Ένα σημαντικό βήμα για την επίλυση της εκκρεμότητας που απειλούσε το μέλλον της ιστορικής Μονής της Αγίας Αικατερίνης στο Σινά σηματοδοτεί η απόφαση του Αρχιεπισκόπου Συμεών να προχωρήσει στην υπογραφή συμφωνίας με το αιγυπτιακό κράτος.

Σε δήλωσή του το Σάββατο, ο Αρχιεπίσκοπος γνωστοποίησε την πρόθεσή του να υπογράψει τη συμφωνία το προσεχές διάστημα, υπό την προϋπόθεση ότι θα το επιτρέψει η κατάσταση της υγείας του. Η εξέλιξη αυτή έρχεται έπειτα από μια μακρά περίοδο διαβουλεύσεων και νομικών εκκρεμοτήτων, στη σκιά της δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε τον Μάιο του 2025 από το Εφετείο της Ισμαηλίας.

Καθοριστική για την απόφαση της Σιναϊτικής Αδελφότητας υπήρξε, σύμφωνα με τον Αρχιεπίσκοπο, η στήριξη που έλαβε από τις Ορθόδοξες Εκκλησίες και ειδικότερα από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, τα Πατριαρχεία Ιεροσολύμων και Αλεξανδρείας, καθώς και τις Εκκλησίες της Ελλάδος και της Κύπρου.

Όπως σημειώνει, οι παραπάνω Εκκλησίες εξέφρασαν «την αμέριστη αδελφική τους συμπαράσταση για την υπογραφή της προαναφερόμενης συμφωνίας, με την ευχή και προσδοκία να συμβάλει στην ασφαλή διευθέτηση των εκκρεμών ζητημάτων και τη διασφάλιση των ιστορικών και νομίμων δικαίων της Μονής».

Ο Αρχιεπίσκοπος υπογραμμίζει ότι η υποστήριξη αυτή ενίσχυσε τη Σιναϊτική Αδελφότητα στην απόφασή της να προχωρήσει στην υπογραφή. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, η εξέλιξη αυτή προσφέρει στην Αδελφότητα και στον ίδιο προσωπικά τον απαραίτητο «επιστηριγμό», ώστε να ολοκληρωθεί η διαδικασία.

Η ημερομηνία υπογραφής θα καθοριστεί το επόμενο διάστημα, σε συνεννόηση με τους πατέρες της Μονής και την αιγυπτιακή κυβέρνηση, μόλις το επιτρέψει η κατάσταση της υγείας του Αρχιεπισκόπου.

Στη δήλωσή του, ο Αρχιεπίσκοπος Συμεών ανατρέχει και στο χρονικό των εξελίξεων που ακολούθησαν την εκλογή του, δίνοντας έμφαση στις νομικές συνέπειες της απόφασης του Εφετείου της Ισμαηλίας τον Μάιο του 2025, οι οποίες δημιούργησαν νέα δεδομένα στο αιγυπτιακό νομικό πλαίσιο.

Παράλληλα, περιγράφει τις διαβουλεύσεις που προηγήθηκαν για τη συμφωνία, αλλά και τις διαφορετικές απόψεις που διατυπώθηκαν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Όπως επισημαίνει, η Σιναϊτική Αδελφότητα βρέθηκε αντιμέτωπη με «ποικίλες αντιφατικές εισηγήσεις και πληροφορίες από αρμοδίους και αναρμοδίους, από επαΐοντες και από καλοπροαιρέτως αγνοούντες».

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Αδελφότητα επέλεξε να αναζητήσει καθοδήγηση από τις Ορθόδοξες Εκκλησίες, δίνοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στην ιστορική εμπειρία των Πατριαρχείων της Ανατολής.

«Χωρίς να αγνοεί ή να υποτιμά οποιαδήποτε τεκμηριωμένη γνώμη, η Αδελφότητα έκρινε ότι πρωτίστως είχε να ωφεληθεί τα μέγιστα από τη μακραίωνη και αδιάκοπη εμπειρία των Αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών, και μάλιστα των Πατριαρχών της καθ’ ημάς Ανατολής», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Η στήριξη που εξασφαλίστηκε μέσα από αυτές τις επαφές αποτέλεσε, σύμφωνα με τον Αρχιεπίσκοπο, καθοριστικό παράγοντα για την απόφαση να προχωρήσει η συμφωνία, με στόχο τη διευθέτηση των ανοιχτών ζητημάτων και την προστασία των δικαιωμάτων της ιστορικής Μονής.

Διαβάστε ακόμη: