Ο Βασίλης Καρακατσάνης είναι ένας καλλιτέχνης με λαμπρή πορεία και σαράντα χρόνια εμπειρία στο χώρο της τέχνης. Ταλαντούχος και ευρηματικός ξεχώρισε από νωρίς και συνεργάστηκε με σημαντικούς καλλιτέχνες παγκοσμίως. Με αφορμή τα σαράντα χρόνια δουλειάς στο χώρο μιλήσαμε μαζί του εφ΄όλης της ύλης.

Συνέντευξη στη Ζέτα Τζιώτη

-Βασίλη, 40 χρόνια επαγγελματίας ζωγράφος. Πώς ξεκίνησε αυτή η περιπέτεια;

-Η επιλογή να γίνεις ζωγράφος, όπως γνωρίζουμε όλοι, δεν έχει τις ασφαλιστικές δικλίδες που να μπορούν να σου εξασφαλίσουν μια ζωή “νορμάλ”, όπως την εννοεί ο περισσότερος κόσμος. Κατά την διάρκεια των φοιτητικών χρόνων, ζεις συγκεντρώνοντας πληροφορίες, ταξινομώντας συναισθήματα, ώστε να γίνουν “γραφή” έκφρασης.

Τελειώνοντας τις σπουδές και νομίζοντας ότι τα ξέρεις όλα, αντιλαμβάνεσαι ότι απλά στάθηκες στα πόδια σου, χωρίς να ξέρεις περπάτημα και ειδικότερα προορισμό.

Εδώ τελειώνουν οι σπουδές μου στη Σχολή Καλών Τεχνών αλλά και η παραμονή μου στην Αθήνα.

Είχα την τύχη να έχω καθηγητή μου τον Jaime Muxart. Μια ειδική στόφα ανθρώπου, δάσκαλου και ζωγράφου λεπταίσθητων ερμηνειών στην εικαστική του έρευνα

-Πώς προέκυψε και άνοιξες τα φτερά σου στο εξωτερικό;

-Με υποτροφία της Ισπανικής Κυβέρνησης το 1982, βρίσκομαι στη Σχολή Καλών Τεχνών της Βαρκελώνης για διδακτορικό στη Θεωρία της Τέχνης και το 1985 με υποτροφία του Συμβουλίου της Ευρώπης στο Centro Europeo της Βενετίας, σπουδάζοντας Συντήρηση Αρχιτεκτονικών Μνημείων.

Τις δύο αυτές ακαδημαϊκές μου περιόδους τις βάζω μαζί, γιατί αποτέλεσαν την πυξίδα που ασυνείδητα για πολλά χρόνια και ενσυνείδητα αργότερα, ακολούθησα.

Μην νομίσετε ότι είσαστε κάτι σπουδαίο. Απλά κάποιοι με οργανωμένες δεξιότητες, ίσοι ανάμεσα σε ίσους. Εξ άλλου δεν μπορούμε να πούμε τι είναι Τέχνη, αλλά μπορούμε να πούμε τι είναι καριέρα.

Το σπίτι μου στην οδό Aragón 249 της Βαρκελώνης είναι και ο τίτλος της ζωγραφικής μου την περίοδο εκείνη. Είχα την τύχη να έχω καθηγητή μου τον Jaime Muxart. Μια ειδική στόφα ανθρώπου, δάσκαλου και ζωγράφου λεπταίσθητων ερμηνειών στην εικαστική του έρευνα, αλλά και ψυχρών ερωτημάτων στη θεωρητική του προσέγγιση.

 

-Πέρα από την εμπειρία της ζωής και της δουλειάς εκτός Ελλάδος, τι άλλο σημαντικό αποκόμισες;

-Το σημαντικότερο που του οφείλω στην τόσο πρώιμη φάση της ζωής μου, είναι η απενοχοποίηση μου, πρώτον έναντι των γκαλερί και δεύτερον αυτού που λέγεται καριέρα.

Απλά σε ένα αμφιθέατρο με χίλιους περίπου φοιτητές και από χώρες της Λατινικής Αμερικής σε μια αποστροφή του λόγου του, μας είπε: <<….Μην νομίσετε ότι είσαστε κάτι σπουδαίο. Απλά κάποιοι με οργανωμένες δεξιότητες, ίσοι ανάμεσα σε ίσους. Εξ άλλου δεν μπορούμε να πούμε τι είναι Τέχνη, αλλά μπορούμε να πούμε τι είναι καριέρα. >>

-Πώς παρουσίασες τις πρώτες σου δουλειές;

-Η πρώτη δειλή αλλαγή οπτικής μου γίνεται με τη σειρά “Πόλεις” που παρουσιάστηκε στη Μαγιόρκα. Η ουσιαστική όμως πιστεύω νέα μου ζωγραφική κατάθεση, γίνεται το 1986 με τη σειρά ‘Τσάντες’. Δουλεύω πλέον θεματολογικά και κάνοντας τα αντίθετα από αυτά που νόμιζα ότι με εκφράζουν.

Με ένα ντοσιέ θυμάμαι τον εαυτό μου να τρέχει στις γκαλερί όπου και να βρισκόμουν.

Έτσι και στην Αθήνα πήγα να δείξω τη δουλειά μου στην Martin Chardon της γκαλερί ΑΡΤΙΟ. Κόπηκαν τα πόδια μου όταν μπαίνοντας στο χώρο για το ραντεβού, βλέπω στο γραφείο της Martin, τον Παύλο και τον Αλέξη Ακριθάκη.

Κοίταζαν τις φωτογραφίες των έργων μου, εξηγούσα το σκεπτικό μου έχοντας τον Ακριθάκη δίπλα στο αυτί μου, να μιλάει ασταμάτητα, ακατάληπτα, τόσο ώστε να αντιδρώ μιλώντας δυνατότερα και γρηγορότερα.

Με πιάνει από το μανίκι και με το πιο ήρεμο ύφος κοιτώντας τον Παύλο και την Martin, λέει: “τι φωνάζει το αγοράκι; τσόλι κυριλέ είναι, το έχει το πρόστυχο, φτιαγμένα με ιδρώτα και σπέρμα είναι τα έργα του, άρα το έχει”.

Η έκθεση μου έγινε την άνοιξη του 1986 και πιστεύω ότι ήταν ένας από τους καθοριστικούς παράγοντες που με έκαναν να αφεθώ πλήρως στο ένστικτο μου, στη τρέλα μου και στην ανάγκη μου να δείχνω τη δουλειά μου και να έρχομαι σε επαφή με τον κόσμο.

 

-Επόμενα καθοριστικά βήματα…

-Οι επόμενες σειρές ή ενότητες αν προτιμάτε είναι τα ‘Αποτυπώματα’, οι “Χάρτες” που αν και έγιναν το 1988, εκτέθηκαν το 2012 στο Τεχνοχώρο του Πέτρου και της Ηλέκτρας Δουμά.

Ακολουθούν τα “Σπίτια 1” στις Εποχές της Αγγελικής Χρυσικού και τα ‘Ρούχα’ το 1989 στο Τρίτο Μάτι του Νίκου Πετσάλη.

Όλο αυτό το χρονικό διάστημα παρουσιάζω της δουλειές μου, στη Θεσσαλονίκη, Μύκονο, Δελφούς, Ύδρα, Βρέμη, Αμβούργο και Ρώμη. Οι συνεργασίες αυτές γίνονται με κόπο και επιμονή εκτός από κάποιες που πέφτουν από τον ουρανό.

Πάω στη Βρέμη για να κλείσω την έκθεση μου στη γκαλερί της Gisela Bollhagen. Εκεί είναι ο Edward Meissner της ομώνυμης γκαλερί του Αμβούργου. Θα παρουσιάσει και αυτός τη δουλειά μου λίγο αργότερα στη γκαλερί του.

Το αεροπλάνο της επιστροφής μου είναι με αλλαγή στη Ρώμη. Στην πτήση αυτή δίπλα μου κάθεται η Eugenia Botti της Galleria Fontanella Borghese της Ρώμης. Το 1990 εκθέτω τα ‘Ρούχα’ στη γκαλερί της.

 

-Μίλησέ μας με τη συνεργασία σου με την Titanium και την Vicky Dracos Contemporary Art.

-Το 1991 στη Titanium του Αριστείδη Γιαγιάνου παρουσιάζω τη σειρά “Χαλιά 1” σε συνεργασία με την Μάγια Τσόκλη.

Έργα ζωγραφικής, που με θεματολογία τα χαλιά τυπώθηκαν σε ύφασμα όπου η Τσόκλη δημιουργεί γυναικεία ρούχα με μια επίδειξη-συνομιλία ζωγραφικής και μόδας. Ακολουθεί η Gloria της Λευκωσίας.

Το 1992 εκθέτω τις ‘Σημαίες’ στη Vicky Dracos Contemporary Art, PDR Studios.

-Έχεις κάνει πολλές και σημαντικές συνεργασίες και εκτός Ελλάδας.

-Από το 1995 έως το 2007 συνεργάζομαι με την Αργώ της Λευκωσίας, ακολουθεί ο Κρεωνίδης στην Αθήνα, το Pantarei στο Μπαλί, η Galería Berruete Regoyos της Μαδρίτης, η Μορφή στη Λεμεσό.

 

 

Ακολουθούν τα ‘Sarong’, σε συνεργασία με τους Ασλάνη, Βαλέντε, Τσόκλη στον Κρεωνίδη και οι σειρές ‘Rosa Hybrida’, ‘Πλατεία Βάθη’, ‘Επιτοίχια’, ‘G8+?’, ‘Πλέγματα’, ‘Αστικά υλικά’, ‘Η άγνωστη χώρα’ έως το 2006 με παρουσιάσεις στη ΖΜ της Θεσσαλονίκης στον Αστρολάβο κ.α.

Από το 2008 έως το 2019 παρουσιάζονται οι ενότητες ‘Αστικές συμπεριφορές’ στην Έκφραση, το ‘Αλκοόλ’ που μετά την Αθήνα ταξίδεψε στο Κίτο του Ισημερινού, οι ‘Αστικές λεπτομέρειες’, τα ‘Χαλιά 2’ και η ‘Διακριτή περιοχή’ στη Genesis.

Οι δουλειές αυτές εκτέθηκαν στη Δανία, Τουρκία, ΗΑΕ, Κύπρο, σε πολλές πόλεις της πατρίδας μας και Art Fairs.

Εδώ θα ήθελα να σταθώ για λίγο στο γεγονός ότι όλη αυτή η περίοδος έως την αρχή της οικονομικής κρίσης, η κατάσταση στη χώρα μας ήταν ένα τσίρκο.

Επίδειξη πλούτου από νέους ή παλαιούς πλούσιους, ισοπέδωση αξιών, βιασύνη και εγωπάθεια, έχουν συμπαρασύρει τα πάντα. Κρίνοντας τον εαυτό μου, πριν πω κάτι για τους άλλους, βλέποντας τότε το είδωλο μου στον καθρέπτη, έβλεπα έναν νευρωτικό, αγχωμένο άνθρωπο, που χρησιμοποιήθηκε και χρησιμοποίησε την τότε εγχώρια εικαστική σκηνή για την επιβεβαίωση του στα πρότυπα γνωστού περιοδικού της εποχής.

-Τι πιστεύεις σε βοήθησε να ευχαριστιέσαι περισσότερο τη δουλειά σου τα τελευταία χρόνια; 

-Αυτό που πιστεύω έσωσε την κατάσταση, ήταν ότι ποτέ δεν θεώρησα την ζωγραφική μου κάτι σπουδαίο και τρανό, ούτε τον εαυτό μου ιδιαίτερης πνευματικής καλλιέργειας.

Απλά το ζούσα με ευχαρίστηση, σε σχέση με άλλους συναδέλφους που κονταροχτυπιόνταν ποιος είναι σπουδαιότερος και μελλοντικό εθνικό κεφάλαιο. Δυστυχώς ανοησίες ματαιόδοξων ενηλίκων στην πλατεία του χωριού μας.

-Σε αυτό το παραλήρημα που μας περιγράφεις δεν έφτασαν οι εικαστικοί χωρίς την παρότρυνση των γκαλερί… 

-Αλλοίμονο! Συμμέτοχοι σε εκείνη τη φούσκα ήταν οι περισσότερες από τις συνεχώς αυξανόμενες αριθμητικά γκαλερί, διάφοροι επιμελητές τέχνης και σίγουρα η πληθώρα των καλλιτεχνών, με τον τότε της μόδας προσδιορισμό ‘διεθνής’ και που με επιλεκτική μνήμη, αποστασιοποιούνται σήμερα των ευθυνών τους, όταν εγώ τους θυμάμαι συνωστισμένους στην πόρτα αυτού του τσίρκου.

Απλά κάποιοι είχαν μπει και κάποιοι σπρώχνονταν για να μπουν. Όσον αφορά το διεθνές της εικαστικής υπόστασης, είναι το αποκορύφωμα του αρχοντοχωριατισμού, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων στη χώρα μας. Η δική μου ‘διεθνής’ παρουσία είναι η Κύπρος.

Στις άλλες χώρες που εξέθεσα τη δουλειά μου εισέπραξα μεγάλη αγάπη και ανταπόκριση από τον κόσμο. Οι εκθέσεις αυτές δεν μπορούν όμως να στοιχειοθετήσουν τίποτε άλλο παρά την προσωπική μου μικροικανοποίηση, ότι, άντε! και κάτι μπορώ πέραν του Κολωνακίου. Δεν είναι διεθνής καριέρα.

 

-Θυμάσαι κάτι από συνεργασίες σου που πραγματικά να σε στιγμάτισε;

-Δύο γκαλερίστες σημαντικότατων χώρων, θυμάμαι τι μου είπαν πριν πολλά χρόνια. Ο ένας στο Άμστερνταμ, ενθουσιασμένος με την δουλειά μου, είπε: “we are not collaborate with artists from Μiddle Εast sir”, στο άκουσμα Έλληνας.

Η άλλη, γκαλερίστα στη Νέα Υόρκη, κοιτώντας τις φωτογραφίες κατέληξε “Yes I’m interested. Yes, I want them. Welcome to Νew Υork”.

Mε ρώτησε που μένω. Της είπα Αθήνα. Kατάλαβα ότι το όνειρο τέλειωσε, όταν μου είπε, ότι με έδρα την Αθήνα δουλειά δεν γίνεται. Και στους δύο είχα δείξει την σειρά ‘Ρούχα’ το 1990.

Έτσι αγάπησα πιο πολύ, αυτά που μπορώ να κάνω. Είμαι ευχαριστημένος για την ανταπόκριση, που έχει η δουλειά μου στον κόσμο, το ότι βιοπορίστηκα από αυτό, ώστε να μπορώ να ζήσω καλά, την αγάπη και την εκτίμηση που εισπράττω, πράγματα που είναι δώρο θεού, για έναν άνθρωπο με απλά, οργανωμένες δεξιότητες, όπως έλεγε και ο Jaime Muxart στη Βαρκελώνη.

Η τύχη και η επιμονή μου μάλλον με βοήθησαν.

-Θαυμάζεις την καριέρα άλλων συναδέλφων σου;

-Υπάρχουν καλλιτέχνες, με δουλειές που ούτε στα όνειρα μου δεν μπορώ να προσεγγίσω.

Καριέρα έκανα και θα την συνεχίσω. Ζωγραφική έκανα με ειλικρίνεια και με ό,τι μπόρεσα. Έκανα όμως και σπουδαία και συναρπαστική ζωή.

Αυτή είναι η 96η ατομική μου έκθεση & η 14η στην Κύπρο

-Μίλησέ μας για τη δουλειά σου που παρουσιάζεις στην Κύπρο;

-Θα αναφερθώ στη νέα συνεργασία μου με την Marginalia Gallery του Μίκη Αναστασιάδη στη Λευκωσία.

Τώρα τον Δεκέμβριο και τον Ιανουάριο του 2021 εκθέτω μία αναδρομή των τριών τελευταίων ενοτήτων της δουλειάς μου 2010-2020.

Αυτή είναι η 96η ατομική μου έκθεση & η 14η στην Κύπρο, ενώ από το 2019 εξελίσσεται η νέα μου δουλειά με τίτλο “Τιτάνια”, και με προγραμματισμένη έκθεση το 2022 στη Genesis Gallery.