Χαμηλότερα από το 9% εκτιμάται ότι έχει διαμορφωθεί πλέον το κενό ΦΠΑ στην Ελλάδα για το 2025, δηλαδή η διαφορά μεταξύ του ΦΠΑ που θα έπρεπε να εισπράττει το κράτος και του ΦΠΑ που τελικά εισπράττει, σύμφωνα με πληροφορίες από ανώτατο κυβερνητικό αξιωματούχο. Εξέλιξη που φέρνει τη χώρα πολύ κοντά, ενδεχομένως και κάτω από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Όπως σημειώνει ρεπορτάζ της Καθημερινής, η τελευταία επίσημη, συγκρίσιμη εκτίμηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής τοποθετεί το ελληνικό VAT compliance gap στο περίπου 9% για το 2024, από 11,4% το 2023 και 24% το 2019, εκτίμηση που συμμερίζεται και το ΔΝΤ, το οποίο συνδέει τη μεγάλη μείωση με τις μεταρρυθμίσεις για τον περιορισμό της φοροδιαφυγής και τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης. Ουσιαστικά με τις παρεμβάσεις που έγιναν τα τελευταία χρόνια «πέρασε» στην επίσημη οικονομία χρήμα που μέχρι πρότινος, και για πολλά μάλιστα χρόνια, παρέμενε εκτός χαρτογράφησης. Αυτό φαίνεται και στις υπερεισπράξεις από τον ΦΠΑ, που μαζί με την… ακρίβεια είναι οι μεγαλύτεροι τροφοδότες του προϋπολογισμού.

Η νέα κυβερνητική εκτίμηση, εφόσον επιβεβαιωθεί από τα επόμενα στοιχεία της Κομισιόν, θα σημαίνει ότι το ελληνικό κενό ΦΠΑ έχει μειωθεί κατά περισσότερο από 15 ποσοστιαίες μονάδες μέσα σε περίπου πέντε χρόνια. Ο τελευταίος επίσημος, συγκρίσιμος μέσος όρος της Κομισιόν ήταν 9,5%.

Συγκεκριμένα, το 2019 το ελληνικό κενό συμμόρφωσης στον ΦΠΑ ανερχόταν περίπου στο 24%, το 2022 υποχώρησε στο 12,4%, το 2023 στο 11,4% και το 2024 στο περίπου 9% και πλέον βρίσκεται κάτω από το 9%.

Το ΔΝΤ στην τελευταία έκθεσή του επισημαίνει ότι η αύξηση των φορολογικών εσόδων τα τελευταία χρόνια δεν προέρχεται από αλλαγές στους φορολογικούς συντελεστές, αλλά από τη βελτίωση της συμμόρφωσης και την ψηφιοποίηση της φορολογικής διοίκησης. Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή το ελληνικό κενό ΦΠΑ, το οποίο ήταν από τα υψηλότερα στην Ευρώπη, έχει πλέον προσεγγίσει τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Οπως προαναφέρθηκε, πίσω από τη μείωση βρίσκεται ένα πλέγμα αλλαγών που σταδιακά περιόρισε τη δυνατότητα απόκρυψης συναλλαγών και διευκόλυνε τις διασταυρώσεις. Κομβικό ρόλο διαδραμάτισε η διασύνδεση των POS με τα φορολογικά συστήματα, καθώς οι ηλεκτρονικές συναλλαγές αφήνουν πλέον πολύ περισσότερα δεδομένα προς επεξεργασία από τη φορολογική διοίκηση.

Σημαντική ήταν επίσης η επέκταση του myDATA, του ηλεκτρονικού συστήματος στο οποίο καταγράφονται τα έσοδα και τα έξοδα των επιχειρήσεων. Το ΔΝΤ αναφέρει το myDATA, την υποχρεωτική χρήση POS, τη διασύνδεση των POS με το myDATA και τα βήματα προς την προσυμπλήρωση φορολογικών στοιχείων μεταξύ των μεταρρυθμίσεων που βελτίωσαν τη φορολογική συμμόρφωση.

Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκε η διεύρυνση των ηλεκτρονικών πληρωμών, καθώς και τα κίνητρα για τη χρήση συναλλαγών που μπορούν να ιχνηλατηθούν ηλεκτρονικά. Παράλληλα, η ΑΑΔΕ απέκτησε μεγαλύτερη δυνατότητα αξιοποίησης των διαθέσιμων δεδομένων για στοχευμένους και αυτοματοποιημένους ελέγχους.

Με άλλα λόγια, η φορολογική διοίκηση έχει μετακινηθεί από ένα μοντέλο που βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στον εκ των υστέρων έλεγχο σε ένα σύστημα όπου σημαντικό μέρος των συναλλαγών καταγράφεται ηλεκτρονικά και μπορεί να διασταυρωθεί πολύ ταχύτερα.

Η συζήτηση για τον ΦΠΑ, ωστόσο, συχνά μπερδεύει δύο διαφορετικά μεγέθη. Το VAT compliance gap αφορά τον ΦΠΑ που δεν εισπράττεται επειδή δεν τηρούνται πλήρως οι ισχύοντες κανόνες. Για την Ελλάδα το 2023 η Κομισιόν υπολόγισε το κενό σε περίπου 11,4% ή 2,5 δισ. ευρώ. Αυτό είναι το μέγεθος που πρέπει να συνδέεται με τη φορολογική συμμόρφωση και τη φοροδιαφυγή.

Από την άλλη πλευρά υπάρχει και το VAT rate gap. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπολογίζει για την Ελλάδα ένα VAT rate gap περίπου 9,4 δισ. ευρώ. Το ποσό αυτό αφορά τις θεωρητικές απώλειες από τους μειωμένους συντελεστές ΦΠΑ σε σχέση με ένα υποθετικό σύστημα στο οποίο εφαρμόζεται ένας ενιαίος κανονικός συντελεστής στην τελική κατανάλωση. Δεν πρόκειται, συνεπώς, για 9,4 δισ. ευρώ φοροδιαφυγής. Ουσιαστικά μετράει πόσο υψηλότερα θα ήταν τα έσοδα εάν το σύνολο της τελικής κατανάλωσης φορολογείτο με ενιαίο κανονικό συντελεστή, υπό την υπόθεση πλήρους συμμόρφωσης. Αυτό σημαίνει ότι τα 9,4 δισ. ευρώ δεν μπορούν να ερμηνευθούν ως ποσό που θα εισπράξει αυτομάτως το Δημόσιο εάν καταργηθούν οι μειωμένοι συντελεστές.

Μια αύξηση των συντελεστών θα επηρέαζε τις τιμές, την κατανάλωση και τη συμπεριφορά των φορολογουμένων. Επομένως, το ποσό αποτελεί μέτρο της θεωρητικής απόστασης από ένα ενιαίο σύστημα ΦΠΑ και όχι πρόβλεψη για πρόσθετα έσοδα.

Ο προϋπολογισμός κάνει λόγο για κόστος 1-1,1 δισ. ευρώ. Η διαφορά ανάμεσα στο περίπου 1-1,1 δισ. ευρώ που εμφανίζεται στις ελληνικές δημοσιονομικές εκθέσεις και στα 9,4 δισ. ευρώ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δεν αποτελεί απαραίτητα αντίφαση. Τα δύο μεγέθη απαντούν σε διαφορετικά ερωτήματα.

Η ελληνική Εκθεση Φορολογικών Δαπανών καταγράφει τη δημοσιονομική επίπτωση συγκεκριμένων φορολογικών διατάξεων. Πρόκειται για εκτίμηση του κόστους συγκεκριμένων φορολογικών επιλογών (φοροαπαλλαγές) με βάση την ελληνική νομοθεσία και τις αντίστοιχες φορολογικές βάσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αντίθετα, συγκρίνει το ελληνικό σύστημα με ένα υποθετικό σύστημα στο οποίο εφαρμόζεται ένας ενιαίος κανονικός συντελεστής στην τελική κατανάλωση.

Η μεγάλη μείωση του κενού ΦΠΑ αλλάζει και τη συζήτηση για την αύξηση των φορολογικών εσόδων. Σημειώνεται ότι οι μεταρρυθμίσεις των τελευταίων ετών οδήγησαν στη μόνιμη αύξηση των εσόδων από τη φοροδιαφυγή με εισπράξεις άνω των 2,5 δισ. ευρώ.

Οσο όμως το κενό πλησιάζει τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, η περαιτέρω μείωσή του γίνεται δυσκολότερη. Την ίδια στιγμή παραμένει ανοιχτή η συζήτηση για τις φορολογικές δαπάνες, τους μειωμένους συντελεστές και τις απαλλαγές.

Διαβάστε ακόμη: