Διευκρινίσεις επί της ρήτρας διαφυγής, παρέχει σε έγγραφό της η Κομισιόν, υπογραμμίζοντας ότι δεν θεωρείται ενδεδειγμένη σε αυτό το στάδιο και μπορεί να επιτραπεί μόνο σε περίπτωση σοβαρής οικονομικής ύφεσης στην Ευρωζώνη ή στο σύνολο της ΕΕ.

Έτσι, παρά τους κινδύνους για τις οικονομικές προοπτικές που έχουν εμφανιστεί τις τελευταίες εβδομάδες με φόντο τη Μέση Ανατολή και παρά τις προκλήσεις, ιδιαίτερα με το ενεργειακό κόστος, η Επιτροπή βάζει ένα φρένο στα σενάρια δημοσιονομικής χαλάρωσης, υπογραμμίζοντας, ότι κάθε δημοσιονομικό μέτρο που υιοθετείται θα πρέπει να παραμένει συμβατό με τις πορείες αύξησης των καθαρών δαπανών που έχουν συσταθεί από το Συμβούλιο.

Αναλυτικά, στο έγγραφο της Κομισιόν που δημοσιεύτηκε με αφορμή το σημερινό έκτακτο Eurogroup, σημειώνεται:

Η ενεργοποίηση της Γενικής Ρήτρας Διαφυγής ή των εθνικών ρητρών διαφυγής δεν θεωρείται ενδεδειγμένη στο παρόν στάδιο. Κατόπιν σύστασης της Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το Συμβούλιο μπορεί να εκδώσει σύσταση για την ενεργοποίηση της Γενικής Ρήτρας Διαφυγής (GEC) του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, επιτρέποντας στα κράτη-μέλη να παρεκκλίνουν από την πορεία των καθαρών δαπανών τους. Ωστόσο, η ενεργοποίηση της GEC επιτρέπεται μόνο σε περίπτωση σοβαρής οικονομικής ύφεσης στη ζώνη του ευρώ ή στο σύνολο της ΕΕ. Αν και οι κίνδυνοι για τις οικονομικές προοπτικές της Ένωσης έχουν αυξηθεί σημαντικά τις τελευταίες εβδομάδες, δεν μπορεί σε αυτό το στάδιο να διαπιστωθεί ότι η συγκεκριμένη προϋπόθεση έχει εκπληρωθεί ή ότι θα εκπληρωθεί άμεσα.

Παράλληλα, η Εθνική Ρήτρα Διαφυγής (NEC) έχει ήδη ενεργοποιηθεί για ορισμένα κράτη-μέλη σε σχέση με τις αμυντικές δαπάνες. Η ενεργοποίηση τόσο της GEC όσο και της NEC τελεί υπό την προϋπόθεση ότι δεν τίθεται σε κίνδυνο η μεσοπρόθεσμη δημοσιονομική βιωσιμότητα (η λεγόμενη «ρήτρα βιωσιμότητας»). Η Επιτροπή οφείλει να αξιολογήσει αυτή την προϋπόθεση πριν εισηγηθεί την ενεργοποίηση των ρητρών. Σε σχετικό έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της, η Επιτροπή έχει δείξει ότι η ενεργοποίηση της NEC για την άμυνα θα οδηγήσει σε αύξηση των ελλειμμάτων και του χρέους σε πολλά κράτη-μέλη και θα καθυστερήσει τη μείωση του χρέους σε χώρες με ήδη υψηλό δημόσιο χρέος για αρκετά χρόνια.

Τα μέτρα ενεργειακής στήριξης, κατά κανόνα, δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως εφάπαξ. Για να θεωρηθεί ένα μέτρο ως εφάπαξ, πρέπει να είναι εκ φύσεως προσωρινό, δηλαδή να μην μπορεί να καταστεί μόνιμο. Η αξιολόγηση λαμβάνει επίσης υπόψη τον βαθμό ελέγχου που ασκεί η κυβέρνηση, καθώς και τον κίνδυνο δημιουργίας ακατάλληλων κινήτρων για τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής, ιδίως ως προς τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών.

Όπως έχει δείξει η πρόσφατη εμπειρία, ακόμη και όταν τα μέτρα ενεργειακής στήριξης εισάγονται ως προσωρινά, συχνά παραμένουν σε ισχύ για μεγάλο χρονικό διάστημα ή ακόμη και καθίστανται μόνιμα.

Δεδομένου ότι δεν υπάρχει κάτι που να αποτρέπει τη μονιμοποίησή τους, δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως εφάπαξ. Επιπλέον, σε αντίθεση με την αντιμετώπιση φυσικών καταστροφών, οι κυβερνήσεις διαθέτουν σημαντικό βαθμό ελέγχου ως προς το μέγεθος και τον σχεδιασμό αυτών των μέτρων.

Ως εκ τούτου, η αντιμετώπιση των μέτρων ενεργειακής στήριξης ως εφάπαξ θα αποτελούσε απόκλιση από την καθιερωμένη πρακτική και ενέχει τον κίνδυνο υπονόμευσης της έννοιας των εφάπαξ παρεμβάσεων. Για τους λόγους αυτούς, τα μέτρα ενεργειακής στήριξης που υιοθετήθηκαν ως απάντηση στην αύξηση των τιμών το 2021 δεν ταξινομήθηκαν ως εφάπαξ, ενώ η ίδια λογική εφαρμόστηκε και στα μέτρα που λήφθηκαν κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19.

Τα πιθανά μέτρα για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης

Στο ίδιο έγγραφο, υποστηρίζεται ότι η παρούσα κατάσταση αναδεικνύει την επείγουσα ανάγκη η ΕΕ να μεταβεί σε μια εξηλεκτρισμένη οικονομία. Πρόκειται, όπως αναφέρεται για βασική προϋπόθεση για τη διασφάλιση της ενεργειακής επάρκειας. Ο εξηλεκτρισμός συνιστά μια διαρθρωτική λύση που θα μπορούσε να προστατεύσει μόνιμα την ευρωπαϊκή οικονομία από τη μεταβλητότητα των τιμών των ορυκτών καυσίμων. Η ενεργειακή μετάβαση αποτελεί, συνεπώς, αναγκαιότητα τόσο για την ασφάλεια εφοδιασμού όσο και για τη μακροπρόθεσμη ενεργειακή αυτονομία. Ωστόσο, καθώς η μετάβαση βρίσκεται σε εξέλιξη και απαιτείται σημαντική αύξηση επενδύσεων, οι επιπτώσεις της στις τιμές θα εκδηλωθούν σταδιακά και με χρονική υστέρηση. Η ανάπτυξη βασικών τεχνολογιών, όπως οι αντλίες θερμότητας και τα ηλεκτρικά οχήματα, μπορεί να επιταχυνθεί, καθώς είναι ήδη εμπορικά διαθέσιμες. Αντίθετα, άλλες κρίσιμες τεχνολογίες για ενεργοβόρες βιομηχανίες, όπως το υδρογόνο ή η δέσμευση και αποθήκευση άνθρακα, απαιτούν περαιτέρω ανάπτυξη και κλιμάκωση.

Κατά συνέπεια, μπορεί να εξεταστεί η παροχή στοχευμένης και προσωρινής στήριξης για την άμεση ανακούφιση ευάλωτων επιχειρήσεων και καταναλωτών, ωστόσο ο σχεδιασμός αυτών των μέτρων πρέπει να γίνει με ιδιαίτερη προσοχή.

Αντλώντας διδάγματα από την περίοδο 2022-2023, απαιτείται μια ισορροπημένη στρατηγική: αφενός η ενίσχυση της διαρθρωτικής μετάβασης προς ηλεκτρική ενέργεια χαμηλών εκπομπών άνθρακα και τον εξηλεκτρισμό —ιδίως στη θέρμανση (σε νοικοκυριά και βιομηχανία) και στις μεταφορές— ώστε να μειωθεί η εξάρτηση των τομέων αυτών από τα ορυκτά καύσιμα, και αφετέρου η διασφάλιση ότι τα βραχυπρόθεσμα μέτρα ανακούφισης είναι στοχευμένα και δημοσιονομικά βιώσιμα.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι πιθανές δημόσιες παρεμβάσεις για την αντιμετώπιση των υψηλών τιμών ενέργειας θα πρέπει να διέπονται από τις ακόλουθες αρχές:

• Κάθε μέτρο πρέπει να συνάδει με την απανθρακοποίηση του ενεργειακού συστήματος: Οι πολιτικές πρέπει να διατηρούν τα κίνητρα για εξοικονόμηση ενέργειας και επενδύσεις σε καθαρές μορφές ενέργειας, καθώς και να προωθούν τον εξηλεκτρισμό. Τα βραχυπρόθεσμα μέτρα δεν πρέπει να παγιώνουν συμπεριφορές υψηλής έντασης άνθρακα ούτε να παρατείνουν ξεπερασμένα επιχειρηματικά μοντέλα που βασίζονται στα ορυκτά καύσιμα.

• Κάθε μέτρο δεν πρέπει να αυξάνει υπέρμετρα τη συνολική ζήτηση για πετρέλαιο και φυσικό αέριο: Τα μέτρα πρέπει να σχεδιάζονται με προσοχή ώστε να αποφεύγονται ανεπιθύμητες συνέπειες που θα μπορούσαν να επιδεινώσουν την ισορροπία προσφοράς-ζήτησης στις αγορές ενέργειας. Ιδίως μέτρα που μειώνουν σημαντικά την οριακή τιμή πετρελαίου και φυσικού αερίου ενδέχεται να αυξήσουν τη ζήτηση, να οδηγήσουν σε υψηλότερες συνολικές τιμές και να προκαλέσουν επιπτώσεις μεταξύ κρατών-μελών. Προτεραιότητα πρέπει να δίνεται σε παρεμβάσεις που μειώνουν την κατανάλωση ορυκτών καυσίμων.

