Οι ελπίδες των ευρωπαίων για εκτόνωση των εντάσεων και των πολεμικών συγκρούσεων στα δύο μέτωπα, Μέσης Ανατολής και Ουκρανίας και επανόδου της ροής καυσίμων σε ομαλότερα επίπεδα, δυστυχώς, δεν συμβαδίζουν με τις τρέχουσες εξελίξεις.

Οι ευρωπαϊκές χώρες σήμερα διαθέτουν, από τη μία τα μικρότερα αποθέματα φυσικού αερίου των τελευταίων ετών και από την άλλη αντιμετωπίζουν προβλήματα με τις τιμές που κυμαίνονται πέριξ των 100 ευρώ η μεγαβατώρα, σχεδόν διπλάσιες αυτών που ίσχυαν προ αρκετών μηνών και σαφώς τις υψηλότερες από το 2022.

Τα αποθέματα φυσικού αερίου στις αποθήκες, όπως εκτιμάται, δεν υπερβαίνουν το 73% περίπου, έναντι πληρότητας 83% που είχαν διαμορφωθεί πέρυσι την ίδια περίοδο.

Το ακόμα πιο ανησυχητικό είναι ότι, με κλειστό το Στενό του Ορμούζ από τις αρχές του χρόνου, χάθηκε πάνω από το 1/5 του υγροποιημένου αερίου (LNG) που έρχεται με πλοία.

Ενώ ταυτόχρονα και οι όποιες ποσότητες από άλλες περιοχές και χώρες (Αζέρικο, Αλγερία κλπ) υπάρχουν, οι περισσότερες έχουν δεσμευτεί με πολύμηνα συμβόλαια είτε από μεμονωμένες ευρωπαϊκές χώρες είτε από ασιατικές – Κίνα, Ινδία κλπ

Τώρα, σε ότι αφορά την Ελλάδα και το ρόλο της στα Βαλκάνια και γενικότερα την ανατολική Ευρώπη και ορισμένα κράτη της κεντρικής, η κατάσταση επίσης δεν είναι η καλύτερη.

Ναι μεν η χώρα μας αποτελεί φυσική πύλη τροφοδοσίας των Βαλκανίων, ειδικά σε LNG, αλλά δεν έχει τους αναλογούντες αποθηκευτικούς χώρους, καθώς οι υπάρχοντες δεν επαρκούν.

Αυτό το γεγονός έχει ως αποτέλεσμα η Ελλάδα να αγοράζει υγροποιημένο φυσικό αέριο με τιμές TTF, που συνήθως είναι ήδη υψηλές, συμβάλλοντας έτσι στη δημιουργία μιας ακριβής και άναρχης εν πολλοίς αγοράς.

Εξαγγελίες για τη δημιουργία νέων αποθηκευτικών χώρων έχουν υπάρξει, αλλά η κατασκευή τους και η ένταξή τους στο σύστημα του Κάθετου Διαδρόμου απαιτεί χρόνο, αλλά οι καταναλωτικές ανάγκες δεν έχουν τέτοιες πολυτέλειες.

Διαβάστε ακόμη: