 2025 σε 136%, ενώ η συνολική αποκλιμάκωση έως το 2031 υπολογίζεται σε 35,5 ποσοστιαίες μονάδες.

Οι προβλέψεις είναι ευνοϊκότερες σε σύγκριση με εκείνες του περασμένου Απριλίου, όταν το Ταμείο εκτιμούσε ότι το χρέος θα διαμορφωνόταν στο 136,9% του ΑΕΠ το 2026 και στο 130,3% το 2027. Η αναθεώρηση συνεπάγεται χαμηλότερη εκτίμηση κατά 0,9 και 1,6 ποσοστιαίες μονάδες, αντίστοιχα.

Η βελτίωση της δημοσιονομικής εικόνας στηρίζεται κυρίως στη διατήρηση υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων, τα οποία, παρά την προβλεπόμενη σταδιακή υποχώρησή τους, εκτιμάται ότι θα παραμείνουν πάνω από το 2% του ΑΕΠ σε ολόκληρο τον χρονικό ορίζοντα των προβλέψεων.

Η Ελλάδα υποχωρεί στην ευρωπαϊκή κατάταξη χρέους

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σύγκριση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές οικονομίες, καθώς η Ελλάδα, που επί σειρά ετών κατείχε μία από τις υψηλότερες θέσεις στην κατάταξη δημόσιου χρέους της Ευρωζώνης, προβλέπεται να βελτιώσει αισθητά τη σχετική θέση της.

Το 2026, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ της Ελλάδας εκτιμάται στο 136%, έναντι 137,9% της Ιταλίας. Μέχρι το 2031, το ελληνικό χρέος προβλέπεται να περιοριστεί στο 111,1%, χαμηλότερα από το 123,6% της Γαλλίας και το 122,1% του Βελγίου.

Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η σύγκριση με το σύνολο των ανεπτυγμένων οικονομιών, των οποίων το δημόσιο χρέος εκτιμάται ότι θα φτάσει το 115,2% του ΑΕΠ το 2031, υπερβαίνοντας πλέον τον αντίστοιχο ελληνικό δείκτη.

Η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία το δημόσιο χρέος των Ηνωμένων Πολιτειών ακολουθεί ανοδική πορεία, με το ΔΝΤ να προβλέπει ότι θα αγγίξει το 145% του ΑΕΠ το 2031. Στην Ιαπωνία, παρά την αναμενόμενη σταδιακή μείωση, το χρέος προβλέπεται να παραμείνει εξαιρετικά υψηλό, στο 188,9% του ΑΕΠ.

Η σύγκριση αφορά τον λόγο χρέους προς ΑΕΠ και δεν συνεπάγεται ότι η Ελλάδα θα διαθέτει χαμηλότερο απόλυτο χρέος ή μικρότερο κόστος δανεισμού από όλες τις συγκεκριμένες χώρες.

Πρωτογενή πλεονάσματα πάνω από 2% έως το 2031

Καθοριστικός παράγοντας για τη μείωση του ελληνικού χρέους παραμένει η παραγωγή πρωτογενών πλεονασμάτων, δηλαδή θετικού δημοσιονομικού αποτελέσματος πριν από την καταβολή των τόκων εξυπηρέτησης του χρέους.

Το ΔΝΤ προβλέπει ότι το πρωτογενές πλεόνασμα θα διαμορφωθεί στο 3,4% του ΑΕΠ το 2026, έναντι 4,9% το 2025, ενώ το 2027 θα υποχωρήσει στο 2,6% και το 2031 στο 2,4%.

Παράλληλα, το συνολικό δημοσιονομικό ισοζύγιο, στο οποίο περιλαμβάνονται και οι δαπάνες για τόκους, αναμένεται να μεταβληθεί από πλεόνασμα 1,7% του ΑΕΠ το 2025 σε 0,3% το 2026, προτού επιστρέψει σε έλλειμμα 0,6% το 2027 και περίπου 1% το 2031.

Η διαφοροποίηση μεταξύ πρωτογενούς και συνολικού ισοζυγίου αναδεικνύει τη σημασία του κόστους εξυπηρέτησης του χρέους. Παρά τη δημοσιονομική προσαρμογή, οι πληρωμές τόκων εξακολουθούν να απορροφούν σημαντικούς δημόσιους πόρους, περιορίζοντας τα περιθώρια για πρόσθετες δαπάνες.

Στο σκέλος των δημόσιων εσόδων, το Ταμείο προβλέπει ότι θα διαμορφωθούν στο 50% του ΑΕΠ το 2026, για να μειωθούν στο 48,6% το 2027 και στο 48% το 2031. Οι δημόσιες δαπάνες εκτιμάται ότι θα αυξηθούν στο 49,7% του ΑΕΠ φέτος, από 48,3% το 2025, ενώ στη συνέχεια θα περιοριστούν στο 49,3% το 2027 και κοντά στο 49% το 2031.

Προειδοποίηση ΔΝΤ για το παγκόσμιο χρέος και τα επιτόκια

Την ώρα που η Ελλάδα εμφανίζει προοπτικές σημαντικής μείωσης του δημόσιου χρέους, το ΔΝΤ προειδοποιεί για την επιδείνωση των δημοσιονομικών συνθηκών στις μεγαλύτερες ανεπτυγμένες οικονομίες.

Στην ανάλυσή του για τις παγκόσμιες δημοσιονομικές προοπτικές, Fiscal Monitor, το Ταμείο επισημαίνει ότι τα υψηλά επίπεδα χρέους, οι αυξανόμενες κρατικές δαπάνες και οι μεγάλες μελλοντικές ανάγκες έκδοσης ομολόγων αποτελούν βασικούς παράγοντες που ωθούν ανοδικά τις αποδόσεις των κρατικών τίτλων.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του, μεταξύ Φεβρουαρίου και Σεπτεμβρίου η μέση απόδοση των 10ετών κρατικών ομολόγων της G7 αυξήθηκε περισσότερο από μία ποσοστιαία μονάδα, φτάνοντας στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων σχεδόν 20 ετών.

Στην άνοδο των αποδόσεων συμβάλλουν επίσης οι αυξημένες τιμές του πετρελαίου, ο επίμονος πληθωρισμός, η ισχυρή ζήτηση για επενδύσεις και οι υψηλότερες προσδοκίες ανάπτυξης που συνδέονται με την τεχνητή νοημοσύνη.

Ωστόσο, το ΔΝΤ θεωρεί ότι η δημοσιονομική κατάσταση των μεγάλων οικονομιών αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για τη διαμόρφωση του κόστους δανεισμού. Όσο αυξάνονται οι ανάγκες χρηματοδότησης των κρατών, τόσο μεγαλύτερες αποδόσεις ενδέχεται να απαιτούν οι επενδυτές προκειμένου να τοποθετηθούν σε μακροπρόθεσμα ομόλογα.

ΗΠΑ: Στο 5,7% του ΑΕΠ οι δαπάνες για τόκους

Ενδεικτική των πιέσεων είναι η περίπτωση των Ηνωμένων Πολιτειών, όπου οι δαπάνες εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους προβλέπεται να αυξηθούν από περίπου 2,8% του ΑΕΠ πριν από την πανδημία σε 5,7% το 2031.

Το συγκεκριμένο ποσοστό αντιστοιχεί, σύμφωνα με το ΔΝΤ, στις προβλεπόμενες δαπάνες των ΗΠΑ για την Κοινωνική Ασφάλιση, αποτυπώνοντας το μέγεθος της επιβάρυνσης που προκαλεί η αύξηση των επιτοκίων σε οικονομίες με υψηλές χρηματοδοτικές ανάγκες.

Το Ταμείο καλεί τις μεγάλες ανεπτυγμένες χώρες να προχωρήσουν σε αξιόπιστα μεσοπρόθεσμα σχέδια δημοσιονομικής προσαρμογής, προειδοποιώντας ότι η καθυστέρηση λήψης μέτρων μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω αύξηση του επιτοκιακού κόστους και να καταστήσει δυσκολότερη τη σταθεροποίηση του χρέους.

Διαβάστε ακόμη: