Στον δυσκολότερο πυρήνα του προβλήματος στα κόκκινα δάνεια έχει πλέον φτάσει η ελληνική αγορά, καθώς τα χαρτοφυλάκια που διαχειρίζονται οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων εξακολουθούν να περιλαμβάνουν τεράστιο όγκο μη εξυπηρετούμενων οφειλών. Η Τράπεζα της Ελλάδος, στην έκθεσή της για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα του Οκτωβρίου 2026, αναδεικνύει την ανάγκη αναχρηματοδότησης και αναδιάρθρωσης δανείων, επισημαίνοντας τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι servicers στην προσπάθεια ανάκτησης απαιτήσεων.

Τα στοιχεία αποτυπώνουν το μέγεθος του προβλήματος: από τα 91,3 δισ. ευρώ συνολικών ανοιγμάτων που βρίσκονταν υπό τη διαχείριση των εταιρειών τον Ιούνιο του 2026, τα 77,3 δισ. ευρώ αφορούσαν μη εξυπηρετούμενα δάνεια.

Πρόκειται για ποσοστό περίπου 85%, το οποίο καταδεικνύει ότι, παρά τη σημαντική μείωση των κόκκινων δανείων στους ισολογισμούς των τραπεζών τα προηγούμενα χρόνια, ένα μεγάλο μέρος του ιδιωτικού χρέους εξακολουθεί να βρίσκεται εκτός του παραδοσιακού τραπεζικού συστήματος.

Η εικόνα αυτή δημιουργεί προκλήσεις τόσο για τους δανειολήπτες όσο και για τις εταιρείες που έχουν αναλάβει τη διαχείριση των απαιτήσεων, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την επίτευξη των στόχων είσπραξης και τις υποχρεώσεις που συνδέονται με το πρόγραμμα κρατικών εγγυήσεων «Ηρακλής».

Στον «σκληρό πυρήνα» των κόκκινων δανείων

Ακόμη πιο δύσκολη είναι η εικόνα των χαρτοφυλακίων που διαχειρίζονται οι servicers για λογαριασμό επενδυτικών κεφαλαίων και εταιρειών που έχουν αγοράσει δάνεια από τις τράπεζες.

Η συνολική αξία αυτών των ανοιγμάτων ανερχόταν τον Ιούνιο του 2026 σε 81,5 δισ. ευρώ, με το 89,5% να χαρακτηρίζεται μη εξυπηρετούμενο.

Η διάρθρωση των συγκεκριμένων προβληματικών δανείων παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον:

  • Το 78,7% αφορά καταγγελμένα δάνεια.

  • Το 15,9% αφορά οφειλές με καθυστέρηση μεγαλύτερη των 90 ημερών.

  • Το 5,4% αφορά δάνεια αβέβαιης είσπραξης.

Το υψηλό ποσοστό των καταγγελμένων δανείων δείχνει ότι μεγάλο μέρος των απαιτήσεων βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο διαχείρισης, με περιορισμένα περιθώρια απλής επαναφοράς σε κανονική εξυπηρέτηση.

Σε πολλές περιπτώσεις απαιτούνται σύνθετες ρυθμίσεις, δικαστικές διαδικασίες, ρευστοποίηση εξασφαλίσεων ή συμφωνίες οριστικής διευθέτησης.

Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η Τράπεζα της Ελλάδος επισημαίνει ότι η αποτελεσματική αντιμετώπιση του προβλήματος δεν μπορεί να περιοριστεί στην εντατικοποίηση των εισπράξεων.

Αναχρηματοδότηση: Η λύση που παραμένει αναξιοποίητη

Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που αναδεικνύει η έκθεση αφορά τη δυνατότητα παροχής νέας χρηματοδότησης σε οφειλέτες που, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, θα μπορούσαν να επανέλθουν σε βιώσιμη οικονομική δραστηριότητα.

Η αναχρηματοδότηση μπορεί να αποτελέσει εργαλείο για την εξυγίανση προβληματικών χαρτοφυλακίων, ιδιαίτερα όταν αφορά επιχειρήσεις με λειτουργικές προοπτικές αλλά περιορισμένη πρόσβαση στο τραπεζικό σύστημα.

Για παράδειγμα, μια μικρομεσαία επιχείρηση που έχει συσσωρεύσει ληξιπρόθεσμες οφειλές μπορεί να χρειάζεται όχι μόνο ρύθμιση του υφιστάμενου χρέους της, αλλά και πρόσθετο κεφάλαιο κίνησης για να συνεχίσει τη δραστηριότητά της.

Χωρίς νέα χρηματοδότηση, ακόμη και μια συμφωνία ρύθμισης ενδέχεται να αποδειχθεί δύσκολο να τηρηθεί.

Ωστόσο, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, κανένας διαχειριστής πιστώσεων δεν είχε υποβάλει αίτηση για άδεια παροχής υπηρεσιών αναχρηματοδότησης απαιτήσεων.

Η διαπίστωση αυτή αναδεικνύει ένα ουσιαστικό κενό μεταξύ των δυνατοτήτων που προβλέπει το θεσμικό πλαίσιο και της πραγματικής λειτουργίας της αγοράς.

Μόλις τρεις εταιρείες διαχειρίζονται το 83,6% των απαιτήσεων

Η αγορά των servicers χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερα υψηλή συγκέντρωση.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, στην Ελλάδα δραστηριοποιούνται 17 εταιρείες διαχείρισης πιστώσεων, ωστόσο η συντριπτική πλειονότητα των απαιτήσεων συγκεντρώνεται σε λίγους μεγάλους διαχειριστές.

Ειδικότερα, οι τρεις μεγαλύτερες εταιρείες διαχειρίζονται το 83,6% της συνολικής αξίας των ανοιγμάτων.

Άλλες τρεις εταιρείες συγκεντρώνουν το 13,5%, ενώ οι υπόλοιπες έντεκα μοιράζονται μόλις το 2,9% της αγοράς.

Η συγκέντρωση αυτή σημαίνει ότι οι επιδόσεις ενός μικρού αριθμού εταιρειών έχουν καθοριστική σημασία για τη συνολική πορεία των ανακτήσεων.

Παράλληλα, καθιστά ιδιαίτερα σημαντική την αποτελεσματική εποπτεία, τη διαφάνεια στις διαδικασίες ρύθμισης και την τήρηση των υποχρεώσεων απέναντι στους δανειολήπτες.

Ο «Ηρακλής» και η πίεση για περισσότερες εισπράξεις

Η πορεία των ανακτήσεων συνδέεται άμεσα με τις τιτλοποιήσεις μη εξυπηρετούμενων δανείων που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο του προγράμματος «Ηρακλής».

Μέσω του συγκεκριμένου μηχανισμού, οι τράπεζες μετέφεραν σημαντικό όγκο προβληματικών απαιτήσεων εκτός των ισολογισμών τους, με τη χρήση κρατικών εγγυήσεων σε συγκεκριμένες κατηγορίες τίτλων.

Οι εταιρείες διαχείρισης καλούνται πλέον να επιτύχουν τους στόχους είσπραξης που προβλέπονται στα επιχειρησιακά σχέδια των τιτλοποιήσεων.

Ωστόσο, η δυνατότητα επίτευξης αυτών των στόχων εξαρτάται από παράγοντες που δεν ελέγχονται αποκλειστικά από τους servicers.

Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η πραγματική οικονομική κατάσταση των οφειλετών, οι τιμές των ακινήτων που έχουν δοθεί ως εξασφαλίσεις, η ταχύτητα απονομής της Δικαιοσύνης και η δυνατότητα εξεύρεσης βιώσιμων συμφωνιών.

Η Τράπεζα της Ελλάδος επισημαίνει τις μεγάλες καθυστερήσεις στις δικαστικές διαδικασίες και την περιορισμένη πρόσβαση σε χρηματοδότηση ως δύο βασικά εμπόδια στην αποτελεσματική διαχείριση των απαιτήσεων.

Νέοι κανόνες για τους δανειολήπτες – Απάντηση σε τρεις μήνες

Στο μεταξύ, η κυβέρνηση προωθεί νέο θεσμικό πλαίσιο για τη λειτουργία των εταιρειών διαχείρισης και την προστασία των οφειλετών.

Η δημόσια διαβούλευση του σχετικού νομοσχεδίου του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών ολοκληρώθηκε στις 22 Οκτωβρίου.

Το σχέδιο περιλαμβάνει συνολικά 16 παρεμβάσεις, από τις οποίες οκτώ αφορούν την προστασία των δανειοληπτών και τη διεύρυνση των δυνατοτήτων ρύθμισης, ενώ οι υπόλοιπες οκτώ επικεντρώνονται στην εποπτεία και στη λειτουργία των servicers.

Μία από τις βασικότερες προβλέψεις αφορά την καθιέρωση τυποποιημένης διαδικασίας διμερούς ρύθμισης οφειλών.

Σύμφωνα με το προτεινόμενο πλαίσιο, ο πιστωτής θα υποχρεούται να απαντά σε αίτημα ρύθμισης μέσα σε τρεις μήνες, ενώ η συνολική διαδικασία θα πρέπει να ολοκληρώνεται το αργότερο εντός έξι μηνών.

Η παρέμβαση επιδιώκει να περιορίσει τις παρατεταμένες εκκρεμότητες και να διασφαλίσει ότι οι δανειολήπτες θα γνωρίζουν το χρονοδιάγραμμα εξέτασης των αιτημάτων τους.

Πρόκειται, πάντως, για προβλέψεις νομοσχεδίου και όχι για διατάξεις που έχουν ήδη τεθεί σε εφαρμογή.

Απόφαση Αρείου Πάγου: Επανυπολογίζονται οφειλές του νόμου Κατσέλη

Ένα ακόμη σημαντικό μέτωπο αφορά την εφαρμογή της απόφασης 6/2026 της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου.

Η απόφαση, που δημοσιεύθηκε τον Ιούνιο, αφορά τον τρόπο υπολογισμού των τόκων στις δικαστικές ρυθμίσεις οφειλών του νόμου Κατσέλη.

Η εξέλιξη αυτή έχει άμεση σημασία για δανειολήπτες που έχουν υπαχθεί στον νόμο 3869/2010, καθώς ο τρόπος υπολογισμού των τόκων επηρεάζει το τελικό ύψος των καταβολών τους.

Όπως επισημαίνει η Τράπεζα της Ελλάδος, τα άρθρα 126 και 127 του νόμου 5313/2026 αποσαφήνισαν ζητήματα εφαρμογής της δικαστικής απόφασης.

Οι servicers προχωρούν στον επανυπολογισμό των επηρεαζόμενων οφειλών και στην αντίστοιχη προσαρμογή των δοσολογίων.

Για τους δανειολήπτες, κρίσιμο ζήτημα παραμένει η ορθή και έγκαιρη εφαρμογή των νέων υπολογισμών, ώστε οι μηνιαίες υποχρεώσεις τους να ανταποκρίνονται στο ισχύον νομικό πλαίσιο.

Επιβράδυνση στις αγοραπωλησίες δανείων

Σημαντική υποχώρηση καταγράφεται και στη δευτερογενή αγορά απαιτήσεων, δηλαδή στις συναλλαγές μεταβίβασης δανειακών χαρτοφυλακίων.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, από το 2019 έως και τον Ιούνιο του 2026 πραγματοποιήθηκαν συναλλαγές που αφορούσαν 185 χαρτοφυλάκια, συνολικής αξίας απαιτήσεων 12,5 δισ. ευρώ.

Η εξέλιξη των τελευταίων ετών αποτυπώνει την επιβράδυνση:

Περίοδος Χαρτοφυλάκια Αξία απαιτήσεων
2024 43 4,9 δισ. ευρώ
2025 24 2,6 δισ. ευρώ
Α΄ εξάμηνο 2026 15 700 εκατ. ευρώ

Η μείωση των συναλλαγών δεν σημαίνει ότι το πρόβλημα των κόκκινων δανείων έχει περιοριστεί ανάλογα.

Αντίθετα, τα στοιχεία υποδηλώνουν ότι η αγορά έχει εισέλθει σε μια δυσκολότερη φάση, κατά την οποία η διαχείριση των υφιστάμενων απαιτήσεων αποκτά μεγαλύτερη σημασία από τη μεταβίβαση νέων χαρτοφυλακίων.

Κέρδη 49 εκατ. ευρώ για τους servicers στο εξάμηνο

Παρά τις δυσκολίες, οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων εξακολουθούν να εμφανίζουν κερδοφορία.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, τα συνολικά κέρδη μετά από φόρους διαμορφώθηκαν σε 49 εκατ. ευρώ το πρώτο εξάμηνο του 2026, καταγράφοντας ετήσια μείωση 5,7%.

Το συνολικό ενεργητικό των εταιρειών ανήλθε σε 1,1 δισ. ευρώ, μειωμένο κατά 137 εκατ. ευρώ σε σχέση με τον Δεκέμβριο του 2025.

Τα ίδια κεφάλαια υποχώρησαν στα 588 εκατ. ευρώ, από 614 εκατ. ευρώ, ενώ οι συνολικές υποχρεώσεις, συμπεριλαμβανομένων των προβλέψεων, περιορίστηκαν στα 537 εκατ. ευρώ, έναντι 649 εκατ. ευρώ στο τέλος του προηγούμενου έτους.

Παράλληλα, οι αμοιβές προσωπικού και τα διοικητικά έξοδα αντιστοιχούσαν στο 56,5% του κύκλου εργασιών, έναντι 58,5% την αντίστοιχη περίοδο του 2025.

Τα οικονομικά αποτελέσματα δείχνουν ότι ο κλάδος παραμένει κερδοφόρος, παρά την αυξανόμενη δυσκολία διαχείρισης των απαιτήσεων.

Η επόμενη ημέρα για οφειλέτες, τράπεζες και funds

Το βασικό συμπέρασμα από τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος είναι ότι η αντιμετώπιση του ιδιωτικού χρέους εισέρχεται σε μια νέα φάση.

Η μεταφορά των κόκκινων δανείων εκτός των τραπεζικών ισολογισμών συνέβαλε στη βελτίωση των δεικτών του τραπεζικού συστήματος, χωρίς όμως να εξαφανίσει τις αντίστοιχες υποχρεώσεις των δανειοληπτών.

Πλέον, το κρίσιμο ζήτημα είναι η αποτελεσματική διαχείριση των οφειλών που παραμένουν σε καθυστέρηση και η εξεύρεση λύσεων για περιπτώσεις στις οποίες υπάρχει πραγματική δυνατότητα οικονομικής ανάκαμψης.

Η αναχρηματοδότηση βιώσιμων επιχειρήσεων, η επιτάχυνση των δικαστικών διαδικασιών, η διαφάνεια στις ρυθμίσεις και η αποτελεσματικότερη εποπτεία των εταιρειών διαχείρισης αποτελούν τους βασικούς άξονες της προσπάθειας.

Για τους δανειολήπτες, η πρόκληση είναι να αποκτήσουν πρόσβαση σε σαφείς και εφαρμόσιμες διαδικασίες ρύθμισης. Για τους servicers, να επιτύχουν τους στόχους ανάκτησης χωρίς να υπονομεύεται η βιωσιμότητα των συμφωνιών.

Και για την ελληνική οικονομία συνολικά, το ζητούμενο παραμένει η ουσιαστική μείωση του ιδιωτικού χρέους, πέρα από τη λογιστική μεταφορά των προβληματικών δανείων από τις τράπεζες στα επενδυτικά κεφάλαια.

Διαβάστε ακόμη: