Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, μιλώντας σήμερα Πέμπτη (5/11) σε εκδήλωση της Aegean Baltic Bank στην Αθήνα, αναφέρθηκε στην ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας και της ευρωζώνης απέναντι στις διεθνείς αναταράξεις, στους παράγοντες που στηρίζουν την ανάπτυξη αλλά και στους κινδύνους που εξακολουθούν να την απειλούν.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στον ρόλο της ναυτιλίας και του τραπεζικού συστήματος, δύο κρίσιμων τομέων για την ελληνική οικονομία, ενώ αναφέρθηκε και στις προτεραιότητες που πρέπει να τεθούν σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, προκειμένου η οικονομική σταθερότητα να μετατραπεί σε διατηρήσιμη ανάπτυξη και ευημερία.
Αναλυτικά η ομιλία του:
Κυρίες και κύριοι,
Ευχαριστώ την Τράπεζα Aegean Baltic Bank για τη σημερινή πρόσκληση. Στην ομιλία μου θα αναφερθώ στην ανθεκτικότητα της ευρωζώνης και της ελληνικής οικονομίας απέναντι στις διεθνείς διαταραχές, στους παράγοντες που τη στηρίζουν και στους κινδύνους για την ανάπτυξη. Θα εστιάσω σε δύο κρίσιμους τομείς: στη ναυτιλία και στο τραπεζικό σύστημα. Κλείνοντας, θα αναφερθώ στις εθνικές και ευρωπαϊκές προτεραιότητες πολιτικής ώστε η σταθερότητα να μετατραπεί σε διατηρήσιμη ανάπτυξη και ευημερία.
Η ανθεκτικότητα της ευρωζώνης
Η οικονομία της ευρωζώνης έχει δοκιμαστεί επανειλημμένα τα τελευταία χρόνια. Η πανδημία, η ενεργειακή κρίση μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η πληθωριστική έξαρση, ο εμπορικός προστατευτισμός και, πιο πρόσφατα, η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή διαμόρφωσαν ένα περιβάλλον έντονης αβεβαιότητας. Ωστόσο, η ευρωζώνη απέφυγε μια παρατεταμένη ύφεση, ενώ η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού μετά την περίοδο 2021-2023, στην οποία συνέβαλαν και οι διαδοχικές αυξήσεις των βασικών επιτοκίων της ΕΚΤ, δεν συνοδεύθηκε από μεγάλη αύξηση της ανεργίας, όπως είχε παρατηρηθεί σε προηγούμενους οικονομικούς κύκλους.
Η ανθεκτικότητα αυτή αποτυπώνεται στις πρόσφατες επιδόσεις. Tο πρώτο εξάμηνο του 2026, το πραγματικό ΑΕΠ της ευρωζώνης αυξήθηκε κατά 0,9% σε ετήσια βάση. Καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισε η ισχυρή αγορά εργασίας, με την ανεργία κοντά σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Η διατήρηση της απασχόλησης στήριξε το εισόδημα των νοικοκυριών και την ιδιωτική κατανάλωση, μετριάζοντας τις επιπτώσεις των αυξήσεων των τιμών. Η ανθεκτικότητα αυτή επιβεβαιώνεται και από τα προκαταρκτικά στοιχεία της Eurostat για το τρίτο τρίμηνο του 2026.
Η ανθεκτικότητα αυτή δεν οφείλεται σε έναν μόνο παράγοντα, αλλά αντανακλά τη συνδυασμένη επίδραση της αξιοπιστίας της νομισματικής πολιτικής στη ζώνη του ευρώ, της ενίσχυσης των ευρωπαϊκών θεσμών και της προσαρμοστικότητας των επιχειρήσεων. Παράλληλα, η δημοσιονομική πολιτική συνέβαλε στην απορρόφηση των διαταραχών, κυρίως μέσω αυξημένων δαπανών για άμυνα και υποδομές, αλλά και μέτρων στήριξης έναντι του υψηλότερου ενεργειακού κόστους. Ιδιαίτερη σημασία είχε η διατήρηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, η οποία περιόρισε τον κίνδυνο μετάδοσης των εξωτερικών διαταραχών στην πραγματική οικονομία.
Ειδικότερα, η εγχώρια ζήτηση εντός της ζώνης του ευρώ έχει αποκτήσει μεγαλύτερη σημασία. Δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις σε υποδομές, άμυνα, ενεργειακή ασφάλεια και ψηφιακές τεχνολογίες συμβάλλουν στη στήριξη της δραστηριότητας. Η διαφοροποίηση των πηγών ενεργειακού εφοδιασμού, η ανάπτυξη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και οι επενδύσεις στα δίκτυα έχουν περιορίσει ορισμένες από τις ευπάθειες που ανέδειξε η κρίση του 2022. Η μειωμένη ενεργειακή ένταση της ευρωπαϊκής οικονομίας αποτελεί έναν πρόσθετο παράγοντα ανθεκτικότητας. Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση της ΕΚΤ, η εξάρτηση της οικονομικής δραστηριότητας από το πετρέλαιο ανά μονάδα πραγματικού ΑΕΠ έχει περιοριστεί περίπου στο μισό σε σύγκριση με τις αρχές της δεκαετίας του 1990. Η παγκόσμια άνοδος των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη έχει ήδη αυξήσει τη ζήτηση για ευρωπαϊκά κεφαλαιακά αγαθά και τεχνολογικό εξοπλισμό, στηρίζοντας τις εξαγωγές και την οικονομική δραστηριότητα. Επιπλέον, η ισχυρότερη τραπεζική εποπτεία και η πρόοδος της Τραπεζικής Ένωσης ενίσχυσαν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.
Σύμφωνα με τις προβολές των εμπειρογνωμόνων της ΕΚΤ του Σεπτεμβρίου 2026, η ανάπτυξη της ευρωζώνης αναμένεται να διαμορφωθεί σε 0,9% το 2026, 1,4% το 2027 και 1,5% το 2028. Οι προβολές, όμως, συνοδεύονται από σημαντική αβεβαιότητα. Τα εναλλακτικά σενάρια της ΕΚΤ δείχνουν ότι η πορεία τόσο της ανάπτυξης όσο και του πληθωρισμού μπορεί να διαφοροποιηθεί αισθητά, ανάλογα με τη διάρκεια και τη σοβαρότητα των γεωπολιτικών εντάσεων και τις επιπτώσεις τους στις τιμές της ενέργειας.
Οι κίνδυνοι είναι ήδη ορατοί. Σύμφωνα με την προκαταρκτική εκτίμηση της Eurostat, ο πληθωρισμός της ευρωζώνης ανήλθε στο 4% τον Οκτώβριο του 2026, από 3,8% τον Σεπτέμβριο. Η επιτάχυνση αυτή συνδέεται κυρίως με τις έντονες ανατιμήσεις της ενέργειας, οι οποίες έφθασαν το 20,8% σε ετήσια βάση, ενώ αυξήσεις καταγράφηκαν επίσης στις τιμές των υπηρεσιών (3,3%) και των τροφίμων, του αλκοόλ και του καπνού (1,6%). Παράλληλα, ο πυρήνας του πληθωρισμού παρέμεινε σταθερός στο 2,5%, υποδηλώνοντας ότι η μετακύλιση των ενεργειακών ανατιμήσεων στις υπόλοιπες τιμές παραμένει μέχρι στιγμής περιορισμένη.
Οι υψηλές τιμές της ενέργειας εξακολουθούν να περιορίζουν το πραγματικό εισόδημα και αυξάνουν το κόστος παραγωγής. Ωστόσο, η ενδεδειγμένη προσαρμογή της νομισματικής πολιτικής συμβάλλει στην αποτροπή της ευρύτερης μετακύλισης των αυξήσεων των τιμών της ενέργειας στους μισθούς, τις τιμές και τις προσδοκίες για τον πληθωρισμό, ώστε να μην παγιωθούν πιο επίμονες πληθωριστικές πιέσεις.
Ταυτόχρονα, η άνοδος των αποδόσεων των μακροπρόθεσμων κρατικών ομολόγων επιβαρύνει το κόστος χρηματοδότησης, σε μια περίοδο αυξημένων αναγκών για άμυνα, ενέργεια και τεχνολογικές επενδύσεις. Η ευρωπαϊκή οικονομία παραμένει εξαρτημένη από τις εισαγωγές ενέργειας και κρίσιμων πρώτων υλών, ενώ η εξωστρέφειά της την εκθέτει στις αναταράξεις του διεθνούς εμπορίου. Παρότι η ευρωζώνη έχει ενισχύσει την ικανότητά της να απορροφά εξωτερικές διαταραχές, ορισμένοι από τους παράγοντες που στηρίζουν σήμερα την ανάπτυξη, όπως η δημοσιονομική στήριξη, η υψηλή παγκόσμια ζήτηση και η άνθηση των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη, ενδέχεται να μη είναι τόσο ισχυροί στο μέλλον. Η διατήρηση της ανθεκτικότητας απαιτεί, επομένως, περαιτέρω μείωση της ενεργειακής εξάρτησης, ταχύτερη διάχυση των νέων τεχνολογιών και αποτελεσματικότερη διοχέτευση των ευρωπαϊκών αποταμιεύσεων σε παραγωγικές επενδύσεις.
Τα αποτελέσματα των πρόσφατων εκλογών στις ΗΠΑ προκάλεσαν μείωση των τιμών των ενεργειακών προϊόντων στην παγκόσμια αγορά και μείωση των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων. Οι εξελίξεις αυτές, αν συνεχιστούν και επιβεβαιωθούν, θα έχουν θετικές επιπτώσεις τόσο στον πληθωρισμό όσο και στην οικονομική ανάπτυξη. Αλλά είναι πολύ νωρίς ακόμα να επιχειρηθεί αποτίμησή τους.
Η ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας
Η ελληνική οικονομία αποτελεί ένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικό παράδειγμα ενίσχυσης της ανθεκτικότητας μέσα από τη βελτίωση των θεμελιωδών μεγεθών. Παρά τις διαδοχικές εξωτερικές διαταραχές, εξακολουθεί να αναπτύσσεται ταχύτερα από τον μέσο όρο της ευρωζώνης. Το πρώτο εξάμηνο του 2026 το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 1,9% σε ετήσια βάση, έναντι 0,9% στην ευρωζώνη. Σύμφωνα με τις προβλέψεις της Τράπεζας της Ελλάδος, η ανάπτυξη αναμένεται να διατηρηθεί κοντά στο 2% την περίοδο 2026-2028.
Η εξέλιξη αυτή δεν είναι τυχαία. Αντανακλά τη σημαντική πρόοδο που έχει συντελεστεί στη δημοσιονομική διαχείριση, στη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος, στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των επενδυτών και στην ενίσχυση της επενδυτικής δραστηριότητας.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η βελτίωση των δημόσιων οικονομικών. Το 2025 η γενική κυβέρνηση κατέγραψε δημοσιονομικό πλεόνασμα 2,0% του ΑΕΠ και πρωτογενές πλεόνασμα 5,1% του ΑΕΠ. Παράλληλα, ο λόγος δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ μειώθηκε στο 145,4%, από 153,5% το προηγούμενο έτος. Η εξέλιξη αυτή, σε συνδυασμό με τη μεγάλη μέση διάρκεια του ελληνικού δημόσιου χρέους, το σχετικά χαμηλό κόστος εξυπηρέτησής του και τα σημαντικά ταμειακά διαθέσιμα του Δημοσίου, περιορίζει την άμεση έκθεση της χώρας στις αυξήσεις των διεθνών επιτοκίων.
Πρόκειται για μια ουσιαστική αλλαγή σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία. Η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει πλέον κάθε διεθνή χρηματοπιστωτική αναταραχή από θέση δημοσιονομικής αδυναμίας. Διαθέτει πολύ μεγαλύτερα περιθώρια απορρόφησης εξωτερικών διαταραχών.
Η δημοσιονομική αυτή πρόοδος έχει συμβάλει στην αναβάθμιση της πιστοληπτικής αξιολόγησης της χώρας και στην επιστροφή της στην επενδυτική κατηγορία, ενισχύοντας τη διεθνή αξιοπιστία της ελληνικής οικονομίας. Τα οφέλη εκτείνονται πέρα από τη χρηματοδότηση του Δημοσίου: η μείωση του κινδύνου χώρας βελτιώνει τις συνθήκες άντλησης κεφαλαίων για τις τράπεζες και τις επιχειρήσεις, ενώ η ενίσχυση της εμπιστοσύνης διευκολύνει την προσέλκυση διεθνών επενδυτικών κεφαλαίων. Με αυτόν τον τρόπο, η δημοσιονομική σταθερότητα δημιουργεί ευνοϊκότερες προϋποθέσεις για τη χρηματοδότηση παραγωγικών επενδύσεων και τη διατήρηση της αναπτυξιακής δυναμικής.
Ωστόσο, το δημόσιο χρέος παραμένει υψηλό και η διατήρηση της δημοσιονομικής αξιοπιστίας εξακολουθεί να αποτελεί προτεραιότητα. Η αύξηση των διεθνών επιτοκίων μπορεί σταδιακά να επηρεάσει το κόστος αναχρηματοδότησης, ενώ οι δημογραφικές πιέσεις και οι ανάγκες για επενδύσεις δημιουργούν πρόσθετες μεσοπρόθεσμες προκλήσεις.
Από την πλευρά της πραγματικής οικονομίας, η εγχώρια ζήτηση αναμένεται να παραμείνει ο βασικός μοχλός ανάπτυξης τα επόμενα χρόνια, με κύριες συνιστώσες τις επενδύσεις και την ιδιωτική κατανάλωση. Θετική συμβολή αναμένεται επίσης από τις εξαγωγές, με τον τουρισμό να διατηρεί ισχυρή δυναμική ιδίως το 2026, παρά την αύξηση του κόστους μεταφορών και λειτουργίας των επιχειρήσεων.
Η ενίσχυση των επενδύσεων αποτελεί μια από τις σημαντικότερες ποιοτικές μεταβολές της ελληνικής οικονομίας. Μεταξύ 2020 και 2025, ο ακαθάριστος σχηματισμός πάγιου κεφαλαίου αυξήθηκε κατά περίπου 90% (91,7%) σε πραγματικούς όρους, ενώ το μερίδιό του στο ΑΕΠ αυξήθηκε από 12,3% σε 18,0%. Η δυναμική συνεχίστηκε το πρώτο εξάμηνο του 2026, με τις επενδύσεις να αυξάνονται κατά περίπου 9% σε ετήσια βάση και να αποτελούν τον κύριο προωθητικό παράγοντα της ανάπτυξης, συμβάλλοντας κατά 1,6 ποσοστιαίες μονάδες.
Παράλληλα, ενθαρρυντική είναι η εξέλιξη των ξένων άμεσων επενδύσεων. Οι εισροές ανήλθαν σε 12,9 δισεκ. ευρώ το 2025 και σε 7,9 δισεκ. ευρώ το πρώτο οκτάμηνο του 2026. Αν και μέρος των εισροών συνδέεται με μεγάλες μεμονωμένες επιχειρηματικές συναλλαγές και δεν αντιστοιχεί εξ ολοκλήρου σε νέες παραγωγικές εγκαταστάσεις, η τάση αντανακλά τη βελτίωση της επενδυτικής εμπιστοσύνης. Το ζητούμενο είναι οι ξένες επενδύσεις να ενισχύουν ολοένα περισσότερο τη μεταφορά τεχνογνωσίας, την καινοτομία, την απασχόληση υψηλής εξειδίκευσης και την εξαγωγική ικανότητα της οικονομίας.
Ένα κρίσιμο ερώτημα αφορά τη διατήρηση αυτής της δυναμικής μετά τη λήξη του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF) στο τέλος του 2026. Η Ελλάδα έχει ήδη εισπράξει 24,6 δισεκ. ευρώ, εκ των οποίων 12,9 δισεκ. ευρώ σε επιχορηγήσεις και 11,7 δισεκ. ευρώ σε δάνεια, δηλαδή περίπου το 68% της συνολικής χρηματοδότησης. Παράλληλα, έχουν υποβληθεί προς αξιολόγηση στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή τα εναπομείναντα αιτήματα πληρωμής, συνολικού ύψους 11,3 δισεκ. ευρώ. Ωστόσο, η ολοκλήρωση του προγράμματος δεν συνεπάγεται απότομη διακοπή των επενδύσεων: πολλά έργα έχουν πολυετή ορίζοντα υλοποίησης, ενώ οι εκταμιεύσεις των σχετικών δανείων προς τους τελικούς δικαιούχους μπορούν να συνεχιστούν έως το 2029.
Παράλληλα, τα επόμενα έτη οι επενδύσεις προβλέπεται να υποστηριχθούν και από άλλα εργαλεία ευρωπαϊκής χρηματοδότησης, όπως είναι το υπό διαπραγμάτευση Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο της ΕΕ (2028-2034), καθώς και άλλα ευρωπαϊκά ταμεία, όπως είναι το Κοινωνικό Ταμείο για το Κλίμα, το Ταμείο Εκσυγχρονισμού και το Ταμείο Απανθρακοποίησης Νήσων (2026-2032) που έχουν ήδη εγκριθεί. Τέλος, το εθνικό Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων και τα εγχώρια και ξένα ιδιωτικά κεφάλαια αναμένεται να συμβάλουν επίσης θετικά. Συνεπώς, η προοπτική είναι μια σταδιακή μετάβαση σε περισσότερο αυτοτροφοδοτούμενη επενδυτική ανάπτυξη. Αυτό, βεβαίως, προϋποθέτει πλήρη αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων, συνέχιση των μεταρρυθμίσεων και μετατροπή της προσωρινής χρηματοδότησης σε μόνιμη παραγωγική ικανότητα.
Παρά την ανάπτυξη, η σημαντικότερη βραχυπρόθεσμη πίεση προέρχεται από τον πληθωρισμό, ο οποίος συμπιέζει την αγοραστική δύναμη, ιδιαίτερα των χαμηλότερων εισοδημάτων. Σημαντική διαρθρωτική αδυναμία αποτελεί επίσης το μεγάλο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.
Βάσει του Εναρμονισμένου Δείκτη Τιμών Καταναλωτή, ο ετήσιος πληθωρισμός στην Ελλάδα διαμορφώθηκε κατά μέσο όρο σε 4,0% το πρώτο δεκάμηνο του 2026, έναντι 2,9% την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Σύμφωνα με την προκαταρκτική εκτίμηση της Eurostat, αυξήθηκε περαιτέρω στο 5,6% τον Οκτώβριο, από 5,1% τον Σεπτέμβριο. Η εξέλιξη αυτή αντανακλά κυρίως τις έντονες ανατιμήσεις της ενέργειας, αλλά και τις αυξήσεις στις τιμές των ειδών διατροφής, ενώ ο πληθωρισμός των υπηρεσιών διατηρείται σε υψηλά επίπεδα (6,3%). Παράλληλα, ο πυρήνας του πληθωρισμού αυξήθηκε στο 4,7%, έναντι 2,5% στην ευρωζώνη, υποδηλώνοντας επίμονες εγχώριες πληθωριστικές πιέσεις.
Η απόκλιση του πληθωρισμού στην Ελλάδα από την ευρωζώνη διευρύνθηκε περαιτέρω τον Οκτώβριο του 2026, τόσο στον γενικό όσο και στον πυρήνα του πληθωρισμού, αντανακλώντας την ισχυρή ζήτηση, το θετικό παραγωγικό κενό, τις αυξήσεις του ενεργειακού κόστους και του κόστους υπηρεσιών, καθώς και στρεβλώσεις σε επιμέρους αγορές.
Σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, παραμένουν σημαντικές διαρθρωτικές αδυναμίες, οι οποίες αντανακλώνται στο υψηλό έλλειμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, όπως το χαμηλό επίπεδο παραγωγικότητας, το επενδυτικό κενό, η δημογραφική γήρανση και οι ελλείψεις δεξιοτήτων του εργατικού δυναμικού. Το ζητούμενο είναι, επομένως, οι επενδύσεις και η ανάπτυξη να συνδυαστούν με αναβάθμιση της παραγωγικής βάσης, ιδιαιτέρως των εμπορεύσιμων διεθνών αγαθών και υπηρεσιών, και διατηρήσιμη αύξηση της παραγωγικότητας, της ανταγωνιστικότητας και των πραγματικών εισοδημάτων. Πολλές από τις αιτίες που εξηγούν την απόκλιση του πληθωρισμού στην Ελλάδα από αυτόν της ευρωζώνης εξηγούν και το σημαντικό έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.
Η σημασία της ναυτιλίας στην ελληνική οικονομία
Η ελληνική ποντοπόρος ναυτιλία αποτελεί έναν από τους πλέον εξωστρεφείς και διεθνώς ανταγωνιστικούς τομείς της οικονομίας. Μαζί με τις δραστηριότητες των ναυπηγείων, των λιμένων, των τεχνικών και χρηματοοικονομικών υπηρεσιών και του ναυτιλιακού εξοπλισμού, διαμορφώνει ένα οικοσύστημα με ιδιαίτερη σημασία για την παραγωγή, την απασχόληση και το ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών.
Οι εισπράξεις από θαλάσσιες μεταφορές, μαζί με εκείνες από ταξιδιωτικές υπηρεσίες, καλύπτουν σημαντικό μέρος του ελλείμματος του ισοζυγίου αγαθών. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, την περίοδο 2021-2025 οι εισπράξεις από υπηρεσίες θαλάσσιων μεταφορών ανήλθαν κατά μέσο όρο σε 18 δισεκ. ευρώ ετησίως, αντιστοιχώντας σε περίπου 8,2% του ΑΕΠ και σχεδόν 40% των συνολικών εισπράξεων υπηρεσιών. Οι καθαρές εισπράξεις, μετά την αφαίρεση των αντίστοιχων πληρωμών, ήταν περίπου 6,6 δισεκ. ευρώ ετησίως και κάλυπταν σχεδόν το 1/5 του ελλείμματος του ισοζυγίου αγαθών.
Το 2022 οι ακαθάριστες εισπράξεις έφθασαν στο ιστορικά υψηλό επίπεδο των 21 δισεκ. ευρώ. Παρότι υποχώρησαν στη συνέχεια, διατηρήθηκαν σε ικανοποιητικό επίπεδο. Το πρώτο οκτάμηνο του 2026 καταγράφηκε αύξηση περίπου 15% σε ετήσια βάση, κυρίως λόγω της σημαντικής ανόδου των ναύλων στα δεξαμενόπλοια υπό την επίδραση των γεωπολιτικών εξελίξεων στον Περσικό Κόλπο. Οι ναύλοι των πολύ μεγάλων δεξαμενοπλοίων μεταφοράς αργού πετρελαίου, των VLCC, διαμορφώθηκαν σε ιστορικά υψηλά επίπεδα.
Η διεθνής θέση της ελληνικής ναυτιλίας παραμένει κορυφαία. Σύμφωνα με την UNCTAD, ο ελληνόκτητος στόλος κατείχε το 2025 την πρώτη θέση παγκοσμίως, με μερίδιο άνω του 16% της παγκόσμιας χωρητικότητας σε τόνους dwt. Ωστόσο, μόνο περίπου ένα στα δέκα ελληνόκτητα πλοία φέρει πλέον ελληνική σημαία, έναντι ενός στα πέντε πριν από μία δεκαετία. Ο βασικός ανασταλτικός παράγων για να έρθουν ελληνόκτητα πλοία στην ελληνική σημαία είναι κατά κύριο λόγο η έλλειψη Ελλήνων ναυτικών. Με βάση το υπόδειγμα εκτίμησης της ναυτιλιακής δραστηριότητας της Τράπεζας της Ελλάδος, το 2025 πραγματοποιούνταν από τη χώρα η εμπορική διαχείριση σχεδόν 3.000 πλοίων, συνολικής χωρητικότητας 186 εκατ. τόνων dwt και μέσης σταθμισμένης ηλικίας περίπου 13 ετών. Ιδιαίτερα ισχυρή είναι η παρουσία στα πλοία ξηρού χύδην φορτίου και στα πετρελαιοφόρα.
Η άμεση συνεισφορά του κλάδου των θαλάσσιων μεταφορών στην ακαθάριστη προστιθέμενη αξία της ελληνικής οικονομίας ήταν περίπου 2% την περίοδο 2021-2025. Η συνολική επίδραση είναι όμως μεγαλύτερη όταν συνυπολογίζονται οι έμμεσες και προκαλούμενες επιδράσεις: μελέτη του ΙΟΒΕ το 2023 την εκτίμησε σε 7,9% του ΑΕΠ για την περίοδο 2018-2021. Εδώ, ωστόσο, εντοπίζεται και μια ουσιαστική ευκαιρία. Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ, την περίοδο 2018-2022 η εγχώρια προστιθέμενη αξία αντιπροσώπευε περίπου το 36% των συνολικών εξαγωγών θαλάσσιων μεταφορών, ενώ το υπόλοιπο 64% αφορούσε εισαγόμενη προστιθέμενη αξία. Η ενίσχυση των εγχώριων προμηθευτών και υπηρεσιών θα μπορούσε να πολλαπλασιάσει το οικονομικό αποτύπωμα της ναυτιλίας.
Ενώ η Ελλάδα καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος στον τομέα της διαχείρισης πλοίων, θα μπορούσε να αναπτύξει και την παροχή συμπληρωματικών ναυτιλιακών υπηρεσιών, όπως οι νομικές υπηρεσίες επίλυσης διαφορών και διαιτησίας, οι οποίες εξακολουθούν να παρέχονται κυρίως στο Λονδίνο, καθώς και τον τομέα της ναυτικής έρευνας. Η ενίσχυση αυτών των δραστηριοτήτων απαιτεί βεβαίως ευρύτερες μεταρρυθμίσεις σε συναφείς τομείς, όπως η δικαιοσύνη και η πανεπιστημιακή εκπαίδευση.
Οι υψηλοί ναύλοι αυξάνουν τα έσοδα των εταιριών και την αξία των πλοίων, αλλά δεν πρέπει να οδηγήσουν σε υπερβολικές νέες παραγγελίες πλοίων που θα συντελέσουν σε μελλοντική υπερπροσφορά χωρητικότητας και θα προετοιμάσουν τον επόμενο καθοδικό κύκλο. Αντίθετα, μέρος των αυξημένων πόρων μπορεί να κατευθυνθεί σε παραγωγικές επενδύσεις στην Ελλάδα: ναυπηγεία, επισκευές, εξοπλισμό, λιμενικές υποδομές, υπηρεσίες υψηλής τεχνολογίας, αλλά και άλλους κλάδους, όπως ο τουρισμός.
Οι μελλοντικές προκλήσεις είναι σύνθετες. Οι γεωπολιτικές εντάσεις επηρεάζουν τις εμπορικές διαδρομές και την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας. Η πράσινη μετάβαση υπαγορεύει τη λήψη αποφάσεων για καύσιμα, στόλο και υποδομές σε συνθήκες τεχνολογικής αβεβαιότητας. Η ψηφιοποίηση αυξάνει την αποτελεσματικότητα του κλάδου, αλλά και την έκθεση των πλοίων και των λιμένων σε κυβερνοεπιθέσεις. Τέλος, η προσέλκυση, εκπαίδευση και επανεκπαίδευση προσωπικού αποτελεί προϋπόθεση προσαρμογής. Η ελληνική ναυτιλία έχει αποδείξει την ικανότητά της να ανταποκρίνεται σε κρίσεις· το ζητούμενο είναι αυτή η διεθνής ισχύς να δημιουργεί ακόμη περισσότερη εγχώρια προστιθέμενη αξία.
Για να επιτευχθεί αυτή η διασύνδεση, χρειάζεται στενότερη συνεργασία ανάμεσα σε ναυτιλιακές επιχειρήσεις, ναυπηγεία, πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα και χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς. Η ανάπτυξη υπηρεσιών σχεδιασμού, τεχνικής υποστήριξης, ψηφιακής διαχείρισης στόλου και νέων ενεργειακών λύσεων μπορεί να δημιουργήσει θέσεις εργασίας υψηλής εξειδίκευσης. Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Ένωση συγκεντρώνει πόρους από την επιβολή τελών στα πλοία που εκτελούν μεταφορές από και προς την ΕΕ, στο πλαίσιο της πολιτικής για την απανθρακοποίηση της ναυτιλίας. Η κατανομή των πόρων αυτών δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί. Θα μπορούσαν, επομένως, να κατευθυνθούν στη χρηματοδότηση της έρευνας για την απανθρακοποίηση της ναυτιλίας, με ιδιαίτερη έμφαση στην Ελλάδα, δεδομένου ότι ο ελληνόκτητος στόλος αντιπροσωπεύει περισσότερο από το 50% του ευρωπαϊκού στόλου. Επίσης, η ενίσχυση της ναυτικής εκπαίδευσης και η προσέλκυση νέων επαγγελματιών είναι αναγκαίες για να διατηρηθεί η τεχνογνωσία που στηρίζει την ανταγωνιστικότητα του κλάδου. Έτσι, η ναυτιλία μπορεί να συμβάλει όχι μόνο στις εισπράξεις στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, αλλά και στον μετασχηματισμό της εγχώριας παραγωγικής βάσης.
Ο ελληνικός τραπεζικός τομέας
Η εξέλιξη του ελληνικού τραπεζικού συστήματος αποτελεί μια από τις σημαντικότερες θετικές αλλαγές της τελευταίας δεκαετίας. Οι τράπεζες μετασχηματίστηκαν από ιδρύματα επιβαρυμένα από την κρίση σε κερδοφόρους, καλύτερα κεφαλαιοποιημένους και περισσότερο εξωστρεφείς οργανισμούς. Η στρατηγική τους στρέφεται πλέον στην πιστωτική επέκταση, τη διαφοροποίηση δραστηριοτήτων και τη δημιουργία αξίας για τους μετόχους, χωρίς να υποχωρεί η προσοχή στη διαχείριση κινδύνων.
Το 2025 οι ελληνικές τράπεζες κατέγραψαν καθαρά κέρδη ύψους 4,7 δισεκ. ευρώ και διψήφια απόδοση ιδίων κεφαλαίων. Το πρώτο εξάμηνο του 2026 τα κέρδη υπερέβησαν τα 2,5 δισεκ. ευρώ. Ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων υποχώρησε σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, συγκλίνοντας προς τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η βελτίωση της ποιότητας ενεργητικού των τραπεζών, η ενίσχυση των καταθέσεων και η επαρκής κεφαλαιακή βάση υποστηρίζουν τη χρηματοδότηση επιχειρήσεων και νοικοκυριών. Παράλληλα, οι τράπεζες διένειμαν στους μετόχους τους 2,83 δισεκ. ευρώ από τα κέρδη του 2025.
Η νέα φάση ανάπτυξης του τραπεζικού τομέα χαρακτηρίζεται και από μεγαλύτερη εξωστρέφεια. Οι ελληνικοί τραπεζικοί όμιλοι διευρύνουν την παρουσία τους σε ξένες αγορές, αναπτύσσουν συναφείς χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες και συνάπτουν συνεργασίες με διεθνείς ομίλους. Η γεωγραφική και λειτουργική διαφοροποίηση των τραπεζικών δραστηριοτήτων μπορεί να περιορίσει την εξάρτηση από συγκεκριμένες πηγές εσόδων, εφόσον συνοδεύεται από αποτελεσματική εποπτεία και ορθή αξιολόγηση των νέων κινδύνων.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η πορεία των λιγότερο σημαντικών πιστωτικών ιδρυμάτων, των λεγόμενων LSIs. Μετά την εξυγίανση των ισολογισμών και την ενίσχυση των κεφαλαίων τους, διαμορφώνονται προϋποθέσεις για ισχυρότερη παρουσία τους στην αγορά. Η δημιουργία ενός πέμπτου τραπεζικού πόλου και η ανάπτυξη πιο εξειδικευμένων επιχειρηματικών μοντέλων μπορούν να ενισχύσουν τον ανταγωνισμό και να διευρύνουν τις επιλογές χρηματοδότησης, ιδιαίτερα σε τομείς όπου οι μεγάλες συστημικές τράπεζες έχουν μικρότερη παρουσία.
Γενικότερα, η μακροχρόνια βιωσιμότητα όλων των πιστωτικών ιδρυμάτων προϋποθέτει αποτελεσματική εταιρική διακυβέρνηση, ισχυρό σύστημα εσωτερικού ελέγχου και συνεχή αξιολόγηση πιστωτικών, λειτουργικών και τεχνολογικών κινδύνων. Οι επενδύσεις σε ψηφιακές υποδομές, ασφάλεια πληροφοριακών συστημάτων και ανθρώπινο δυναμικό δεν αποτελούν απλώς μέσο μείωσης του κόστους. Είναι αναγκαίες για την κυβερνοασφάλεια, την ποιότητα εξυπηρέτησης και τη διατήρηση του πλεονεκτήματος της προσωπικής σχέσης με τον πελάτη. Ένα ανθεκτικό τραπεζικό σύστημα δεν είναι μόνο κερδοφόρο: χρηματοδοτεί αποτελεσματικά την πραγματική οικονομία και μπορεί να απορροφά μελλοντικούς κλυδωνισμούς.
Η επόμενη πρόκληση για το τραπεζικό σύστημα είναι να μετατρέψει την ισχυρή κερδοφορία και την κεφαλαιακή του επάρκεια σε σταθερή και υγιή πιστωτική επέκταση προς την πραγματική οικονομία. Η χρηματοδότηση περισσότερων μικρομεσαίων επιχειρήσεων, επενδύσεων στην πράσινη μετάβαση, έργων υποδομής και καινοτόμων δραστηριοτήτων μπορεί να έχει σημαντικές πολλαπλασιαστικές επιδράσεις. Απαραίτητη, όμως, είναι η ισορροπία μεταξύ ανάπτυξης και συνετής ανάληψης κινδύνων. Η πρόσφατη ιστορία υπενθυμίζει ότι η ταχεία αύξηση των δανείων χωρίς επαρκή αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας μπορεί να υπονομεύσει τη μελλοντική ανθεκτικότητα. Γι’ αυτό, η ποιότητα των νέων χρηματοδοτήσεων είναι εξίσου σημαντική με τον όγκο τους.
Καταληκτικές παρατηρήσεις: πολιτικές για τη διατήρηση της ανθεκτικότητας
Η εμπειρία των τελευταίων ετών δείχνει ότι η ευρωζώνη και η Ελλάδα έχουν ενισχύσει ουσιαστικά την ικανότητά τους να απορροφούν εξωτερικούς κλυδωνισμούς. Ωστόσο, οι σημερινές διαταραχές είναι αλληλοσυνδεόμενες: μια γεωπολιτική κρίση μπορεί να επηρεάσει ταυτόχρονα τις τιμές της ενέργειας, το διεθνές εμπόριο, τον πληθωρισμό, τις αγορές ομολόγων και τις επενδυτικές αποφάσεις. Η ανθεκτικότητα δεν μπορεί, επομένως, να περιορίζεται στη διαχείριση μιας κρίσης όταν αυτή εκδηλωθεί. Πρέπει να οικοδομείται προληπτικά μέσα από ισχυρούς θεσμούς, υγιή δημόσια οικονομικά, παραγωγικές επενδύσεις, κατάλληλες χρηματοπιστωτικές συνθήκες και αποτελεσματικό χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, πρώτη προτεραιότητα είναι η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και η αντιμετώπιση του οικονομικού κατακερματισμού. Οι εκθέσεις Draghi και Letta ανέδειξαν το διαχρονικό χάσμα παραγωγικότητας της Ευρώπης έναντι των Ηνωμένων Πολιτειών, τα εμπόδια της Ενιαίας Αγοράς και την ανάγκη κινητοποίησης επενδυτικών πόρων. Η γήρανση του πληθυσμού περιορίζει τη μελλοντική συμβολή της εργασίας στην ανάπτυξη, καθιστώντας ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη αύξησης της παραγωγικότητας. Παράλληλα, η εξάρτηση του ευρωπαϊκού αναπτυξιακού υποδείγματος από τις εξαγωγές αυξάνει την έκθεση σε εμπορικούς περιορισμούς και γεωοικονομικό κατακερματισμό.
Η βάθυνση της Ενιαίας Αγοράς και η επιτάχυνση της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων μπορούν να διοχετεύσουν μεγαλύτερο μέρος των ευρωπαϊκών αποταμιεύσεων σε παραγωγικές επενδύσεις εντός της Ευρώπης. Είναι ενδεικτικό ότι περίπου το 1/3 των επενδύσεων κατοίκων της ευρωζώνης σε εισηγμένες μετοχές κατευθύνεται στις αμερικανικές αγορές. Η πρόκληση είναι να δημιουργηθούν περισσότερες ελκυστικές επενδυτικές ευκαιρίες στην Ευρώπη και αποτελεσματικότεροι μηχανισμοί χρηματοδότησης καινοτόμων επιχειρήσεων. Η ολοκλήρωση της Τραπεζικής Ένωσης, συμπεριλαμβανομένου ενός κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασφάλισης καταθέσεων, θα ενίσχυε τη σταθερότητα και τη διασυνοριακή χρηματοδότηση.
Εξίσου σημαντική είναι η δυνατότητα κοινής χρηματοδότησης ευρωπαϊκών δημόσιων αγαθών. Η εμπειρία του RRF προσφέρει χρήσιμα διδάγματα για την υποστήριξη κοινών ευρωπαϊκών προτεραιοτήτων: άμυνα, ενεργειακή ασφάλεια, πράσινη και ψηφιακή μετάβαση και στρατηγικές υποδομές. Ένα κοινό ευρωπαϊκό ασφαλές περιουσιακό στοιχείο θα μπορούσε να ενισχύσει τη βάθυνση των κεφαλαιαγορών και τον διεθνή ρόλο του ευρώ. Παράλληλα, οι υψηλότερες αμυντικές δαπάνες πρέπει να σχεδιαστούν κατά τρόπο συμβατό με τη δημοσιονομική βιωσιμότητα και την ανάγκη διατήρησης πόρων για παραγωγικές επενδύσεις.
Η τεχνολογική μετάβαση αποτελεί επίσης κορυφαία προτεραιότητα. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να ενισχύσει την παραγωγικότητα, αλλά απαιτεί υποδομές, επενδύσεις στην έρευνα, νέες δεξιότητες και οργανωτικές αλλαγές στις επιχειρήσεις. Ωστόσο, η αξιοποίηση των δυνατοτήτων της τεχνητής νοημοσύνης δεν είναι αυτόματη. Η συμβολή της στην παραγωγικότητα θα εξαρτηθεί από την ταχύτητα υιοθέτησης και διάχυσης των νέων τεχνολογιών σε επιχειρήσεις διαφορετικού μεγέθους και σε ολόκληρο το παραγωγικό σύστημα. Η Ευρώπη χρειάζεται ένα περιβάλλον στο οποίο οι καινοτόμες επιχειρήσεις θα μπορούν να αναπτύσσονται και να χρηματοδοτούνται χωρίς να αναζητούν κεφάλαια αναγκαστικά εκτός της ευρωπαϊκής αγοράς. Η ενεργειακή διαφοροποίηση, οι διασυνδέσεις και οι επενδύσεις σε δίκτυα και αποθήκευση ενέργειας αποτελούν επίσης κρίσιμες προϋποθέσεις ανταγωνιστικότητας.
Στο πεδίο της νομισματικής πολιτικής, το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ καλείται να διασφαλίσει τη σταθερότητα των τιμών χωρίς να επιβαρύνει υπέρμετρα την οικονομική δραστηριότητα. Η ενδεδειγμένη αντίδραση εξαρτάται από την ένταση και τη διάρκεια των διαταραχών και, κυρίως, από το κατά πόσον οι αυξήσεις των τιμών της ενέργειας μεταδίδονται στους μισθούς, στις υπόλοιπες τιμές και στις πληθωριστικές προσδοκίες. Μια προσωρινή ενεργειακή διαταραχή δεν απαιτεί αυτομάτως αύξηση επιτοκίων. Εάν όμως οι πληθωριστικές πιέσεις αποκτήσουν διάρκεια και γενικευθούν, η αντίδραση πρέπει να είναι αποφασιστική και ενδεδειγμένη. Το Διοικητικό Συμβούλιο αύξησε τα επιτόκια της ΕΚΤ κατά 25 μονάδες βάσης τον Ιούνιο και εκ νέου τον Σεπτέμβριο του 2026 ενώ τα διατήρησε σταθερά τον Οκτώβριο, με το επιτόκιο της διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων να διαμορφώνεται σήμερα στο 2,5%. Η λήψη αποφάσεων με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, από συνεδρίαση σε συνεδρίαση, παραμένει ιδιαίτερα σημαντική.
