Από την πλευρά των συστημικών τραπεζών για το 2025, όπου το σύνολο των διανομών ανέρχεται σε 2,846 δισ. ευρώ, έχουν ξεκινήσει και θα ολοκληρωθούν οι εγκρίσεις του SSM για τη διανομή των μερισμάτων.

Από αυτά, τα 1,646 δισ. ευρώ αφορούν διανομή μετρητών, ενώ το υπόλοιπο ποσό θα κατευθυνθεί σε προγράμματα επαναγοράς ιδίων μετοχών.

Για την Τράπεζα Πειραιώς οι διανομές αντιστοιχούν στο 56% των κερδών, για την Alpha Bank στο 55%, για τη Εθνική Τράπεζα στο ιδιαίτερα υψηλό 88% και για τη Eurobank στο 53%. Ηδη η Eurobank ανακοίνωσε την αποκοπή του μερίσματος στις 10 Ιουνίου και την καταβολή του στις 15 ενώ επιβεβαιώνει την έγκριση των διανομών της από την Εποπτεία. Στις 10 και 15 Ιουνίου έχουν οριστεί οι αντίστοιχες ημερομηνίες της Εθνικής Τράπεζας.

 

260609173325_pin-Sakel-9626.jpg

 

Το κρίσιμο ερώτημα που απασχολεί πλέον τόσο τις διοικήσεις των τραπεζών όσο και τους επενδυτές αφορά τη μερισματική πολιτική που θα ακολουθηθεί για τα κέρδη του 2026. Παράλληλα, εξετάζεται κατά πόσο το 2025 αποτελεί πράγματι την τελευταία χρονιά κατά την οποία οι ελληνικές τράπεζες χρειάστηκαν την τυπική έγκριση του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού (SSM) για να προχωρήσουν σε διανομή μερίσματος.

Σύμφωνα με τραπεζικές πηγές, το ζήτημα δεν είναι απολύτως ξεκαθαρισμένο. Παρότι οι περισσότερες τράπεζες διαθέτουν πλέον ισχυρούς κεφαλαιακούς δείκτες και εμφανίζουν σημαντική κερδοφορία, ο SSM εξακολουθεί να αποδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στη διατήρηση επαρκών κεφαλαίων. Η γεωπολιτική αβεβαιότητα, οι κίνδυνοι που απορρέουν από τη διεθνή οικονομική συγκυρία και η πιθανότητα νέων αναταράξεων στις αγορές αποτελούν παράγοντες που ενδέχεται να οδηγήσουν τον επόπτη σε πιο συντηρητική στάση.

Υπό αυτό το πρίσμα, δεν αποκλείεται ορισμένες τράπεζες να χρειαστεί να λάβουν πρόσθετες εγκρίσεις ή να υποβληθούν σε πιο ενδελεχή αξιολόγηση και κατά την επόμενη χρονιά. Ο SSM εξετάζει κάθε πιστωτικό ίδρυμα ξεχωριστά, λαμβάνοντας υπόψη την ποιότητα του ενεργητικού, τα επίπεδα κεφαλαιακής επάρκειας, τις προοπτικές κερδοφορίας και τους δυνητικούς κινδύνους που αντιμετωπίζει.

Ένας ακόμη παράγοντας που θα επηρεάσει τις αποφάσεις για τα μερίσματα του 2026 είναι η πορεία των επιτοκίων. Αν και η περίοδος των εξαιρετικά υψηλών επιτοκίων φαίνεται να έχει παρέλθει, οι τράπεζες εξακολουθούν να επωφελούνται από ένα περιβάλλον που στηρίζει τα καθαρά έσοδα από τόκους. Ωστόσο, οι ανάγκες για νέες προβλέψεις δεν έχουν εξαλειφθεί. Η αβεβαιότητα γύρω από ορισμένες δικαστικές αποφάσεις, αλλά και η γενικότερη οικονομική επιβράδυνση στην Ευρώπη, διατηρούν ανοιχτό το ενδεχόμενο πρόσθετων επιβαρύνσεων στους ισολογισμούς.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η υπόθεση που σχετίζεται με τον Νόμο Κατσέλη. Παρότι οι τράπεζες διαθέτουν πλέον περιορισμένη έκθεση σε τέτοιου είδους δάνεια, η ερμηνεία ενδεχόμενων δικαστικών αποφάσεων και κυρίως το ζήτημα της αναδρομικότητας μπορεί να δημιουργήσει νέα δεδομένα. Εάν προκύψουν υποχρεώσεις που αφορούν χρονικές περιόδους πριν από τη μεταβίβαση των σχετικών χαρτοφυλακίων σε servicers, τότε οι τράπεζες ενδέχεται να χρειαστεί να σχηματίσουν πρόσθετες προβλέψεις.

Παρά τις αβεβαιότητες, η αγορά εμφανίζεται αισιόδοξη. Οι επενδυτές εκτιμούν ότι οι ελληνικές τράπεζες έχουν εισέλθει σε μια νέα εποχή ισχυρής κεφαλαιακής βάσης και σταθερής κερδοφορίας. Για την Εθνική Τράπεζα μάλιστα υπάρχουν εκτιμήσεις που κάνουν λόγο ακόμη και για διανομή του 100% των κερδών του 2026, δεδομένης της εξαιρετικά άνετης κεφαλαιακής της θέσης. Αντίστοιχα, για τις υπόλοιπες συστημικές τράπεζες τα ποσοστά διανομής θα μπορούσαν να κινηθούν έως και στο 60%, υπό την προϋπόθεση ότι οι συνθήκες στην οικονομία και το εποπτικό περιβάλλον θα παραμείνουν ευνοϊκές. Οι τελικές αποφάσεις θα εξαρτηθούν από τις επιδόσεις του πρώτου εξαμήνου, τις κατευθύνσεις του SSM και την εξέλιξη των κινδύνων που εξακολουθούν να βρίσκονται στο προσκήνιο.

 

 

 

Διαβάστε ακόμη: