Οι ελληνικές τράπεζες αναδεικνύονται στους μεγάλους κερδισμένους από τη μετάβαση του Χρηματιστηρίου Αθηνών στην κατηγορία των ανεπτυγμένων αγορών, καθώς η σημαντική αύξηση των κεφαλαιοποιήσεών τους το τελευταίο διάστημα αλλάζει προς το καλύτερο τους συσχετισμούς ενόψει της εισόδου τους στους διεθνείς δείκτες.

Το πρώτο μεγάλο τεστ έρχεται ήδη τον Σεπτέμβριο, με την εφαρμογή των αλλαγών στους δείκτες STOXX, FTSE Russell και S&P Dow Jones, ενώ το δεύτερο και μεγαλύτερο ορόσημο είναι η 28η Μαΐου 2027, όταν θα εφαρμοστεί η αναβάθμιση της ελληνικής αγοράς από την MSCI.

Οι εκτιμήσεις που βρίσκονται αυτή τη στιγμή στο τραπέζι δείχνουν ότι οι τέσσερις συστημικές τράπεζες μπορούν να προσελκύσουν κεφάλαια που αθροιστικά προσεγγίζουν ακόμη και τα 1,8 δισ. δολάρια από τις δύο φάσεις των αναβαθμίσεων, αν επιβεβαιωθούν οι υπολογισμοί για τις ροές του STOXX και η σημερινή εικόνα των κεφαλαιοποιήσεων διατηρηθεί μέχρι την αναβάθμιση της MSCI.

Το ενδιαφέρον, ωστόσο, δεν περιορίζεται στις τεχνικές εισροές των passive funds. Η ουσιαστικότερη αλλαγή είναι ότι οι ελληνικές τράπεζες δεν φαίνεται πλέον να εισέρχονται στους δείκτες των ανεπτυγμένων αγορών ως περιφερειακές συμμετοχές πολύ μικρού βάρους. Αντίθετα, η άνοδος των αποτιμήσεών τους τις τοποθετεί σε ιδιαίτερα ανταγωνιστική θέση στην ευρωπαϊκή μεσαία κεφαλαιοποίηση.

Τράπεζες: Στα 51 δις. η χρηματιστηριακή αξία - Αύξηση κατά 22% από την αρχή του έτους

Το πρώτο κύμα του Σεπτεμβρίου

Η αρχή γίνεται στις 21 Σεπτεμβρίου, όταν τίθενται σε εφαρμογή οι αναβαθμίσεις από STOXX, FTSE Russell και S&P Dow Jones, με τις αναδιαρθρώσεις των χαρτοφυλακίων να αναμένονται νωρίτερα, πριν από την επίσημη μετάταξη.

Ειδικά για τον STOXX, οι υπολογισμοί της JP Morgan ανεβάζουν τις δυνητικές αγορές ελληνικών μετοχών σε περίπου 1,015 δισ. δολάρια. Το εντυπωσιακό στοιχείο είναι ότι σχεδόν το σύνολο αυτής της δύναμης πυρός κατευθύνεται στον τραπεζικό κλάδο. Οι εκτιμώμενες αγορές στις τέσσερις συστημικές τράπεζες φθάνουν τα 887,8 εκατ. δολάρια, δηλαδή περίπου το 87,5% του συνολικού ποσού.

Η Εθνική Τράπεζα εμφανίζεται ως ο μεγαλύτερος ωφελημένος, με εκτιμώμενες αγορές 288,6 εκατ. δολαρίων. Ακολουθούν η Eurobank με 232,5 εκατ., η Τράπεζα Πειραιώς με 220,1 εκατ. και η Alpha Bank με 146,6 εκατ. δολάρια. Πρόκειται για ποσά ιδιαίτερα σημαντικά για τα δεδομένα της ελληνικής αγοράς, καθώς η συγκέντρωση των ροών στις τραπεζικές μετοχές μπορεί να ενισχύσει περαιτέρω τη συναλλακτική τους δραστηριότητα και να διευρύνει την παρουσία διεθνών θεσμικών χαρτοφυλακίων.

Διαφορετική είναι η εικόνα στον FTSE Russell. Η JP Morgan υπολογίζει ότι η μετάβαση μεταξύ των δεικτών μπορεί να οδηγήσει σε καθαρή εκροή περίπου 80 εκατ. δολαρίων για το σύνολο της ελληνικής αγοράς. Και εδώ, όμως, οι τράπεζες αποτελούν την εξαίρεση. Για τις τέσσερις συστημικές υπολογίζονται συνολικές καθαρές εισροές 54,7 εκατ. δολαρίων, εκ των οποίων 17,1 εκατ. αφορούν την Εθνική, 13,3 εκατ. τη Eurobank, 12,4 εκατ. την Πειραιώς και 11,9 εκατ. την Alpha Bank.

Η αναδιάταξη των κεφαλαίων αναμένεται να κορυφωθεί στις 18 Σεπτεμβρίου, δηλαδή στην τελευταία συνεδρίαση πριν από την εφαρμογή της μετάταξης στις ανεπτυγμένες αγορές στις 21 Σεπτεμβρίου.

Χρηματιστήριο Αθηνών: Σε watch list για αναβάθμιση από τον STOXX

Το μεγάλο πλεονέκτημα της μεσαίας κεφαλαιοποίησης

Πίσω από τους αριθμούς των βραχυπρόθεσμων εισροών βρίσκεται μία εξέλιξη με μεγαλύτερη επενδυτική σημασία: η θέση που καταλαμβάνουν πλέον οι ελληνικές τράπεζες στους δείκτες ευρωπαϊκής μεσαίας κεφαλαιοποίησης.

Οι διεθνείς επενδυτές δεν κατανέμουν κεφάλαια αποκλειτικά στους δείκτες μεγάλης κεφαλαιοποίησης. Σημαντικό τμήμα των παθητικών και ενεργητικών χαρτοφυλακίων ακολουθεί mid-cap benchmarks και σε αυτήν ακριβώς την κατηγορία οι ελληνικές τράπεζες φαίνεται ότι αποκτούν υπολογίσιμο μέγεθος.

Με βάση τις επενδύσιμες κεφαλαιοποιήσεις στα τέλη Ιουλίου, οι τέσσερις συστημικές τράπεζες εκτιμάται ότι αποκτούν συνολικό βάρος κοντά στο 1,77% του FTSE Developed Europe Mid Cap. Η Εθνική εκτιμάται ότι αντιστοιχεί περίπου στο 0,57% του δείκτη, Eurobank και Πειραιώς περίπου στο 0,45% η καθεμία και η Alpha Bank περίπου στο 0,29%.

Η εικόνα είναι ακόμη πιο χαρακτηριστική ως προς το σχετικό μέγεθός τους. Η Εθνική τοποθετείται καθαρά στο επάνω τμήμα της ευρωπαϊκής mid-cap αγοράς, με επενδύσιμη κεφαλαιοποίηση που εκτιμάται περίπου 1,75 φορά μεγαλύτερη από τον μέσο όρο. Eurobank και Πειραιώς βρίσκονται επίσης σημαντικά υψηλότερα, περίπου 38% πάνω από το μέσο μέγεθος, ενώ η Alpha κινείται κοντά στη μέση της κατανομής.

Με άλλα λόγια, οι ελληνικές τράπεζες δεν περνούν στις ανεπτυγμένες αγορές απλώς επειδή αναβαθμίζεται το ελληνικό χρηματιστήριο. Αποκτούν μέγεθος που τις καθιστά ουσιαστικές συμμετοχές σε μία μεγάλη επενδυτική κατηγορία.

Ο FTSE Russell αναβάθμισε το Χρηματιστήριο Αθηνών στις ανεπτυγμένες αγορές - Απόφαση-ορόσημο για την ελληνική κεφαλαιαγορά

Η MSCI και το δεύτερο κύμα των 900 εκατ. δολαρίων

Το ακόμη μεγαλύτερο στοίχημα βρίσκεται στην αναβάθμιση από την MSCI, η οποία θα εφαρμοστεί στις 28 Μαΐου 2027. Η τελευταία προσομοίωση της MSCI, στις 12 Αυγούστου, διατηρεί και τις τέσσερις συστημικές τράπεζες στον MSCI Greece Standard μετά τη μετάβαση της χώρας στις ανεπτυγμένες αγορές, μαζί με τη ΔΕΗ και τον ΟΤΕ.

Προγενέστεροι υπολογισμοί της Morgan Stanley τοποθετούσαν τις συνολικές αγορές ελληνικών μετοχών από κεφάλαια ανεπτυγμένων αγορών στα 3,1 δισ. δολάρια και τις πωλήσεις από κεφάλαια αναδυόμενων αγορών στα 2,6 δισ. δολάρια. Το τελικό αποτέλεσμα αντιστοιχούσε σε καθαρή εισροή 471 εκατ. δολαρίων για το σύνολο της Ελλάδας.

Η εικόνα ήταν πολύ ισχυρότερη ειδικά για τις τράπεζες. Οι τέσσερις συστημικές συγκέντρωναν καθαρές εισροές 808 εκατ. δολαρίων: 264 εκατ. για την Εθνική, 216 εκατ. για τη Eurobank, 202 εκατ. για την Πειραιώς και 126 εκατ. δολάρια για την Alpha Bank.

Έκτοτε, όμως, οι κεφαλαιοποιήσεις έχουν ενισχυθεί και μαζί τους έχει βελτιωθεί η σχετική θέση των τραπεζών έναντι των ευρωπαϊκών mid caps. Με βάση τα στοιχεία της 31ης Ιουλίου, οι δυνητικές εισροές των 808 εκατ. δολαρίων θα μπορούσαν, με τα σημερινά δεδομένα, να προσεγγίζουν πλέον τα 900 εκατ. δολάρια.

Ελληνικές Τράπεζες: Το μέρισμα στο επίκεντρο του επενδυτικού story – Πώς μοιράζουν τα κέρδη έως το 2028

Πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο

Ενδεικτική είναι η εικόνα που προκύπτει από την προσαρμοσμένη στην ελεύθερη διασπορά κεφαλαιοποίηση, σύμφωνα με τη μεθοδολογία της MSCI. Στις 31 Ιουλίου, η Εθνική ήταν κατά 42% μεγαλύτερη από τη μέση ευρωπαϊκή μετοχή του MSCI Europe Mid Cap. Η Eurobank βρισκόταν 17% υψηλότερα και η Πειραιώς 14%, ενώ η Alpha Bank ήταν ελάχιστα χαμηλότερα από τη διάμεσο, έχοντας πάντως περιθώριο να καλύψει τη διαφορά εφόσον συνεχιστεί η ενίσχυση της αποτίμησής της.

Με βάση τα ίδια δεδομένα, μία ενδεικτική προσομοίωση δίνει πιθανό βάρος περίπου 0,66% για την Εθνική στον MSCI Europe Mid Cap, 0,54% για τη Eurobank, 0,53% για την Πειραιώς και 0,34% για την Alpha. Το μέσο βάρος των 217 μετοχών του δείκτη βρίσκεται περίπου στο 0,46%. Επομένως, οι τρεις μεγαλύτερες ελληνικές τράπεζες θα μπορούσαν, με τα σημερινά δεδομένα, να έχουν βάρος υψηλότερο από τον μέσο όρο της ευρωπαϊκής mid-cap κατηγορίας.

Οι αριθμοί αυτοί ασφαλώς δεν αποτελούν τις τελικές σταθμίσεις του Μαΐου του 2027. Μέχρι τότε οι τιμές των μετοχών, οι ελεύθερες διασπορές, οι κεφαλαιοποιήσεις των ευρωπαϊκών εταιρειών και οι ίδιες οι συνθέσεις των δεικτών μπορούν να αλλάξουν σημαντικά. Αποτυπώνουν, όμως, μία διαφορετική αφετηρία από εκείνη που υπήρχε όταν ξεκίνησε η συζήτηση για την αναβάθμιση της ελληνικής αγοράς.

Τράπεζες: Ξεκινάει η διανομή προμερισμάτων 581 εκατ. ευρώ

Από τον φόβο των εκροών στην ευκαιρία των εισροών

Για μεγάλο διάστημα, ένας από τους βασικούς προβληματισμούς γύρω από τη μετάβαση του ΧΑ στις ανεπτυγμένες αγορές ήταν ότι η Ελλάδα θα μετατρεπόταν από μία σχετικά σημαντική αγορά του emerging universe σε μία πολύ μικρή αγορά του developed universe. Για τις τράπεζες, η εξέλιξη των αποτιμήσεων περιορίζει αισθητά αυτόν τον κίνδυνο.

Η Εθνική, η Eurobank και η Πειραιώς έχουν ήδη αποκτήσει επενδύσιμο μέγεθος που τις τοποθετεί πάνω από τη μέση ευρωπαϊκή mid-cap εταιρεία με βάση ορισμένες από τις βασικές μετρήσεις των διεθνών δεικτών, ενώ και η Alpha βρίσκεται πλέον κοντά στην καρδιά της συγκεκριμένης κατηγορίας.

Αυτό σημαίνει ότι η πραγματική επενδυτική ιστορία της αναβάθμισης δεν εξαντλείται στα περίπου 900 εκατ. δολάρια που δυνητικά μπορούν να κατευθυνθούν στις τράπεζες από τον STOXX τον Σεπτέμβριο ή σε ένα αντίστοιχο ποσό που θα μπορούσε να προκύψει από την MSCI το 2027.

Το μεγαλύτερο κέρδος είναι ότι οι ελληνικές τραπεζικές μετοχές αλλάζουν επενδυτική «γειτονιά» έχοντας πλέον το μέγεθος για να διεκδικήσουν ουσιαστική θέση σε αυτήν. Και αυτό μπορεί να αποδειχθεί σημαντικότερο για τη μακροπρόθεσμη επενδυτική τους βάση από τις ίδιες τις τεχνικές εισροές που θα προκαλέσουν οι αναδιαρθρώσεις των διεθνών δεικτών.

Διαβάστε ακόμη: