Ισχυρή κερδοφορία, αυξημένα έσοδα από τόκους και προμήθειες και υψηλά επίπεδα ρευστότητας καταγράφουν οι ελληνικές τράπεζες, ωστόσο η νέα αύξηση των κόκκινων δανείων, η υποχώρηση των κεφαλαιακών δεικτών και οι κίνδυνοι από την ενεργειακή κρίση και τις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές συνθέτουν ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας.

Αυτή είναι η εικόνα που προκύπτει από την Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία δημοσιοποιήθηκε σήμερα, 22 Οκτωβρίου, και αποτυπώνει την ανθεκτικότητα του εγχώριου τραπεζικού συστήματος, επισημαίνοντας παράλληλα τις προκλήσεις που μπορούν να επηρεάσουν την πορεία του τους επόμενους μήνες.

Οι ελληνικοί τραπεζικοί όμιλοι κατέγραψαν το πρώτο εξάμηνο του 2026 κέρδη μετά από φόρους και διακοπτόμενες δραστηριότητες ύψους 2,6 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 3,8% σε ετήσια βάση, επιβεβαιώνοντας ότι η πιστωτική επέκταση και η ενίσχυση των εσόδων από βασικές τραπεζικές εργασίες εξακολουθούν να στηρίζουν την κερδοφορία τους.

Τα λειτουργικά έσοδα αυξήθηκαν κατά 6,8%, με τα καθαρά έσοδα από τόκους να ενισχύονται κατά 5,6%, χάρη στην αύξηση των χορηγήσεων και τη σημαντική διεύρυνση των τοποθετήσεων σε χρεόγραφα ξένων κρατών. Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η συμβολή των προμηθειών, καθώς τα σχετικά καθαρά έσοδα σημείωσαν άνοδο 18,5%, οδηγώντας σε συνολική αύξηση 8,3% των εσόδων από τόκους και προμήθειες.

Η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τις χρηματιστηριακές αποτιμήσεις των τραπεζών, καθώς δείχνει ότι η κερδοφορία τους στηρίζεται σε περισσότερες πηγές εσόδων και όχι αποκλειστικά στα επιτοκιακά περιθώρια.

Ωστόσο, η ενίσχυση των εσόδων συνοδεύτηκε από αύξηση των λειτουργικών εξόδων κατά 9,3%, ρυθμό υψηλότερο από εκείνον των λειτουργικών εσόδων. Αντίβαρο αποτέλεσε η σημαντική μείωση των προβλέψεων για πιστωτικό κίνδυνο κατά 27,8%, η οποία συνέβαλε στη διατήρηση της υψηλής κερδοφορίας.

Η αποδοτικότητα του ενεργητικού διαμορφώθηκε στο 1,3%, ενώ η αποδοτικότητα ιδίων κεφαλαίων ανήλθε στο 12,1%, επίπεδα που επιβεβαιώνουν τη βελτίωση της χρηματοοικονομικής θέσης του κλάδου.

Κόκκινα δάνεια: Νέοι κανόνες για τους servicers και ομπρέλα προστασίας για την πρώτη κατοικία

Αυξήθηκαν στα 6,2 δισ. ευρώ τα κόκκινα δάνεια

Το σημαντικότερο προειδοποιητικό στοιχείο της έκθεσης αφορά την ποιότητα του δανειακού χαρτοφυλακίου, η οποία παρουσίασε μικρή επιδείνωση κατά το πρώτο εξάμηνο.

Το απόθεμα των μη εξυπηρετούμενων δανείων σε ατομική βάση αυξήθηκε στα 6,2 δισ. ευρώ τον Ιούνιο του 2026, καταγράφοντας άνοδο 9,3% σε σύγκριση με τον Δεκέμβριο του 2025.

Η αύξηση αποδίδεται κυρίως στην καθαρή εισροή νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων, γεγονός που υποδηλώνει ότι, παρά τη συνολική βελτίωση του τραπεζικού συστήματος, εξακολουθούν να υπάρχουν πιέσεις στην εξυπηρέτηση ορισμένων δανειακών υποχρεώσεων.

Ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων διαμορφώθηκε στο 3,4%, έναντι 3,3% στο τέλος του 2025.

Παρότι η μεταβολή είναι περιορισμένη, αποτελεί ένδειξη που απαιτεί παρακολούθηση, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία το υψηλό ενεργειακό κόστος και οι επίμονες πληθωριστικές πιέσεις επιβαρύνουν επιχειρήσεις και νοικοκυριά.

Για τις τράπεζες, η διατήρηση της ποιότητας των χορηγήσεων αποτελεί βασική προϋπόθεση προκειμένου να συνεχιστεί η αποκλιμάκωση του πιστωτικού κινδύνου και να διατηρηθούν οι υψηλές αποδόσεις κεφαλαίων.

Υποχώρησε στο 14,8% ο δείκτης CET1

Στο μέτωπο της κεφαλαιακής επάρκειας, η Τράπεζα της Ελλάδος διαπιστώνει ότι οι ελληνικοί τραπεζικοί όμιλοι εξακολουθούν να διαθέτουν ικανοποιητικά κεφαλαιακά αποθέματα, παρά τη μείωση ορισμένων βασικών δεικτών.

Ο δείκτης Κεφαλαίου Κοινών Μετοχών Κατηγορίας 1 (CET1) υποχώρησε στο 14,8% τον Ιούνιο του 2026, από 15,4% τον Δεκέμβριο του 2025, ενώ ο συνολικός δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας μειώθηκε οριακά στο 19,6%, από 19,8%.

Η διαφορετική έκταση της υποχώρησης των δύο δεικτών συνδέεται με την έκδοση κεφαλαιακών μέσων που προσμετρώνται στα συνολικά εποπτικά κεφάλαια, χωρίς να εντάσσονται στον CET1.

Παράλληλα, συνεχίζεται η σταδιακή μείωση της συμμετοχής των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων στα βασικά εποπτικά κεφάλαια.

Το ποσοστό τους υποχώρησε στο 36%, από 39,7% στο τέλος του 2025, εξέλιξη που αντανακλά την επιτάχυνση της απόσβεσής τους μέσω του εθελοντικού προγράμματος ταχύτερης απομείωσης.

Η μείωση της εξάρτησης από τον αναβαλλόμενο φόρο αποτελεί σημαντική ποιοτική μεταβολή για την κεφαλαιακή διάρθρωση των ελληνικών τραπεζών, αν και το ποσοστό παραμένει υψηλό.

Ασιατικές Αγορές: Μεικτές τάσεις και ισχυρές πιέσεις σε Nikkei και Kospi

Ισχυρή ρευστότητα και πρόσβαση στις αγορές

Ιδιαίτερα θετική παραμένει η εικόνα της τραπεζικής ρευστότητας, με τους σχετικούς δείκτες να διατηρούνται σημαντικά υψηλότερα από τις εποπτικές απαιτήσεις.

Ο Δείκτης Κάλυψης Ρευστότητας (LCR) διαμορφώθηκε στο 197,8% τον Ιούνιο του 2026, ενώ ο Δείκτης Καθαρής Σταθερής Χρηματοδότησης (NSFR) ανήλθε στο 134,7%.

Η Τράπεζα της Ελλάδος επισημαίνει ότι οι ευνοϊκές συνθήκες ρευστότητας, σε συνδυασμό με την απρόσκοπτη πρόσβαση των ελληνικών τραπεζών στη διατραπεζική αγορά και τις κεφαλαιαγορές, ενισχύουν την ικανότητά τους να απορροφούν ενδεχόμενες διαταραχές.

Η ισχυρή αυτή θέση δημιουργεί παράλληλα τις προϋποθέσεις για τη συνέχιση της χρηματοδότησης επιχειρήσεων και νοικοκυριών, σε μια περίοδο κατά την οποία η πιστωτική επέκταση αποτελεί βασικό παράγοντα ενίσχυσης των τραπεζικών εσόδων.

Στα 91,3 δισ. ευρώ τα δάνεια που διαχειρίζονται οι servicers

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα στοιχεία για τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων, καθώς αναδεικνύουν το μεγάλο απόθεμα ιδιωτικού χρέους που παραμένει εκτός των τραπεζικών ισολογισμών.

Τον Ιούνιο του 2026, η συνολική αξία των ανοιγμάτων υπό διαχείριση από τους servicers ανήλθε στα 91,3 δισ. ευρώ.

Από αυτά, 81,5 δισ. ευρώ, ποσοστό 89,2%, αφορούν απαιτήσεις που διαχειρίζονται για λογαριασμό αγοραστών πιστώσεων, ενώ τα υπόλοιπα 9,8 δισ. ευρώ αφορούν απαιτήσεις πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων.

