Σε μια νέα εποχή περνά ο ελληνικός τουρισμός, έχοντας κατακτήσει ιστορικά υψηλά σε αφίξεις και εισπράξεις, αλλά αντιμετωπίζοντας πλέον μια διαφορετική πρόκληση: πώς η συνεχής ανάπτυξη θα μεταφραστεί σε μεγαλύτερα οικονομικά και κοινωνικά οφέλη, χωρίς να εξαντλεί τις αντοχές των δημοφιλών προορισμών.

Τα στοιχεία του 2025 επιβεβαιώνουν τη δυναμική του κλάδου, με τις συνολικές διεθνείς αφίξεις να φτάνουν τα 43,3 εκατομμύρια, συμπεριλαμβανομένης της κρουαζιέρας, και τις ταξιδιωτικές εισπράξεις, χωρίς την κρουαζιέρα, να διαμορφώνονται στα 22,6 δισ. ευρώ.

Ωστόσο, πίσω από τις εντυπωσιακές επιδόσεις αναδεικνύονται σημαντικές ανισότητες, ελλείψεις υποδομών και δυσκολίες στην αγορά εργασίας, που καθιστούν αναγκαία την αναπροσαρμογή του αναπτυξιακού μοντέλου.

Αυτή είναι η κεντρική διαπίστωση της νέας μελέτης του ΙΝΣΕΤΕ με τίτλο «Ο Ελληνικός Τουρισμός: Επιτεύγματα, Προκλήσεις, Προοπτικές», η οποία παρουσιάστηκε την Παρασκευή 23 Οκτωβρίου και εξετάζει συνολικά την πορεία του κλάδου, την ανταγωνιστικότητά του και τις προϋποθέσεις για βιώσιμη ανάπτυξη.

Τουρισμός: Συνεισφορά έως 30% στο ΑΕΠ και επενδύσεις 5 δισ. ευρώ

Το 2025 αποτέλεσε ακόμη μία χρονιά ιστορικών επιδόσεων για τον ελληνικό τουρισμό.

Οι διεθνείς αφίξεις, εξαιρουμένης της κρουαζιέρας, έφτασαν τα 37,98 εκατομμύρια, ενώ με την προσθήκη των επιβατών κρουαζιέρας ανήλθαν στα 43,3 εκατομμύρια.

Οι εισπράξεις από τον εισερχόμενο τουρισμό, χωρίς την κρουαζιέρα, αυξήθηκαν κατά 9,8% σε σχέση με το 2024, αγγίζοντας τα 22,6 δισ. ευρώ.

Η άμεση συνεισφορά του κλάδου στην ελληνική οικονομία αντιστοιχεί στο 13% του ΑΕΠ, ενώ αν συνυπολογιστούν οι έμμεσες επιδράσεις σε άλλους παραγωγικούς τομείς, το ποσοστό προσεγγίζει το 30%.

Παράλληλα, οι συνολικές επενδύσεις των τουριστικών επιχειρήσεων εκτιμώνται σε περίπου 5 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα 2,8 δισ. ευρώ αφορούν τον ξενοδοχειακό κλάδο.

Τα μεγέθη αυτά επιβεβαιώνουν ότι ο τουρισμός αποτελεί βασικό πυλώνα της ελληνικής οικονομίας, επηρεάζοντας όχι μόνο τα καταλύματα και την εστίαση, αλλά και τις μεταφορές, το εμπόριο, την αγροδιατροφή και τις πολιτιστικές δραστηριότητες.

Πέντε νησιά συγκεντρώνουν σχεδόν τους μισούς ξένους επισκέπτες

Ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα της μελέτης αφορά τη γεωγραφική ανισότητα στην κατανομή της τουριστικής δραστηριότητας.

Σύμφωνα με το ΙΝΣΕΤΕ, μόλις πέντε νησιά συγκεντρώνουν το 47% των διεθνών αφίξεων, ενώ οκτώ από τις δεκατρείς περιφέρειες της χώρας απορροφούν συνολικά μόλις το 10% των τουριστικών εσόδων.

Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι ότι το 90% των δημοτικών ενοτήτων, οι οποίες καλύπτουν το 95% της ελληνικής επικράτειας, εμφανίζει περιορισμένη ή σχεδόν ανύπαρκτη τουριστική ανάπτυξη.

Η εικόνα αυτή αναδεικνύει μια βασική αντίφαση: ενώ ορισμένοι προορισμοί αντιμετωπίζουν έντονη πίεση από τον μεγάλο αριθμό επισκεπτών, σημαντικό μέρος της χώρας εξακολουθεί να διαθέτει αναξιοποίητες τουριστικές δυνατότητες.

Η πρόκληση, επομένως, δεν περιορίζεται στη διαχείριση των επισκεπτών στους δημοφιλείς προορισμούς, αλλά επεκτείνεται και στην ανάγκη δημιουργίας νέων τουριστικών προϊόντων σε περιοχές που μπορούν να προσελκύσουν ταξιδιώτες καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους.

Η εποχικότητα παραμένει μεγάλη αδυναμία

Παρά τις προσπάθειες επέκτασης της τουριστικής περιόδου, η εποχικότητα εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα βασικότερα διαρθρωτικά προβλήματα του ελληνικού τουρισμού.

Το τρίτο τρίμηνο του 2025, δηλαδή η περίοδος Ιουλίου – Σεπτεμβρίου, συγκέντρωσε το 52,4% των διεθνών αφίξεων και το 52,5% των συνολικών εισπράξεων.

Παρότι η συγκέντρωση αυτή έχει περιοριστεί σε σύγκριση με το 2019, περισσότερο από το μισό της ετήσιας τουριστικής δραστηριότητας εξακολουθεί να πραγματοποιείται μέσα σε μόλις τρεις μήνες.

Η κατάσταση δημιουργεί έντονες πιέσεις στις υποδομές, στην ύδρευση, στη διαχείριση απορριμμάτων και στις μεταφορές, ενώ ταυτόχρονα δυσκολεύει τη δημιουργία σταθερών θέσεων εργασίας.

Σημαντική είναι και η μεταβολή στη διάρκεια παραμονής των επισκεπτών. Από 7,4 διανυκτερεύσεις το 2019, η μέση διάρκεια υποχώρησε στις 6,1 διανυκτερεύσεις το 2025, καταγράφοντας μείωση 17,2%.

Η εξέλιξη αυτή καθιστά ακόμη σημαντικότερη την αύξηση της αξίας που δημιουργεί κάθε επίσκεψη για τις τοπικές οικονομίες.

Ελλείψεις προσωπικού στο 14% των ξενοδοχειακών θέσεων

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην αγορά εργασίας, καθώς η ανάπτυξη του τουρισμού συνοδεύεται από αυξημένες ανάγκες σε ανθρώπινο δυναμικό.

Κατά το τρίτο τρίμηνο του 2025, οι εργαζόμενοι στους κλάδους καταλυμάτων και εστίασης ανήλθαν σε 475.200, αντιπροσωπεύοντας το 10,8% της συνολικής απασχόλησης στη χώρα.

Θετική εξέλιξη αποτελεί η αύξηση της πλήρους απασχόλησης, το ποσοστό της οποίας ενισχύθηκε από 82,1% το 2019 σε 90,4% το 2025.

Ωστόσο, οι ελλείψεις προσωπικού εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικό πρόβλημα. Σύμφωνα με τη μελέτη, το 2025 παρέμεινε ακάλυπτο περίπου το 14% των θέσεων εργασίας στα ξενοδοχεία.

Παράλληλα, μόλις το 24% των εργαζομένων στον κλάδο είναι απόφοιτοι τουριστικών σχολών, γεγονός που αναδεικνύει την ανάγκη ενίσχυσης της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης.

Η μελέτη υπογραμμίζει ότι η ανάπτυξη του κλάδου απαιτεί επενδύσεις στις δεξιότητες των εργαζομένων, καλύτερες επαγγελματικές προοπτικές και σταθερότερες συνθήκες απασχόλησης.

Υποδομές και μεταφορές δοκιμάζουν την ανταγωνιστικότητα

Η Ελλάδα καταλαμβάνει την 21η θέση παγκοσμίως στον Δείκτη Ανάπτυξης Ταξιδιών και Τουρισμού του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ, επίδοση που επιβεβαιώνει τη διεθνή ανταγωνιστικότητα του τουριστικού προϊόντος της.

Ωστόσο, η χώρα εξακολουθεί να υστερεί έναντι ανταγωνιστικών προορισμών, όπως η Ισπανία και η Γαλλία, σε κρίσιμους τομείς υποδομών και οργάνωσης.

Μεταξύ των βασικών προβλημάτων καταγράφονται οι καθυστερήσεις στις αερομεταφορές, οι ελλείψεις προσωπικού σε κρίσιμες υπηρεσίες, οι αδυναμίες στις οδικές και σιδηροδρομικές συνδέσεις, καθώς και οι ανάγκες αναβάθμισης των ακτοπλοϊκών υποδομών.

Παράλληλα, σημαντικές προκλήσεις εντοπίζονται στη διαχείριση των υδάτινων πόρων, στην καθαριότητα, στη σήμανση και στις πολιτιστικές υποδομές.

Το ΙΝΣΕΤΕ επισημαίνει ότι οι ιδιωτικές επενδύσεις, όσο σημαντικές και αν είναι, δεν μπορούν από μόνες τους να αντιμετωπίσουν τις αδυναμίες των δημόσιων δικτύων και υποδομών.

Απαιτείται, επομένως, συντονισμένη προσπάθεια της Πολιτείας, της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των τουριστικών επιχειρήσεων.

Το νέο μοντέλο τουριστικής ανάπτυξης

Κεντρική θέση στη μελέτη καταλαμβάνει η ανάγκη μετάβασης από ένα μοντέλο που βασίζεται κυρίως στην αύξηση των αφίξεων σε ένα μοντέλο που δίνει μεγαλύτερη βαρύτητα στην ποιότητα, στη βιωσιμότητα και στην αξία που παραμένει στις τοπικές κοινωνίες.

Σε αυτή την κατεύθυνση, σημαντικό ρόλο μπορούν να διαδραματίσουν οι Οργανισμοί Διαχείρισης και Προώθησης Προορισμών (DMMOs).

Η αποστολή τους δεν περιορίζεται στην τουριστική προβολή, αλλά περιλαμβάνει τον σχεδιασμό, τον συντονισμό των εμπλεκόμενων φορέων, τη διαχείριση των επισκεπτών και την αξιοποίηση δεδομένων για τη λήψη αποφάσεων.

Ιδιαίτερη σημασία αποκτούν επίσης η προστασία του περιβάλλοντος, η ορθολογική χρήση των φυσικών πόρων και η διατήρηση της κοινωνικής αποδοχής του τουρισμού από τους μόνιμους κατοίκους.

Η ανάπτυξη νέων μορφών τουρισμού, η επέκταση της περιόδου λειτουργίας των επιχειρήσεων και η ενίσχυση λιγότερο γνωστών προορισμών μπορούν να συμβάλουν στην καλύτερη κατανομή των οικονομικών ωφελειών.

Αγάπη Σμπώκου: Στόχος η μεγαλύτερη και σταθερή αξία για όλους

Η πρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΣΕΤΕ), Αγάπη Σμπώκου, κατά την παρουσίαση της μελέτης, υπογράμμισε ότι ο ελληνικός τουρισμός έχει διανύσει μια σημαντική πορεία ανάπτυξης, η οποία στηρίχθηκε στη διαχρονική συνεργασία επιχειρήσεων και φορέων.

Όπως επισήμανε, ο κλάδος αποτελεί πλέον βασικό συστατικό του παραγωγικού μοντέλου της χώρας, με την επόμενη φάση ανάπτυξης να απαιτεί μεγαλύτερη και σταθερότερη δημιουργία αξίας για την οικονομία και την κοινωνία.

Η πρόεδρος του ΣΕΤΕ σημείωσε ότι τα ευρήματα της μελέτης θα αξιοποιηθούν στον διάλογο με την Πολιτεία, τους κοινωνικούς εταίρους και την επιχειρηματική κοινότητα, προκειμένου να διαμορφωθούν συγκεκριμένες πολιτικές για το μέλλον του τουρισμού.

Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η Ελλάδα έχει ήδη αποδείξει την ικανότητά της να προσελκύει εκατομμύρια επισκέπτες από ολόκληρο τον κόσμο. Το επόμενο στοίχημα είναι να αξιοποιήσει αυτή τη δυναμική με τρόπο που θα ενισχύει την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, θα δημιουργεί ποιοτικές θέσεις εργασίας και θα εξασφαλίζει μεγαλύτερα οφέλη για περισσότερες περιοχές της χώρας.

Για τον ελληνικό τουρισμό, η επόμενη ημέρα δεν θα κριθεί αποκλειστικά από ένα ακόμη ρεκόρ αφίξεων, αλλά από το κατά πόσο η ανάπτυξη θα μπορεί να διατηρηθεί χωρίς να υπονομεύει τους ίδιους τους προορισμούς που την καθιστούν δυνατή.

Διαβάστε ακόμη: