Στα αποτελέσματα τριμήνου που ανακοίνωσαν διαδοχικά ΔΕΗ και ΕΛΠΕ, το συμπέρασμα είναι πως η μεν πρώτη συνεχίζει δυναμικά την ανάπτυξη και την κερδοφορία, η δε δεύτερη βρίσκεται σε σαφώς ανοδική τροχιά με όραμα πενταετίας μετά το τέλος της πανδημίας.

Σε ότι αφορά στη ΔΕΗ είναι χαρακτηριστικό πως καμία από τις εκθέσεις των χρηματιστηριακών για τις επιδόσεις της ΔΕΗ στο α’ τρίμηνο δεν έπεσε μέσα αφού τα αποτελέσματα ήταν καλύτερα από τις προβλέψεις. Από την Optima,  την Pantelakis έως την Alpha Finance, την Eurobank, την Euroxx και την Wood Company, καμία δεν πέτυχε να προσεγγίσει τα αποτελέσματα που ανακοίνωσε η ΔΕΗ.

Στα EBITDA οι προβλέψεις τους κινήθηκαν ανάμεσα στα 208 και τα 215 εκατομ. ευρώ, έναντι 225,6 εκατ. που ανακοίνωσε η επιχείρηση.

Το radar.gr πάντως ήδη από τα μέσα Απριλίου είχε σχολιάσει πως «τα αποτελέσματα της ΔΕΗ θα είναι ανώτερα του αναμενομένου» και δικαιώθηκε ενώ ανάλογη πρόβλεψη έχει κάνει και για το τίμημα του ΔΕΔΔΗΕ.

Η ΔΕΗ έβαλε πλώρη για ετήσια κερδοφορία παρόμοια με την περσινή, δηλαδή στα επίπεδα των 900 εκατ ευρώ ΕBITDA. Το κατά πόσο θα κερδίσει το στοίχημα θα εξαρτηθεί από τις αυξήσεις στις τιμές ενέργειας και δικαιωμάτων CO2, από την πορεία απολιγνιτοποίησης και την ολοένα και μεγαλύτερη μείωση συμμετοχής του λιγνίτη στο ενεργειακό της μείγμα. Η πρόβλεψή μας είναι πως η διοίκηση Στάση θα κερδίσει το στοίχημα.

 

Σε ότι αφορά στα ΕΛΠΕ, τα  οικονομικά αποτελέσματα πρώτου  Τριμήνου 2021, τα  Κέρδη EBITDA (προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων)  σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα,  έφτασαν  176 εκατ. και τα Καθαρά Κέρδη στα 90 εκατ. Τα Συγκρίσιμα Κέρδη EBITDA  ήταν 60 εκατομμύρια με τα αντίστοιχα Καθαρά Κέρδη στα 2 εκατ.

Τα ικανοποιητικά  κέρδη, που ήταν και αυτά ένα κερδισμένο στοίχημα, οφείλονται κυρίως στην ανάκαμψη των διεθνών τιμών και την επίπτωση τους στην αποτίμηση αποθεμάτων, καλύπτοντας ένα σημαντικό μέρος των απωλειών που κατέγραψε ο Όμιλος το 2020, όταν η πανδημία οδήγησε σε απότομη μείωση των τιμών αργού πετρελαίου και προϊόντων και κάμψη της ζήτησης.

Σε σχέση με τη λειτουργική κερδοφορία, εξαιρώντας δηλαδή την επίπτωση από τις διεθνείς τιμές, οι επιδόσεις των διυλιστηρίων διεθνώς συνεχίζουν να επηρεάζονται από τη μειωμένη ζήτηση πετρελαιοειδών στα καύσιμα κίνησης και ιδιαίτερα σε καύσιμα αεροπορίας, λόγω των περιορισμών στις μετακινήσεις. Η κατηγορία αυτή αποτελεί ένα μεγάλο ποσοστό της παραγωγής και των πωλήσεων τους, με αποτέλεσμα να συνεχίζεται η περίοδος ιδιαίτερα χαμηλών περιθωρίων διύλισης.

Σε σχέση με την Ελληνική αγορά, η ζήτηση καυσίμων στο τελευταίο τρίμηνο, καταγράφεται ως η χαμηλότερη ιστορικά, καθώς, καθ’ όλη τη διάρκεια του τριμήνου, επικράτησαν αυστηροί περιορισμοί στις εσωτερικές μετακινήσεις και τα ταξίδια.

Φαίνεται συνεπώς πως και στις δύο περιπτώσεις οι «Κασσάνδρες» διαψεύστηκαν…