Νέα ερωτήματα για το επιχειρηματικό δίκτυο που συνδέεται με τον στενό κύκλο του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν προκαλεί η μεγάλη κρίση που έχει ξεσπάσει στο Χρηματιστήριο της Κωνσταντινούπολης, μετά την έρευνα των αρχών για πιθανή χειραγώγηση επενδυτικών κεφαλαίων.

Σύμφωνα με την τουρκική Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς (SPK), η υπόθεση αφορά επενδυτικά κεφάλαια συνολικού ύψους περίπου 18 δισ. δολαρίων, ενώ οι εξελίξεις έχουν επηρεάσει τις αποταμιεύσεις περισσότερων από 455.000 επενδυτών.

Η έρευνα επικεντρώνεται σε καταγγελίες ότι ορισμένα κεφάλαια συγκέντρωσαν μεγάλες θέσεις σε μετοχές χαμηλής εμπορευσιμότητας, ωθώντας τις τιμές υψηλότερα και προσελκύοντας νέους επενδυτές. Όταν άρχισαν οι μαζικές αιτήσεις εξαγοράς, τα κεφάλαια αναγκάστηκαν να ρευστοποιήσουν θέσεις, επιτείνοντας την πίεση στις τιμές και οδηγώντας σε αναταραχή στην αγορά.

Μέχρι σήμερα έχουν πραγματοποιηθεί δεκάδες συλλήψεις στελεχών επενδυτικών εταιρειών και διαχειριστών χαρτοφυλακίων, ενώ πρώην κυβερνητικό στέλεχος και νυν αντιπρόεδρος του κυβερνώντος κόμματος παραιτήθηκε μετά από κατηγορίες για παράνομα κέρδη μέσω χρηματιστηριακών συναλλαγών.

Στο επίκεντρο η 1000 Yatırımlar

Σύμφωνα με δημοσίευμα του Nordic Monitor, η υπόθεση έχει στρέψει την προσοχή και στην 1000 Yatırımlar Holding, της οποίας πρόεδρος είναι από την ίδρυσή της το 2022 ο Ουσάμε Ερντογάν, γιος του Μουσταφά Ερντογάν, αδελφού του προέδρου της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.

Ο 31χρονος Ουσάμε Ερντογάν κατέχει το 18,37% της εταιρείας και περίπου το 24,09% των δικαιωμάτων ψήφου, αποτελώντας τον μεγαλύτερο μεμονωμένο μέτοχο.

Η 1000 Yatırımlar έχει αναπτύξει δραστηριότητες σε τομείς όπως η τεχνολογία, οι ψηφιακές πληρωμές, η ενέργεια, η κινητικότητα και το λογισμικό. Η εταιρεία εισήχθη στο Χρηματιστήριο της Κωνσταντινούπολης τον Νοέμβριο του 2023.

Κατά την τελετή εισαγωγής της εταιρείας, ο Ουσάμε Ερντογάν εμφανίστηκε μαζί με τον Ενβέρ Τσεβίκ, ιδρυτή της EC Yatırımlar Holding, με τον οποίο υπήρχαν ήδη εταιρικές σχέσεις μέσω της μετοχικής σύνθεσης της 1000 Yatırımlar.

Οι διασυνδέσεις με επενδυτικούς ομίλους

Το εταιρικό πλέγμα επεκτείνεται μέσω της Lydia Holding, η οποία συνδέεται με τον Ενβέρ Τσεβίκ και εμφανίζεται ως μέτοχος της 1000 Yatırımlar με ποσοστό περίπου 8,97%.

Η Lydia Holding διαθέτει επίσης συμμετοχή στην Bulls Yatırım Holding, η οποία ελέγχει τη χρηματιστηριακή Bulls Menkul Değerler και διαθέτει πλειοψηφικό ποσοστό στη Bulls GYO.

Στο ίδιο δίκτυο αναφέρεται και η Νεσλιχάν Μουμτζού, σύζυγος του πρώην υφυπουργού Πολιτισμού και Τουρισμού Μπατουχάν Μουμτζού, ο οποίος έχει εμφανιστεί δημόσια σε εκδηλώσεις που συνδέονται με τον κύκλο του γιου του Τούρκου προέδρου, Μπιλάλ Ερντογάν.

Οι σχετικές αναφορές για πολιτικές ή επιχειρηματικές διασυνδέσεις παραμένουν, σύμφωνα με το δημοσίευμα, μη επιβεβαιωμένοι πολιτικοί ισχυρισμοί και όχι αποδεδειγμένες ποινικές υποθέσεις.

Η εκρηκτική άνοδος των οικονομικών μεγεθών

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει προκαλέσει και η οικονομική εικόνα της 1000 Yatırımlar.

Στο πρώτο τρίμηνο του 2025 η εταιρεία ανακοίνωσε καθαρά κέρδη περίπου 5,05 δισ. τουρκικών λιρών, έναντι μόλις 827.727 λιρών έναν χρόνο νωρίτερα.

Ωστόσο, τα οικονομικά στοιχεία δείχνουν ότι μεγάλο μέρος των κερδών προήλθε από επενδυτικές δραστηριότητες και αναπροσαρμογές αξίας χρηματοοικονομικών συμμετοχών και όχι από πωλήσεις προϊόντων ή υπηρεσιών.

Οι συγκεκριμένες λογιστικές εγγραφές αυξάνουν τα εμφανιζόμενα κέρδη, χωρίς να σημαίνουν απαραίτητα αντίστοιχες ταμειακές εισροές.

Το πρώτο εξάμηνο του 2026, η εταιρεία εμφάνισε έσοδα από επενδυτικές δραστηριότητες ύψους 898,45 εκατ. λιρών, ενώ οι χρηματοοικονομικές επενδύσεις της ξεπερνούσαν τα 18,1 δισ. λίρες στα τέλη Ιουνίου.

Πού επικεντρώνονται οι αρχές

Παρά τις εταιρικές συνδέσεις που εξετάζονται, ο ίδιος ο Ουσάμε Ερντογάν και η 1000 Yatırımlar δεν περιλαμβάνονται στη δημόσια λίστα των συλληφθέντων ή των προσώπων που ερευνώνται ποινικά για τη συγκεκριμένη υπόθεση.

Οι αρχές έχουν επικεντρωθεί σε στελέχη άλλων επενδυτικών εταιρειών, μεταξύ των οποίων οι Tera, Pusula και Hedef, ενώ ο Ενβέρ Τσεβίκ και ο Κεμάλ Ακαγιά κλήθηκαν για κατάθεση και αφέθηκαν ελεύθεροι.

Η Lydia Holding έχει επίσης ανακοινώσει ότι οι εταιρείες της δεν συμμετείχαν σε συναλλαγές χειραγώγησης, ασυνήθιστες μεταφορές κεφαλαίων ή ενέργειες που θα μπορούσαν να πλήξουν την εμπιστοσύνη στην αγορά.

Η έρευνα συνεχίζεται, με το βασικό ερώτημα να αφορά στο κατά πόσο υπήρξε οργανωμένη προσπάθεια τεχνητής αύξησης τιμών σε συγκεκριμένες μετοχές ή αν η κρίση προκλήθηκε από τη γενικότερη έλλειψη ρευστότητας στην αγορά.

Η κυβέρνηση επιχειρεί να περιορίσει τις πολιτικές και οικονομικές επιπτώσεις

Ο Πρόεδρος της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, σύμφωνα με τους Financial Times, επιχείρησε να καθησυχάσει τις αγορές και τους επενδυτές, υποστηρίζοντας ότι η τουρκική οικονομία παραμένει «ισχυρή» και ότι όσοι εμπλέκονται σε πρακτικές χειραγώγησης θα λογοδοτήσουν.

Μετά από συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου, ο Ερντογάν δήλωσε ότι οι αρμόδιες αρχές διεξάγουν τις απαραίτητες έρευνες για όσους επιχείρησαν να αποκομίσουν παράνομα οφέλη μέσω συναλλαγών που διατάραξαν τη λειτουργία της αγοράς.

Παράλληλα, ανέφερε ότι η κυβέρνηση εξετάζει μέτρα ώστε να αποτραπεί η επανάληψη αντίστοιχων φαινομένων στο μέλλον.

Η υπόθεση έχει ήδη λάβει πολιτικές διαστάσεις, καθώς η Φατμά Μπετούλ Σαγιάν Καγιά, αντιπρόεδρος του κυβερνώντος κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) και πρώην υπουργός Οικογένειας, υπέβαλε την παραίτησή της μετά από καταγγελίες της αντιπολίτευσης ότι η ίδια και ο σύζυγός της αποκόμισαν εκατομμύρια από συναλλαγές σε εταιρεία που συνδέεται με το σκάνδαλο.

Η ίδια υποστήριξε ότι αποχώρησε προκειμένου η θέση της να μην αποτελέσει αντικείμενο αμφισβήτησης κατά τη διάρκεια της έρευνας και για να προστατευθεί η αξιοπιστία της διαδικασίας.

Όπως μεταδίδουν οι Financial Times, «ενισχύεται η αντίληψη ότι (ο Ερντογάν) ή οι στενοί του συνεργάτες γνώριζαν για τις πρακτικές χειραγώγησης», σύμφωνα με όσα δήλωσε ο Ατίλα Γεσιλάντα, αναλυτής της εταιρείας παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών GlobalSource Partners με έδρα την Κωνσταντινούπολη. «Η παραίτηση της αντιπροέδρου του κόμματος… προσδίδει βαρύτητα σε αυτή την αντίληψη».

Οι αρχές προσπαθούν να περιορίσουν τις απώλειες των επενδυτών

Η κρίση ξεκίνησε όταν επενδυτικά κεφάλαια που διαχειριζόταν η Tera Portföy δεν κατάφεραν να ανταποκριθούν σε αιτήματα εξαγοράς μεριδίων, προκαλώντας αλυσιδωτές πιέσεις σε άλλες εταιρείες διαχείρισης κεφαλαίων.

Οι τουρκικές αρχές παρενέβησαν, με την κρατική Ziraat Bank και την İşbank να αναλαμβάνουν τη διαδικασία εκκαθάρισης των επηρεαζόμενων κεφαλαίων και τη διανομή των διαθέσιμων ποσών στους επενδυτές.

Η διαδικασία εκτιμάται ότι μπορεί να διαρκέσει έως και έξι μήνες, ενώ η κρίση έχει επηρεάσει περισσότερα από 450.000 άτομα που είχαν τοποθετήσεις σε 131 επενδυτικά κεφάλαια.

Παρά την αναταραχή, η αγορά συναλλάγματος παρέμεινε σχετικά σταθερή, χωρίς έντονες εκροές προς το δολάριο. Ο αντιπρόεδρος της τουρκικής κυβέρνησης Τζεβντέτ Γιλμάζ χαρακτήρισε την υπόθεση «προσωρινό πρόβλημα περιορισμένης έκτασης», εκτιμώντας ότι οι κεφαλαιαγορές της χώρας θα εξέλθουν ισχυρότερες από την κρίση.

Ωστόσο, αναλυτές επισημαίνουν ότι το σκάνδαλο δημιουργεί πρόσθετη πίεση στην κυβέρνηση, σε μια περίοδο όπου η τουρκική κοινωνία ήδη αντιμετωπίζει τις συνέπειες του υψηλού πληθωρισμού και της μείωσης της πραγματικής αγοραστικής δύναμης.

Διαβάστε ακόμη: