Η ελληνική οικονομία αναπτύσσεται με υψηλό ρυθμό και η δημοσιονομική εικόνα παρουσιάζει σταθερότητα. Μήπως έφτασε η ώρα να μειωθεί ο ΦΠΑ στα βασικά αγαθά;
Το ερώτημα τίθεται επί χρόνια στον δημόσιο διάλογο λόγω της χαμηλής αγοραστικής δύναμης και των υψηλών συντελεστών ΦΠΑ σε σύγκριση με άλλες χώρες της Ευρώπης. Τώρα, επανέρχεται σε μια ευαίσθητη πολιτική στιγμή και όσο συνεχίζονται οι προσπάθειες για συγκράτηση του κόστους ζωής.
To κυβερνητικό αφήγημα, όπως ακούστηκε ξανά στη ΔΕΘ, δεν εστιαζόταν ποτέ στο αν υπάρχουν αρκετά χρήματα για μια μείωση του ΦΠΑ στα βασικά αγαθά και δη σε τρόφιμα. Προωθούσε κυρίως το ότι αποτελεί ένα μέτρο αναποτελεσματικό για την ανακούφιση των καταναλωτών από την ακρίβεια, ευνοεί δυσανάλογα τα υψηλά εισοδηματικά στρώματα και κατά συνέπεια είναι πιο ωφέλιμες οι στοχευμένες φορολογικές ελαφρύνσεις και δαπάνες.
Ενα εκ των μέτρων
Η επιστημονική κοινότητα διχάζεται. Ορισμένοι οικονομολόγοι υποστηρίζουν ότι μια τέτοια παρέμβαση αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι ενός ευρύτερου φορολογικού πλαισίου για τη στήριξη του διαθέσιμου εισοδήματος, ενώ άλλοι το χαρακτηρίζουν ακόμη και αυτοκαταστροφικό μέτρο. Την ίδια ώρα, παράγοντες της αγοράς κάνουν λόγο για ένα θέμα που απορρίπτεται για λόγους πολιτικούς, καθώς ο ΦΠΑ αποτελεί βασικό πυλώνα των κρατικών εσόδων.
«Κατ’ αρχήν, η αντιμετώπιση της ακρίβειας μπορεί να προέλθει μόνο μέσα από την ενίσχυση των εισοδημάτων, διότι το γενικό επίπεδο των τιμών δεν πρόκειται να μειωθεί. Από εκεί και πέρα πρέπει να υπάρχουν πρόσκαιρα μέτρα συγκράτησης των τιμών και ελέγχου της αγοράς, που θα περιορίσουν τις αυξήσεις», λέει στην «Κ» ο Γιώργος Ιωαννίδης, ερευνητής στο Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ). Σε μελέτη του που δημοσιεύθηκε τον Ιούνιο μέσω του Ινστιτούτου Μικρών Επιχειρήσεων της ΓΣΕΒΕΕ, ο κ. Ιωαννίδης εξετάζει μέσω παραδειγμάτων σε 21 κράτη της Ε.Ε. τον βαθμό μετακύλισης των μεταβολών του ΦΠΑ στις τιμές. «Οι μελέτες (σ.σ. πλην της Ελλάδας, για την οποία δεν έχουν υλοποιηθεί σχετικές έρευνες) που έχουν πραγματοποιηθεί την τελευταία πενταετία διαπιστώνουν ότι η μείωση του ΦΠΑ περνά στις τιμές από 70% έως 100%. Κάθε χώρα αποτελεί προφανώς ξεχωριστή περίπτωση. Ωστόσο, αυτό που προκύπτει από την επιστημονική έρευνα είναι το εξής: Δεν είναι βέβαιο ότι θα μειωθούν οι τιμές, αλλά κατά πάσα πιθανότητα θα μειωθούν και μάλιστα πολύ», σημειώνει.
Εκπρόσωποι της αγοράς καταναλωτικών προϊόντων εκφράζουν με βεβαιότητα την άποψη ότι μια μείωση του συντελεστή ΦΠΑ θα περνούσε στις τελικές τιμές. Ιδίως στο οργανωμένο λιανεμπόριο, οι συνεχείς έλεγχοι, οι αποδείξεις, η φήμη της επιχείρησης και ο ανταγωνισμός είναι παράγοντες που δεν επιτρέπουν να «χαθεί» μια τέτοια μείωση στην πορεία της εφοδιαστικής αλυσίδας. «Είναι ένας ξεκάθαρος τρόπος να μειωθούν οι τιμές στο ράφι», δηλώνει στην «Κ» εκπρόσωπος της αγοράς σούπερ μάρκετ, προβάλλοντας το παράδειγμα της πρόσφατης μείωσης ΦΠΑ στα νησιά του Βορειοανατολικού Αιγαίου.
Ανοιχτό παραμένει όμως το θέμα του μη οργανωμένου λιανεμπορίου. Ιδιαίτερα στην περίπτωση των τροφίμων, που συνεχίζουν να «καίνε» τις τσέπες των ελληνικών νοικοκυριών, περίπου το 50% της αγοράς λειτουργεί σε λαϊκές αγορές, οπωροπωλεία, μανάβικα, κρεαταγορές κ.ά. Οι συνθήκες ελέγχου εκεί είναι χαλαρότερες, επιτρέποντας τον περιορισμό του οφέλους για τον καταναλωτή.
Οσοι τάσσονται υπέρ της μείωσης του ΦΠΑ στα βασικά είδη αναγνωρίζουν ότι δεν μπορεί να είναι το μοναδικό μέτρο στήριξης του διαθέσιμου εισοδήματος. Για την αντιμετώπιση ενός επίμονα υψηλού πληθωρισμού που προλαβαίνει τις αυξήσεις μισθών και συντάξεων, η λύση είναι πάντοτε… λίγο από όλα: ενίσχυση του εισοδήματος και μάχη στην αγορά.
Ωστόσο, η Ελλάδα έχει ως μνημονιακό απότοκο από τους υψηλότερους συντελεστές στην Ευρώπη (15,6% σε προϊόντα σούπερ μάρκετ, σύμφωνα με την πιο πρόσφατη έρευνα του ΙΕΛΚΑ) και από τις υψηλότερες αναλογίες εσόδων από έμμεσους έναντι άμεσων φόρων. Συνεπώς, μια οριζόντια μείωση του ΦΠΑ σε βασικά είδη θα περιόριζε μια εύκολη και σταθερή πηγή του κρατικού κουμπαρά και των υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων.
Ο Γιάννης Τσουκαλάς, συντονιστής του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, δηλώνει στην «Κ» ότι πέρα από το ιδιαίτερα υψηλό κόστος ενός τέτοιου μέτρου, υπάρχουν αρκετοί λόγοι που δεν συμφέρει. Κατ’ αρχάς, μια οριζόντια μείωση θα ευνοούσε κατά κύριο λόγο τα πλουσιότερα εισοδηματικά στρώματα. Μολονότι δαπανούν μικρότερο ποσοστό του εισοδήματός τους σε βασικά είδη, σε απόλυτα μεγέθη καταναλώνουν προϊόντα πολύ υψηλής συνολικής αξίας. Δεύτερον, θα ευνοούσε τους ξένους, καθώς 15%-20% των εσόδων του ΦΠΑ έρχονται από τους τουρίστες. Τρίτον, υπάρχει σειρά ενδείξεων στη διεθνή βιβλιογραφία ότι η μείωση δεν «περνάει» ολόκληρη στις τελικές τιμές. Ο κ. Τσουκαλάς επισημαίνει, τέλος, ότι μια μείωση του ΦΠΑ μπορεί μεν να είναι αποτελεσματική σε περίοδο οικονομικής κατάρρευσης, όπου απαιτείται τόνωση της ζήτησης. Ωστόσο, τώρα, η ελληνική οικονομία δεν έχει τέτοια ανάγκη.
Η μελέτη της ΤτΕ
Μελέτη του 2025 από την Τράπεζα της Ελλάδος υπολογίζει ότι η μετακύλιση μιας προσωρινής μείωσης των συντελεστών ΦΠΑ στις τελικές τιμές είναι μόλις 19%-25%, ενώ μια μόνιμη μείωση σχεδόν τη διπλασιάζει. Το μέτρο μπορεί να γίνει αποτελεσματικότερο υπό προϋποθέσεις. Σε κάθε περίπτωση, ενώ το δημοσιονομικό κόστος είναι βέβαιο, δεν διασφαλίζεται το όφελος για τον καταναλωτή.
Η οικονομική πολιτική της κυβέρνησης, όπως φάνηκε και στα μέτρα της φετινής ΔΕΘ, σχεδιάζεται κυρίως γύρω από τις μειώσεις στην άμεση φορολογία, ενώ οι παρεμβάσεις στους φόρους κατανάλωσης παραμένουν περιορισμένες. Την περασμένη Κυριακή, κατά την καθιερωμένη συνέντευξη Τύπου στη Θεσσαλονίκη, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης είπε ότι «η καλύτερη και η μοναδική μόνιμη απάντηση» στο ζήτημα της ακρίβειας είναι η άνοδος του ονομαστικού μισθού για τα νοικοκυριά σε συνδυασμό με τη βοήθεια της αγοράς στη συγκράτηση των τιμών.
