Η οικονομική θέση των νοικοκυριών προσδιορίζεται τόσο από το διαθέσιμο εισόδημα, το οποίο επηρεάζει τις δυνατότητες κατανάλωσης και αποταμίευσης, όσο και από τον πλούτο που κατέχουν, ο οποίος αντανακλά τη συσσωρευμένη οικονομική τους ευρωστία. Τα τελευταία δύο χρόνια καταγράφηκε βελτίωση και στα δύο αυτά μεγέθη. Το ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών συνέχισε να αυξάνεται στηριζόμενο, μεταξύ άλλων, στην ενίσχυση της απασχόλησης και της οικονομικής δραστηριότητας. Παράλληλα, η αξία του ακαθάριστου πλούτου των νοικοκυριών κατέγραψε ταχύτερη άνοδο, αντανακλώντας την αύξηση τόσο του χρηματοοικονομικού όσο και του μη χρηματοοικονομικού πλούτου. Στην εξέλιξη αυτή συνέβαλαν η ευρύτερη βελτίωση των μακροοικονομικών συνθηκών, η ισχυρή επίδοση του τουρισμού, η ενίσχυση της δημοσιονομικής αξιοπιστίας της χώρας ειδικά μετά την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, καθώς και η άνοδος της εγχώριας χρηματιστηριακής αγοράς.
Στο Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων της Alpha Bank εξετάζεται η εξέλιξη και η σύνθεση τόσο του ακαθάριστου διαθέσιμου εισοδήματος όσο και της αξίας του πλούτου των ελληνικών νοικοκυριών. Παράλληλα, η σύγκριση με τις χώρες της Ευρωζώνης καταδεικνύει ότι, παρά τη βελτίωση που έχει καταγραφεί και στα δύο μεγέθη, η Ελλάδα εξακολουθεί να υστερεί σημαντικά ως προς το διαθέσιμο εισόδημα, ενώ εμφανίζει συγκριτικά ευνοϊκότερη εικόνα ως προς τον πλούτο.
Αναλυτικότερα, το ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών στην Ελλάδα παραμένει σε ανοδική τροχιά την τελευταία διετία, με μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης κοντά στο 5%. Η ανοδική τάση συνεχίστηκε και το πρώτο τρίμηνο του 2026 (+3,2%, σε ετήσια βάση). Παράλληλα, η αύξηση του ακαθάριστου διαθέσιμου εισοδήματος ήταν εντονότερη από τον μέσο ετήσιο πληθωρισμό της ίδιας περιόδου (3%), συμβάλλοντας στη σταδιακή ανάκτηση μέρους των πραγματικών εισοδηματικών απωλειών που υπέστησαν τα νοικοκυριά κατά τη διετία 2022–2023, εξαιτίας των έντονων πληθωριστικών πιέσεων. Η αποταμίευση, ωστόσο, παρέμεινε αρνητική (περίπου -3% του ακαθάριστου διαθέσιμου εισοδήματος), καθώς η ιδιωτική κατανάλωση σε ονομαστικούς όρους υπερέβη το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, γεγονός που δείχνει ότι ένα μέρος της καταναλωτικής δαπάνης εξακολουθεί να χρηματοδοτείται από εναλλακτικές πηγές, όπως η αξιοποίηση των αποταμιεύσεων που συσσωρεύτηκαν κατά την περίοδο της πανδημίας, αλλά και ο τραπεζικός δανεισμός. Αναφορικά με το τελευταίο, ο δωδεκάμηνος ρυθμός μεταβολής των καταναλωτικών δανείων στο εγχώριο τραπεζικό σύστημα κινείται έντονα ανοδικά (Γράφημα 1), με το τελευταίο διαθέσιμο στοιχείο (Ιούνιος) να διαμορφώνεται σε 6,9%. Επιπλέον, όσο αυξάνεται η αξία των περιουσιακών στοιχείων των νοικοκυριών, τόσο ενισχύεται το αίσθημα οικονομικής ασφάλειας, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση της κατανάλωσης (wealth effect).
Η άνοδος της οικονομικής δραστηριότητας και της απασχόλησης τα τελευταία χρόνια, είναι ένας από τους βασικούς παράγοντες που ενίσχυσαν το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών. Το γεγονός αυτό αντανακλάται στη χρηματοοικονομική σύνθεση της αύξησης του ακαθάριστου διαθέσιμου εισοδήματος (Γράφημα 1). Συγκεκριμένα, η άνοδος των εισοδημάτων των νοικοκυριών τη διετία 2024-2025 προήλθε πρωτίστως από τις αμοιβές εξαρτημένης εργασίας και δευτερευόντως από το λειτουργικό πλεόνασμα/μικτό εισόδημα των αυτοαπασχολούμενων και των ατομικών επιχειρήσεων. Οι δύο αυτές κατηγορίες συνέχισαν να καταγράφουν άνοδο το πρώτο τρίμηνο του 2026 κατά 4,3% και 6% αντίστοιχα. Το εισόδημα περιουσίας επίσης συνεισέφερε θετικά τη διετία 2024-2025 -αν και σε μικρότερο βαθμό-, ενώ η άνοδος του ακαθάριστου διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών περιορίστηκε μερικώς από την αρνητική συμβολή των άμεσων φόρων. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η τελευταία αυτή κατηγορία συσχετίζεται θετικά με τα εισοδήματα των νοικοκυριών.

Ως προς την αξία του πλούτου των νοικοκυριών στην Ελλάδα, αυξάνεται έντονα από τα μέσα του 2022, ενώ επιταχύνθηκε περαιτέρω κατά την τελευταία διετία. Η άνοδος αυτή μπορεί να ερμηνευτεί από την ανατίμηση των υφιστάμενων περιουσιακών στοιχείων ενεργητικού καθώς και, σε ορισμένο βαθμό, από τη δημιουργία νέου πλούτου. Αναλυτικότερα, σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), η αξία του ακαθάριστου πλούτου των νοικοκυριών στην Ελλάδα υπερέβη το Ευρώ 1 τρισ. σε τρέχουσες τιμές το τέταρτο τρίμηνο του 2025, καταγράφοντας σωρευτική αύξηση κατά 19% ή Ευρώ 161 δισ. τη διετία 2024-2025.
Από τις επιμέρους υποκατηγορίες του χρηματοοικονομικού πλούτου ξεχωρίζουν τα αμοιβαία/επενδυτικά κεφάλαια τα οποία υπερδιπλασίασαν την αξία τους μέσα σε μία διετία. Ακολούθησαν ο χρηματοοικονομικός επιχειρηματικός πλούτος και οι εισηγμένες μετοχές, ενώ έπονται τα ομόλογα, οι ασφάλειες ζωής και οι καταθέσεις (Γράφημα 2α). Αναφορικά με τον μη χρηματοοικονομικό πλούτο, η αξία των ακινήτων αυξήθηκε κατά 16% και του μη χρηματοοικονομικού επιχειρηματικού πλούτου κατά 13%. Αξιοσημείωτη είναι η μεταβολή που καταγράφεται τα τελευταία έτη στην αναλογία χρηματοοικονομικού και μη χρηματοοικονομικού πλούτου υπέρ του πρώτου. Συγκεκριμένα, το τέταρτο τρίμηνο του 2018, έτος κατά το οποίο είχε ξεκινήσει η ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας, η αξία του χρηματοοικονομικού πλούτου αντιστοιχούσε μόλις στο 26%.

Τέλος, αξίζει να εξεταστεί η κατάταξη της Ελλάδας μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωζώνης αναφορικά τόσο με το διαθέσιμο εισόδημα, όσο και με τον καθαρό πλούτο του αντιπροσωπευτικού νοικοκυριού (αφαιρώντας δηλαδή το χρέος των νοικοκυριών). Για το σκοπό αυτό χρησιμοποιείται αφενός το προσαρμοσμένο ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα ανά κάτοικο σε μονάδες αγοραστικής δύναμης, αφετέρου η διάμεσος του καθαρού πλούτου των νοικοκυριών, η οποία αναφέρεται στην αξία που επιμερίζει την κατανομή του πληθυσμού με βάση τον πλούτο, σε δύο ίσα μέρη. Το τελευταίο θεωρείται χρήσιμο μέτρο επειδή δεν επηρεάζεται από εξαιρετικά υψηλές ή χαμηλές τιμές, όπως ο μέσος. Από τα 19 κράτη-μέλη της Ευρωζώνης για τα οποία υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία για το τέταρτο τρίμηνο του 2025, η Ελλάδα βρίσκεται στη 15η θέση, με τη διάμεσο του καθαρού πλούτου των νοικοκυριών να διαμορφώνεται σε περίπου Ευρώ 118 χιλιάδες, μπροστά από χώρες όπως η Κροατία, η Λετονία, η Λιθουανία και η Εσθονία
Στην πρώτη θέση βρίσκεται το Λουξεμβούργο ενώ ακολουθούν η Μάλτα, η Ιρλανδία και το Βέλγιο (Γράφημα 3β).