• Κάθε μέτρο πρέπει να λαμβάνει υπόψη το δημοσιονομικό κόστος: Η δημόσια στήριξη που παρέχεται από τα κράτη-μέλη για τον μετριασμό των επιπτώσεων των αυξημένων τιμών ενέργειας πρέπει να είναι συμβατή με τη δημοσιονομική τους κατάσταση και τις δεσμεύσεις στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής δημοσιονομικής εποπτείας. Για τον περιορισμό του κόστους, τα μέτρα πρέπει να στοχεύουν στους πιο ευάλωτους καταναλωτές, συμπεριλαμβανομένων των ενεργοβόρων βιομηχανιών. Υπό αυτό το πρίσμα, η ακόλουθη δέσμη μέτρων παρουσιάζει πιθανές επιλογές για την αντιμετώπιση της κρίσης, αξιολογώντας τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά τους. Προτεραιότητα πρέπει να δοθεί στα λιγότερο στρεβλωτικά μέτρα, τα οποία προσφέρουν ανακούφιση χωρίς να διαταράσσουν τη λειτουργία της αγοράς. Ο συντονισμός σε επίπεδο ΕΕ είναι καθοριστικός για την αποφυγή κατακερματισμού της αγοράς και την αξιοποίηση οικονομιών κλίμακας, μειώνοντας τη συνολική ανάγκη παρέμβασης.

• Μέτρα ενθάρρυνσης εξοικονόμησης ενέργειας, όπως ενημερωτικές εκστρατείες και στοχευμένα κίνητρα. Αυτά θα πρέπει να προωθούν τη χρήση δημόσιων μεταφορών, να επιταχύνουν την ενεργειακή αναβάθμιση κτηρίων και να ενισχύουν περαιτέρω την ενεργειακή αποδοτικότητα στη βιομηχανία. Πρόκειται για επιλογές χωρίς αρνητικές συνέπειες.

• Εισοδηματικά μέτρα. Αποτελούν προτιμητέα επιλογή, καθώς προστατεύουν την αγοραστική δύναμη των πιο ευάλωτων νοικοκυριών χωρίς να στρεβλώνουν τα σήματα των τιμών στην αγορά, αν και απαιτούν ακριβή στόχευση ώστε να αποφευχθεί η αναποτελεσματική στήριξη και η υπερβολική δημοσιονομική επιβάρυνση.

• Προσαρμογή της δομής των φόρων και των επιβαρύνσεων στην ηλεκτρική ενέργεια, ώστε να αντιμετωπιστούν οι υψηλές τιμές ρεύματος και να ενισχυθεί ο εξηλεκτρισμός. Το μέτρο αυτό ευθυγραμμίζεται με το σχέδιο δράσης για προσιτή ενέργεια και το πακέτο ενέργειας για τους πολίτες. Αν και μπορεί να επιταχύνει τη μετάβαση, ενέχει τον κίνδυνο μείωσης των δημοσίων εσόδων και πρέπει να εφαρμοστεί με προσοχή.

• Στοχευμένες παρεμβάσεις στις τιμές για ευάλωτους καταναλωτές και επιχειρήσεις, όπως συστήματα διπλής τιμολόγησης για ηλεκτρική ενέργεια ή φυσικό αέριο. Τα μέτρα αυτά προσφέρουν ανακούφιση διατηρώντας παράλληλα κίνητρα εξοικονόμησης, αλλά στρεβλώνουν τις τιμές και οδηγούν σε οικονομικές αναποτελεσματικότητες. Σύμφωνα με τις ευρωπαϊκές οδηγίες, τα κράτη μέλη μπορούν να παρέμβουν στην τιμολόγηση για ευάλωτα νοικοκυριά ή ενεργειακά φτωχούς καταναλωτές, ενώ η στήριξη μπορεί να επεκταθεί σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις και στο σύνολο των νοικοκυριών μόνο εφόσον κηρυχθεί ενεργειακή κρίση σε επίπεδο ΕΕ — κάτι που προς το παρόν δεν ισχύει. Παράλληλα, οι κανόνες κρατικών ενισχύσεων επιτρέπουν προσωρινή ανακούφιση για ενεργοβόρες επιχειρήσεις και αντιστάθμιση του κόστους που σχετίζεται με τις τιμές άνθρακα.

Διαβάστε ακόμη: