Μόλις 701 μεγάλες επιχειρήσεις, που αντιπροσωπεύουν το 1,2% των επιχειρήσεων με τραπεζικό δανεισμό, συγκεντρώνουν το 42,9% των συνολικών υπολοίπων των επιχειρηματικών δανείων. Αυτό προκύπτει από τα στοιχεία της βάσης δεδομένων AnaCredit της ΤτΕ που δημοσίευσε η «Κ», και τα οποία αποτυπώνουν την ολοένα και μεγαλύτερη μετατόπιση του παραγωγικού μοντέλου προς μεγαλύτερα και ισχυρότερα επιχειρηματικά σχήματα, στα οποία κατευθύνεται πλέον το μεγαλύτερο μέρος της τραπεζικής χρηματοδότησης.
Με βάση τα σχετικά στοιχεία από τον Δεκέμβριο του 2019 έως τον Ιούνιο του 2026 ο αριθμός των μεγάλων επιχειρήσεων που εξασφάλισαν τραπεζική χρηματοδότηση αυξήθηκε κατά 25,4%, και από 559 έφτασε σε 701. Πολύ ταχύτερα, κατά 68,4%, αυξήθηκαν τα υπόλοιπα των δανείων τους, τα οποία από 21,4 δισ. στο τέλος του 2019 ανήλθαν στο τέλος του α΄ εξαμήνου του 2026 στα 36 δισ. ευρώ. Ετσι, μόλις 701 μεγάλες επιχειρήσεις, που αντιπροσωπεύουν το 1,2% των επιχειρήσεων με τραπεζικό δανεισμό, συγκεντρώνουν πλέον το 42,9% των συνολικών υπολοίπων, έναντι 31,8% το 2019.
Ενισχυμένη είναι και η παρουσία των μεσαίων επιχειρήσεων. Ο αριθμός τους αυξήθηκε κατά 21,4%, στις 3.214, ενώ τα υπόλοιπα των δανείων τους ενισχύθηκαν κατά 35%, στα 18,1 δισ. ευρώ. Οι μεσαίες επιχειρήσεις αποτελούν το 5,4% των χρηματοδοτούμενων επιχειρήσεων και συγκεντρώνουν το 21,6% των συνολικών υπολοίπων. Μαζί με τις μεγάλες αντιπροσωπεύουν μόλις το 6,6% των επιχειρήσεων με τραπεζικό δανεισμό, αλλά απορροφούν το 64,5% της συνολικής χρηματοδότησης έναντι 51,8% το 2019.
Η εντονότερη μετατόπιση της τραπεζικής χρηματοδότησης προς τις μεγάλες επιχειρήσεις συμπίπτει με την άνοδο του επενδυτικού κύκλου και την ανάπτυξη της οικονομίας, που καταγράφεται σταθερά μετά την πανδημία. Οπως εξηγούν τραπεζικές πηγές, «ο επενδυτικός κύκλος μετά την πανδημία αφορά κυρίως έργα μεγάλης κλίμακας, στην ενέργεια, τις υποδομές, τις μεγάλες τουριστικές μονάδες, έργα logistics, ψηφιακά δίκτυα και εξαγορές. Πρόκειται για επενδύσεις που απαιτούν πολύ μεγαλύτερα δάνεια από εκείνα που χρειάζεται συνήθως μια μικρή επιχείρηση». Η ίδια η οικονομία συγκεντρώνεται άλλωστε περισσότερο. Εξαγορές, συγχωνεύσεις και επενδύσεις επέκτασης αυξάνουν το μέγεθος των ισχυρότερων επιχειρήσεων και η χρηματοδότηση όχι μόνο ακολουθεί αυτή τη συγκέντρωση, αλλά και την ενισχύει. «Οποιος έχει πρόσβαση σε μεγαλύτερα κεφάλαια μπορεί να επενδύσει περισσότερο, να εξαγοράσει ανταγωνιστές και να αυξήσει περαιτέρω το μερίδιό του», εξηγούν αρμόδιες πηγές.
Ετσι η εικόνα υποδηλώνει ότι η τραπεζική χρηματοδότηση ακολουθεί και ενισχύει τη συγκέντρωση της οικονομικής δραστηριότητας σε μεγαλύτερες επιχειρήσεις, οι οποίες διαθέτουν ισχυρότερους ισολογισμούς, μεγαλύτερη δυνατότητα παροχής εξασφαλίσεων και ευκολότερη πρόσβαση σε μεγάλα επενδυτικά δάνεια. Η τάση αυτή δεν σημαίνει ότι οι μικρότερες επιχειρήσεις έχουν αποκλειστεί από το τραπεζικό σύστημα. Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, ο αριθμός των μικρών και των πολύ μικρών επιχειρήσεων που κατέφυγαν στον τραπεζικό δανεισμό και εξασφάλισαν χρηματοδότηση ανήλθε στα τέλη Ιουνίου 2026 στις 55.296. Ο δανεισμός τους ανήλθε στα 29,7 δισ. ευρώ και αντιπροσωπεύουν το 35,4% των συνολικών υπολοίπων. Ο αριθμός τους εμφανίζεται μειωμένος κατά 4,2% σε σχέση με το 2019, παρά το γεγονός ότι με βάση τη μεθοδολογία από τον Δεκέμβριο του 2023 μειώθηκε το κατώφλι καταγραφής του δανεισμού στην AnaCredit, από 20.000 σε 5.000 ευρώ. Την ίδια περίοδο ο δανεισμός τους μειώθηκε κατά 8,3%, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι λιγότερες μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις κατέφυγαν ή εξασφάλισαν τραπεζική χρηματοδότηση, παρά τα προγράμματα που επιστρατεύτηκαν το ίδιο διάστημα για τη στήριξη της μικρής επιχειρηματικότητας.
Η γενική εικόνα, έτσι, παραμένει ότι η καθαρή αύξηση της πίστωσης και, κατά συνέπεια, η δυνατότητα χρηματοδότησης μεγαλύτερων επενδύσεων συγκεντρώνονται σε έναν πολύ μικρό αριθμό επιχειρήσεων. Σε μεγάλο βαθμό η τάση αυτή αποδίδεται και στα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά της ελληνικής επιχειρηματικότητας, αλλά και με τον τρόπο που οι τράπεζες αξιολογούν τον κίνδυνο.
Ως πολλαπλασιαστής του τραπεζικού δανεισμού υπέρ των μεγάλων και μεσαίων επιχειρήσεων λειτούργησε και το Ταμείο Ανάκαμψης, τα δάνεια του οποίου συνδυάζονται και με ίδια κεφάλαια των επιχειρήσεων. Οπως εξηγούν αρμόδια τραπεζικά στελέχη, «παρότι το ΤΑΑ δεν αποκλείει τις μικρότερες επιχειρήσεις, η σύνθετη προετοιμασία, η απαίτηση ίδιας συμμετοχής και το μέγεθος των επενδυτικών σχεδίων ευνοούν επιχειρήσεις με οργανωμένη οικονομική διεύθυνση, επαρκή κεφάλαια και δυνατότητα γρήγορης ωρίμανσης έργων». Με βάση τα οριστικά στοιχεία, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις είχαν ισχυρή αριθμητική παρουσία, όχι όμως και ανάλογη συμμετοχή στην αξία των επενδύσεων. Από τις 870 δανειακές συμβάσεις που υπογράφηκαν, οι 527 ή το 60,6% αφορούν ΜμΕ. Ο συνολικός προϋπολογισμός τους, ωστόσο, ανέρχεται σε 5,9 δισ. ευρώ, αντιπροσωπεύοντας μόλις το 20% των επενδύσεων ύψους 29,44 δισ. ευρώ που κινητοποιήθηκαν μέσω του δανειακού σκέλους του Ταμείου. Αντίθετα, στις υπόλοιπες 343 συμβάσεις, που αντιστοιχούν στο 39,4% του συνόλου, συγκεντρώνεται το 80% της αξίας των επενδύσεων ή 23,54 δισ. ευρώ. Να σημειωθεί ότι τα δάνεια του ΤΑΑ δεν έχουν εκταμιευθεί στο σύνολό τους και άρα δεν συμπεριλαμβάνονται όλα στα υπόλοιπα χρηματοδότησης.
Η υπεροχή των μεγάλων επιχειρήσεων αποδίδεται σε ένα βαθμό και στην εμπειρία της κρίσης χρέους και το υψηλό απόθεμα μη εξυπηρετούμενων δανείων, που εντοπίστηκε με ένταση στις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις. Παρά την πρόοδο που έχει σημειωθεί τα σημάδια της κρίσης δεν έχουν εκλείψει, οδηγώντας τις τράπεζες σε αυστηρότερη τιμολόγηση του κινδύνου. Το γεγονός ότι οι μεγάλες επιχειρήσεις παρουσιάζουν συνήθως καλύτερη «τραπεζική εικόνα», διαθέτουν ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις, μεγαλύτερη διαφάνεια, περισσότερες εξασφαλίσεις, διαφοροποιημένες πηγές εσόδων και ισχυρότερη δυνατότητα αποπληρωμής, τους επιτρέπει να αντλούν μεγαλύτερα ποσά με χαμηλότερο πιστωτικό κίνδυνο. Σε ό,τι αφορά τις ίδιες τις τράπεζες με δεδομένο ότι το κόστος αξιολόγησης και παρακολούθησης ενός δανείου είναι σε σημαντικό βαθμό σταθερό, είναι οικονομικά αποδοτικότερο να χορηγηθούν 20 ή 50 εκατ. ευρώ σε έναν ισχυρό όμιλο από το να κατανεμηθεί το ίδιο ποσό σε εκατοντάδες πολύ μικρές επιχειρήσεις, καθεμία από τις οποίες χρειάζεται ξεχωριστό έλεγχο.
Την ίδια στιγμή επιβαρυντικά επέδρασε και η άνοδος των επιτοκίων, που περιορίζει εξ ορισμού δυσανάλογα τη ζήτηση των μικρότερων επιχειρήσεων. Μια μικρή εταιρεία με στενότερα περιθώρια κέρδους είναι πιθανότερο να αναβάλει μια επένδυση όταν αυξάνεται το κόστος δανεισμού, σε αντίθεση με μια μεγάλη επιχείρηση που μπορεί ευκολότερα να απορροφήσει το κόστος.
Διαβάστε ακόμη:
- Νέο φαρμακείο αυτοκινήτου: Πότε τίθεται σε ισχύ η αλλαγή και ποια υλικά πρέπει να περιλαμβάνει κάθε όχημα
- Φόρος χωρίς δήλωση: Πώς θα τον υπολογίζει η ΑΑΔΕ και θα βγάζει εκκαθαριστικό
- Μετρό Αθήνας: Κλείνουν νωρίτερα τρεις σταθμοί της Γραμμής 3 λόγω έργων – Οι αλλαγές στα δρομολόγια
- Στα 4,8 δισ. οι χρήστες του mobile internet