Παράλληλα, πρέπει να διαφυλαχθεί η ομαλή μετάδοση της νομισματικής πολιτικής σε όλες τις χώρες της ζώνης του ευρώ. Η εμπειρία της κρίσης δημόσιου χρέους έδειξε ότι οι δυσλειτουργίες στις αγορές ομολόγων μπορούν να προκαλέσουν χρηματοπιστωτικό κατακερματισμό. Εργαλεία όπως το Transmission Protection Instrument συμβάλλουν, υπό προϋποθέσεις, στον περιορισμό αδικαιολόγητων και άτακτων μεταβολών στις αγορές που ενδέχεται να υπονομεύσουν την ομαλή μετάδοση της νομισματικής πολιτικής σε ολόκληρη τη ζώνη του ευρώ, χωρίς να υποκαθιστούν την ανάγκη για υγιή δημόσια οικονομικά. Η σταθερότητα των τιμών και η χρηματοπιστωτική σταθερότητα είναι συμπληρωματικοί στόχοι.
Για την Ελλάδα, πρώτη προτεραιότητα είναι η διατήρηση της δημοσιονομικής αξιοπιστίας. Η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας και οι διαδοχικές αναβαθμίσεις συνέβαλαν στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης. Από τον Απρίλιο του 2023, οπότε οι αγορές ξεκίνησαν να προεξοφλούν την αναβάθμιση στην επενδυτική κατηγορία, η διαφορά αποδόσεων των ελληνικών κρατικών ομολόγων έναντι των γερμανικών έχει μειωθεί κατά περίπου 80 μονάδες βάσης, παρά την πρόσφατη επιδείνωση των διεθνών χρηματοπιστωτικών συνθηκών Η συνέχιση της συνετής δημοσιονομικής πολιτικής, η διατήρηση πρωτογενών πλεονασμάτων και η καθοδική πορεία του χρέους δημιουργούν περιθώρια για την αντιμετώπιση μελλοντικών κρίσεων. Η ευνοϊκή μεσοπρόθεσμη διαφορά μεταξύ του έμμεσου επιτοκίου εξυπηρέτησης του χρέους και της αύξησης του ονομαστικού ΑΕΠ διευκολύνει, αλλά δεν υποκαθιστά, τη δημοσιονομική προσπάθεια.
Η δημοσιονομική σταθερότητα, ωστόσο, δεν αρκεί. Η βελτίωση των θεσμών, της δημόσιας διοίκησης και της δικαιοσύνης είναι ουσιώδης για την παραγωγικότητα και την προσέλκυση επενδύσεων. Η επιτάχυνση της απονομής δικαιοσύνης, η ασφάλεια δικαίου και ο περιορισμός των διοικητικών εμποδίων μπορούν να μειώσουν το κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων και να βελτιώσουν το επενδυτικό περιβάλλον.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η αντιμετώπιση των πληθωριστικών πιέσεων με παρεμβάσεις που ενισχύουν την προσφορά και τον ανταγωνισμό.
Απαιτείται αποτελεσματική εφαρμογή της πολιτικής ανταγωνισμού, άρση των εμποδίων εισόδου νέων επιχειρήσεων, διαφάνεια στη διαμόρφωση τιμών και καλύτερη δυνατότητα σύγκρισης χρεώσεων από τους καταναλωτές. Στην ενέργεια, οι επενδύσεις σε δίκτυα, ανανεώσιμες πηγές, διασυνδέσεις και αποθήκευση μπορούν να περιορίσουν το κόστος και την εξάρτηση από διεθνείς ανατιμήσεις. Στη στέγαση, χρειάζονται μέτρα αύξησης της προσφοράς κατοικιών, ώστε να περιοριστούν οι πιέσεις στα ενοίκια και στο διαθέσιμο εισόδημα. Πολλά από τα μέτρα αυτά συμβάλλουν και στη μείωση του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών.
Η ενίσχυση της παραγωγικότητας αποτελεί την πιο ουσιαστική προϋπόθεση για διατηρήσιμη αύξηση των πραγματικών μισθών. Χρειάζονται επενδύσεις σε εξοπλισμό και τεχνολογία, διάχυση των εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, καλύτερη σύνδεση εκπαίδευσης και παραγωγής, ενίσχυση της έρευνας και αντιμετώπιση των ελλείψεων δεξιοτήτων. Η μεγαλύτερη συμμετοχή νέων και γυναικών στην αγορά εργασίας μπορεί επίσης να ενισχύσει την παραγωγική δυναμικότητα.
Τέλος, η χώρα πρέπει να αξιοποιήσει τα συγκριτικά πλεονεκτήματά της στη ναυτιλία, στον τουρισμό, στην ενέργεια και στις υπηρεσίες, συνδέοντάς τα στενότερα με την εγχώρια βιομηχανία, την καινοτομία και τις επιχειρήσεις υψηλής τεχνολογίας. Η αύξηση της εγχώριας προστιθέμενης αξίας και η υποκατάσταση εισαγόμενων εισροών, όπου είναι οικονομικά αποτελεσματική, μπορούν να περιορίσουν ακόμα περισσότερο το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Εδώ οι τράπεζες, συμπεριλαμβανομένων των μικρότερων εξειδικευμένων ιδρυμάτων, μπορούν να διαδραματίσουν αποφασιστικό ρόλο χρηματοδοτώντας βιώσιμες επενδύσεις.
Εν κατακλείδι, ζητούμενο είναι, πέρα από την ανθεκτικότητα, να επιτύχουμε ταχύτερη, δικαιότερη και διατηρήσιμη ανάπτυξη. Σε αυτό αποσκοπούν οι προτάσεις που παρουσίασα: στην ενίσχυση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας και στη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου για το σύνολο της κοινωνίας.