Όσον αφορά στο προσαρμοσμένο ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα ανά κάτοικο, η κατάταξη της Ελλάδας μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης είναι χαμηλότερη. Με βάση τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία για το 2024, η Ελλάδα βρισκόταν στην προτελευταία θέση, καταγράφοντας υψηλότερη επίδοση μόνο σε σύγκριση με τη Λετονία (Γράφημα 3α). Σημειώνεται ότι για την ίδια περίοδο δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία για τη Βουλγαρία, η οποία το 2022 κατέγραφε χαμηλότερο κατά κεφαλήν προσαρμοσμένο διαθέσιμο εισόδημα από την Ελλάδα. Η καλύτερη κατάταξη της Ελλάδας ως προς τη διάμεσο του καθαρού πλούτου των νοικοκυριών, συγκριτικά με τη θέση της ως προς το διαθέσιμο εισόδημα ανά κάτοικο, αντανακλά κυρίως τη μεγάλη βαρύτητα της ακίνητης περιουσίας στη σύνθεση του πλούτου των νοικοκυριών. Το γεγονός αυτό συνδέεται αφενός με τη σημαντική αύξηση της αξίας των ακινήτων τα τελευταία χρόνια, παράλληλα με την άνοδο της οικονομικής δραστηριότητας, και αφετέρου με τη διαγενεακή μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων.
Οι μεσοπρόθεσμες προοπτικές για το διαθέσιμο εισόδημα και την περιουσιακή θέση των ελληνικών νοικοκυριών παραμένουν ευνοϊκές, υποστηριζόμενες από: (i) τις φορολογικές και εισοδηματικές παρεμβάσεις που έχουν εφαρμοστεί τα τελευταία χρόνια, όπως η αναμόρφωση της φορολογικής κλίμακας που ευνοεί κυρίως τους νέους και τις οικογένειες με παιδιά, η ενίσχυση των συνταξιούχων, οι αυξήσεις των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων και η περαιτέρω άνοδος του κατώτατου μισθού, (ii) την επενδυτική δυναμική που δημιουργούν οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, του Εθνικού Αναπτυξιακού Προγράμματος και των λοιπών ευρωπαϊκών προγραμμάτων. Οι εξελίξεις αυτές αναμένεται να ενισχύσουν την οικονομική δραστηριότητα, τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας αλλά και την παραγωγικότητα της οικονομίας, συμβάλλοντας στην περαιτέρω άνοδο του διαθέσιμου εισοδήματος και στη βελτίωση της περιουσιακής θέσης των νοικοκυριών. Παράλληλα, η διατήρηση δημοσιονομικού χώρου ενισχύει την ικανότητα λήψης στοχευμένων μέτρων στήριξης των εισοδημάτων σε περιόδους εξωγενών διαταραχών, όπως πρόσφατα οι γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή.

Διαβάστε ακόμη:
- Δημόσιο: Τέλος σε 25 βασικά δικαιολογητικά – Τι αλλάζει με το νέο σύστημα
- Το βασίλειο που ενώνει τις πράσινες business του Τραμπ με την «Οδύσσεια» του Νόλαν
- Τάσος Χαλκιάς μετά την καταστροφή του σπιτιού του: «Πήγε στάχτη το αίμα που έχυσα»
- Μεγάλο θέμα στα διεθνή MME η φονική σύγκρουση των δύο πυροσβεστικών ελικοπτέρων