Το πλέον χαρακτηριστικό στοιχείο είναι ότι το 84,7% των υπό διαχείριση ανοιγμάτων αφορά μη εξυπηρετούμενες απαιτήσεις, έναντι 15,3% που χαρακτηρίζονται εξυπηρετούμενες.

Τα μεγέθη αυτά αναδεικνύουν τη διάσταση του προβλήματος του ιδιωτικού χρέους, το οποίο εξακολουθεί να αποτελεί σημαντική πρόκληση για την ελληνική οικονομία, παρά την εξυγίανση των τραπεζικών ισολογισμών.

Η έκθεση αναφέρεται και στο νέο πλαίσιο για τη ρύθμιση του ιδιωτικού χρέους και τη λειτουργία των servicers, το οποίο ανακοινώθηκε τον Σεπτέμβριο του 2026 και βρίσκεται υπό διαβούλευση, με στόχο την ενίσχυση της προστασίας των οφειλετών και την αυστηροποίηση της εποπτείας και της λογοδοσίας των εταιρειών διαχείρισης.

Ε.Ε.: Με αστείες προσεγγίσεις και χωρίς ενιαία στάση για ενεργειακά κόστη και ακρίβεια

Προειδοποίηση για ομόλογα, ενέργεια και τεχνητή νοημοσύνη

Πέρα από τα εγχώρια τραπεζικά μεγέθη, η Τράπεζα της Ελλάδος εστιάζει στους αυξανόμενους κινδύνους που δημιουργεί το διεθνές οικονομικό και γεωπολιτικό περιβάλλον.

Η κλιμάκωση των εντάσεων στη Μέση Ανατολή και οι διαταραχές στις ενεργειακές ροές έχουν προκαλέσει σημαντική άνοδο των τιμών της ενέργειας, επιβαρύνοντας τις αναπτυξιακές προοπτικές και αναζωπυρώνοντας τον πληθωρισμό.

Ταυτόχρονα, η άνοδος των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων αυξάνει το κόστος αναχρηματοδότησης του δημόσιου χρέους και επιβαρύνει τις επιχειρήσεις μέσω του υψηλότερου κόστους δανεισμού.

Η κεντρική τράπεζα επισημαίνει επίσης τον κίνδυνο απότομης διόρθωσης στις διεθνείς χρηματιστηριακές αγορές, εξαιτίας των υψηλών αποτιμήσεων και της μεγάλης συγκέντρωσης επενδυτικού ενδιαφέροντος σε περιορισμένο αριθμό τεχνολογικών εταιρειών, ιδιαίτερα στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης.

Μάλιστα, η ανάπτυξη προηγμένων μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης αναδεικνύεται και ως δυνητικός συστημικός κίνδυνος, καθώς μπορεί να ενισχύσει τις κυβερνοαπειλές και την εξάρτηση των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων από περιορισμένο αριθμό τεχνολογικών παρόχων.

Ανάπτυξη 1,9%, αλλά επίμονος πληθωρισμός

Στο μακροοικονομικό πεδίο, η ελληνική οικονομία συνέχισε να αναπτύσσεται ταχύτερα από την ευρωζώνη κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026.

Ο ετήσιος ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ διαμορφώθηκε στο 1,9%, έναντι 2,1% την αντίστοιχη περίοδο του 2025, παραμένοντας πάντως σημαντικά υψηλότερος από το 0,9% της ευρωζώνης.

Η ανάπτυξη στηρίχθηκε κυρίως στις επενδύσεις και στην ιδιωτική και δημόσια κατανάλωση, ενώ αρνητική ήταν η συνεισφορά του εξωτερικού τομέα.

Αντίθετα, ο πληθωρισμός εξακολουθεί να αποτελεί σημαντική πηγή προβληματισμού. Ο εναρμονισμένος δείκτης τιμών καταναλωτή αυξήθηκε κατά 3,8% στο εννεάμηνο Ιανουαρίου–Σεπτεμβρίου 2026, έναντι 3% την αντίστοιχη περίοδο του 2025 και 2,8% στην ευρωζώνη.

Η εξέλιξη αυτή περιορίζει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και επιβαρύνει το λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων, δημιουργώντας πρόσθετες προκλήσεις για την οικονομία.

Τράπεζες: Πάνω από 3 δισ. ευρώ στους μετόχους – Η νέα εποχή των υψηλών μερισμάτων - Προμερίσματα περίπου 637 εκατ. ευρώ έως το τέλος του έτους

Νέα κεφαλαιακά αποθέματα για τις συστημικές τράπεζες

Η Τράπεζα της Ελλάδος αναφέρεται και στις μακροπροληπτικές απαιτήσεις που αποσκοπούν στην ενίσχυση της ανθεκτικότητας του τραπεζικού συστήματος.

Το αντικυκλικό κεφαλαιακό απόθεμα ασφαλείας διατηρείται στο 0,5%, με εφαρμογή από την 1η Οκτωβρίου 2026, καθώς η αξιολόγηση δεν ανέδειξε ανάγκη περαιτέρω αύξησής του.

Για το 2027, το πρόσθετο κεφαλαιακό απόθεμα των λοιπών συστημικά σημαντικών ιδρυμάτων καθορίστηκε στο 1,25% για τη Eurobank και στο 1% για την Alpha Bank, την Εθνική Τράπεζα και την Τράπεζα Πειραιώς.

Παράλληλα, η κεντρική τράπεζα διαπιστώνει ότι δεν υπάρχει συνολικά υπέρμετρη πιστωτική επέκταση, εντοπίζει όμως πρώιμες ενδείξεις συσσώρευσης κινδύνων στη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων, στις τιμές των κατοικιών και στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.

Άνοδος 54% στις συναλλαγές IRIS

Σημαντική είναι και η επέκταση των ηλεκτρονικών πληρωμών.

Κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, ο αριθμός των συναλλαγών με κάρτες αυξήθηκε κατά 9%, ενώ η συνολική αξία τους ανήλθε στα 60 δισ. ευρώ, σημειώνοντας άνοδο 5%.

Οι άμεσες μεταφορές χρημάτων μέσω IRIS αυξήθηκαν κατά 54%, επιβεβαιώνοντας τη διεύρυνση της χρήσης των άμεσων πληρωμών.

Παράλληλα, οι καταγεγραμμένες περιπτώσεις απάτης στις συναλλαγές με κάρτες μειώθηκαν κατά 23%, εξέλιξη που αποδίδεται στην ενίσχυση των μηχανισμών πρόληψης και στην καλύτερη ενημέρωση των χρηστών.

Χρηματιστήριο Αθηνών: Ιστορική επιστροφή στις ανεπτυγμένες αγορές με rebalancing δισεκατομμυρίων

Το μήνυμα για τις τράπεζες και το Χρηματιστήριο

Το βασικό συμπέρασμα της Έκθεσης Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας είναι ότι οι ελληνικές τράπεζες βρίσκονται σήμερα σε σαφώς ισχυρότερη θέση σε σχέση με το παρελθόν, διαθέτοντας υψηλή ρευστότητα, ικανοποιητική κεφαλαιακή επάρκεια και σημαντική δυνατότητα παραγωγής κερδών.

Για τους επενδυτές, τα στοιχεία της κερδοφορίας και της αύξησης των βασικών τραπεζικών εσόδων αποτελούν θετικές ενδείξεις για τη διατηρησιμότητα των οικονομικών επιδόσεων του κλάδου.

Ωστόσο, η αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, η υποχώρηση του CET1 και η επιτάχυνση των λειτουργικών δαπανών υπενθυμίζουν ότι η βελτίωση των τραπεζικών μεγεθών δεν είναι απαλλαγμένη από κινδύνους.

Καθοριστική για τη μελλοντική πορεία των τραπεζικών μετοχών θα είναι η δυνατότητα των διοικήσεων να διατηρήσουν υψηλή κερδοφορία, να ενισχύσουν την ποιότητα των κεφαλαίων τους και να περιορίσουν τις νέες επισφάλειες, χωρίς να ανακοπεί η πιστωτική επέκταση.

Σε ένα διεθνές περιβάλλον αυξημένης μεταβλητότητας, η Τράπεζα της Ελλάδος αναγνωρίζει την ισχυρή θέση του εγχώριου τραπεζικού συστήματος, αλλά προειδοποιεί ότι μια απότομη ανατιμολόγηση των κινδύνων στις χρηματοπιστωτικές αγορές θα μπορούσε να επηρεάσει δυσμενώς τους όρους χρηματοδότησης της οικονομίας.

Το ζητούμενο πλέον δεν είναι μόνο η διατήρηση των υψηλών τραπεζικών κερδών, αλλά και η θωράκισή τους απέναντι σε μια νέα περίοδο διεθνών αναταράξεων.

Διαβάστε ακόμη: