Η αποχώρηση από το Δημόσιο ενόψει συνταξιοδότησης δεν είναι πάντα τόσο αυτονόητη όσο φαίνεται. Για χρόνια, υπάλληλοι και υπηρεσίες κινούνταν μέσα σε ένα θολό τοπίο, όπου άλλοι έφευγαν πριν από την αίτηση και άλλοι μετά, συχνά χωρίς ξεκάθαρο κανόνα. Μια πρόσφατη εγκύκλιος του ΕΦΚΑ επιχειρεί να βάλει τάξη, ξεκαθαρίζοντας πότε λύεται η υπαλληλική σχέση και πότε όχι.
Η γενική αρχή παραμένει αμετάβλητη: δημόσιοι υπάλληλοι που συνεχίζουν να εργάζονται και δεν έχουν συμπληρώσει το 62ο έτος της ηλικίας τους βλέπουν τη σύνταξή τους να αναστέλλεται και να επαναχορηγείται όταν φτάσουν σε αυτό το ηλικιακό όριο. Ωστόσο, δεν ισχύει το ίδιο για όλους. Για συγκεκριμένες κατηγορίες εργαζομένων στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, η υπαλληλική σχέση λύεται αυτοδίκαια λόγω συνταξιοδότησης, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη αποχώρηση.
Πότε η αποχώρηση έρχεται μετά την απόφαση
Η εγκύκλιος εισάγει μια κρίσιμη διευκρίνιση: σε ορισμένες περιπτώσεις, η λύση της υπαλληλικής σχέσης δεν προηγείται της αίτησης συνταξιοδότησης, αλλά ακολουθεί την έκδοση της συνταξιοδοτικής απόφασης. Συγκεκριμένα, η σχέση εργασίας λύεται αυτομάτως την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης.
Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται εργαζόμενοι που δεν χρειάζεται να παραιτηθούν πριν καταθέσουν αίτηση σύνταξης. Πρόκειται για συμβασιούχους του Δημοσίου που μονιμοποιήθηκαν διατηρώντας το προηγούμενο ασφαλιστικό τους καθεστώς, καθώς και για υπαλλήλους με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου, είτε αορίστου είτε ορισμένου χρόνου. Για αυτούς, η διαδικασία της συνταξιοδότησης «τρέχει» χωρίς προηγούμενη λύση της σχέσης εργασίας.
Αντίθετα, οι μόνιμοι υπάλληλοι με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου, καθώς και οι μόνιμοι υπάλληλοι νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ακολουθούν διαφορετική διαδρομή. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η αποχώρηση από την υπηρεσία προηγείται και μόνο μετά μπορεί να υποβληθεί και να εξεταστεί η αίτηση συνταξιοδότησης.
Τι ισχύει αναλυτικά ανά κατηγορία
Η εγκύκλιος αποσαφηνίζει ειδικότερα ότι οι μόνιμοι υπάλληλοι που προσλήφθηκαν από το 2011 και μετά και ασφαλίζονται στο πρώην ΙΚΑ-ΕΤΑΜ οφείλουν να λύσουν την υπαλληλική τους σχέση τόσο για σύνταξη γήρατος όσο και για σύνταξη αναπηρίας, όταν αυτή είναι επ’ αόριστον.
Για μόνιμους υπαλλήλους ΝΠΔΔ που υπάγονται στο ειδικό ασφαλιστικό καθεστώς του νόμου 3163/1955, η επιλογή των συνταξιοδοτικών διατάξεων γίνεται μόνο αφού αποχωρήσουν από την υπηρεσία.
Αντίθετα, υπάλληλοι ΝΠΔΔ που διατήρησαν το καθεστώς του πρώην ΙΚΑ-ΕΤΑΜ μετά τη μονιμοποίησή τους μπορούν να υποβάλουν αίτηση σύνταξης χωρίς προηγούμενη αποχώρηση, με τη σχέση εργασίας να λύεται αυτοδίκαια μετά την έκδοση της απόφασης.
Για τους υπαλλήλους ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου δεν απαιτείται λύση της σχέσης για την υποβολή και επεξεργασία της αίτησης, όμως αυτή λύεται αυτοδίκαια με τη συνταξιοδότηση, τόσο για γήρας όσο και για αναπηρία. Αντίστοιχα, στους υπαλλήλους ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, η παραμονή στην υπηρεσία ακόμη και μετά την έκδοση της απόφασης δεν εμποδίζει την έναρξη καταβολής της σύνταξης.
Με απλά λόγια, δεν ισχύει ένα ενιαίο «μοντέλο εξόδου» για όλους. Άλλοι πρέπει να αποχωρήσουν πριν ζητήσουν σύνταξη, άλλοι συνεχίζουν να εργάζονται μέχρι να εκδοθεί η απόφαση. Η σωστή κατανόηση των κανόνων δεν είναι λεπτομέρεια: ένα λάθος βήμα μπορεί να φέρει καθυστερήσεις στη σύνταξη ή υπηρεσιακά προβλήματα. Η εγκύκλιος φιλοδοξεί ακριβώς να κλείσει αυτά τα κενά και να βάλει τέλος στη σύγχυση.
Διαβάστε ακόμη:
- Αποκάλυψη: Χειροτονείται διάκος ο γιος Καρλούτσου στο «φιλικό» Μεξικό
- Όταν η πολιτική εξελίσσεται σε φάρσα: η ανάρτηση της Καρυστιανού που ξεπέρασε κάθε όριο
- Οι κάλπες καραδοκούν: Ο εκλογικός νόμος των αποδήμων και το στοίχημα του φθινοπώρου
- Η άστοχη επίθεση Ανδρουλάκη: Η Κεφαλογιάννη και ένα αχρείαστο μέτωπο με ισχυρά συμφέροντα